Εικόνες της Θεσσαλονίκης από τη φοβερή πυρκαγιά του 1917

η πυρκαγιά πίνακας του William T. Wood
Η Θεσσαλονίκη στις φλόγες, πίνακας του William T. Wood

Το μεσημέρι του Σαββάτου, στις 18 Αυγούστου (με το παλιό ημερολόγιο) ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Την επομένη το βράδυ, στις 19 Αυγούστου, η εξάπλωσή της σταμάτησε, αφού κατέστρεψε κατοικίες, εκκλησίες, τζαμιά, συναγωγές, καφενεία, κινηματογράφους, γραφεία, καταστήματα, βιβλιοθήκες. Ένα μεγάλο μέρος της πανέμορφης Θεσσαλονίκης χάθηκε για πάντα και η μορφή της πόλης άλλαξε.

 


Το άρθρο «Η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 που άλλαξε τη μορφή της Θεσσαλονίκης» δημοσιεύτηκε πέρσι στη Huffington Post και αναδημοσιεύτηκε με κάποιες διορθώσεις, που πρότειναν φίλοι Σαλονικιοί, ΕΔΩ στο Hellas Special. Σ’ αυτή την ανάρτηση συγκέντρωσα μερικές ακόμα εικόνες από το τραγικό γεγονός.

Δείτε τη συνέχεια

Το σκληρό ναυτάκι με το περλέ νυχάκι

Αυτή η διαφήμιση μας πληροφορεί ότι τα σκληρά πληρώματα του παλιού ναυτικού είχαν υψηλό και ανεπτυγμένο γούστο. Δεν νομίζω, αλλά δεν θα επιμείνω. Σύμφωνα με την αντίληψη του διαφημιστή, μια εικόνα αυτών των σκληρών αλλά καλόγουστων παλιών ναυτικών μπορούμε να πάρουμε βλέποντας μία ξανθιά με ροζ παντελόνι και λιμαρισμένο νύχι ροζ περλέ.
Και γιατί; Επειδή φοράει ναυτικό καπέλο, δηλαδή;

Μια ζωή Γκέισα

 

Μπρικ είναι τα αυγά του σολομού σαν ροζ χαντρούλες. Εντάξει, σολομούς δεν είχαμε στην Ελλάδα, οπότε εισάγαμε μπρικ, που είναι νηστίσιμο και θρεπτικό. Τώρα έχουμε σολομούς, αλλά είναι ιχθυοτροφείου κι έχουν βγάλει κακό όνομα, γιατί τους ταΐζουν αντιβιοτικά, υποκατάστατα και συνθετικές τροφές, για να μεγαλώσουν και να πάρουν ροζ χρώμα. Γιατί όμως εισάγαμε καβούρια και αχιβάδες; Δεν είχαμε;

 

Και καλά ο τόνος. Μέχρι το 1987, που άρχισε η συστηματική αλιεία του στην Ελλάδα, τόνο έτρωγαν λίγοι. Από το 1987 και μετά εξάγουμε το 80% της παραγωγής στην Ιαπωνία και κατόπιν εισάγουμε κονσέρβες Γκέισα με τόνο Ταϊλάνδης. Αλλά οι γαρίδες; Βέβαια, η διαφήμιση είναι του 1931, αλλά στην Κατοχή η γάμπαρη του Αμβρακικού χόρτασε πολύ κόσμο.

 

Σαρδέλες περίφημες και σκουμπριά με ντομάτα εισαγωγής. Τελικά οι αδελφοί Νοζάκι, με τα κονσερβοποιημένα προϊόντα θαλάσσης, έκαναν χρυσές δουλειές με μεγάλη διάρκεια. Η εταιρεία είναι made in USA και ξεκίνησε το 1907 στον Σαν Φρανσίσκο. Εξάγει στην Ελλάδα από το 1931 (χρονολογία της παλιότερης διαφήμισης που έχω βρει μέχρι τώρα). Σήμερα κάποιοι Nozaki brothers είναι χαρακτήρες άνιμε και η φίρμα Geisha ανήκει στην ιαπωνική Kawasho Foods Corporation, η οποία εξακολουθεί να μας προμηθεύει σαρδέλες, σκουμπριά και τόνους σε κονσέρβα. Και όχι μόνον εμάς, αλλά όλη την Ευρώπη, την Ασία, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Αμερική.
Τέτη Σώλου
Αύγουστος 2017

 

Μοσχολίβανο από το καλό, το προυσαλιό, και ο ηγούμενος που το μοίραζε στους τεκέδες της Δραπετσώνας

Ο πάτερ Δωσίθεος ήταν ηγούμενος στο μοναστήρι της Φανερωμένης στη Σαλαμίνα. Συχνά πυκνά πήγαινε στη Δραπετσώνα και στα Ταμπούρια. Από δρόμο σε δρόμο, από σπίτι σε σπίτι έδινε την ευλογία του στους πιστούς και σταματούσε σε κανένα καφενείο για να πάρει μια ανάσα από τον ποδαρόδρομο.
— Γυρίζει ο καημένος από εξομολογήσεις, τον συμπόνεσε ένα γραΐδιο.
Είχε γίνει περιζήτητος και άμα αργούσε να φανεί, ανυπομονούσαν.
— Δεν φάνηκε ακόμα ο παπάς.
Αυτοί που τον αναζητούσαν ήταν κυρίως τεκετζήδες και λοιποί χασισοπότες, γιατί ο πάτερ κουβαλούσε μέσα στο σακούλι του χασίσι Προύσας εξαιρετικό. Ήταν η εποχή που η Δραπετσώνα ήταν γεμάτη τεκέδες, που στεγάζονταν σε καφενεία, ουζάδικα και σπίτια. Ιδιοκτήτες και θαμώνες ήταν άνθρωποι της φάρας –σκύλοι μαύροι!

@παπα χασίς Ελεύθερος Άνθρω 4-2-1933 φωτο
Πάτερ Δωσίθεος

Έχει και συνέχεια…

Το σπίτι με τον πυργίσκο στη λεωφόρο Ηρακλείου

Ανεβαίνοντας τη γέφυρα της λεωφόρου Ηρακλείου με κατεύθυνση προς Αθήνα, πριν φτάσουμε στο Δεύτερο Νεκροταφείο, αριστερά ήταν ένα μακρόστενο κτίριο με κεραμοσκεπές, μπαλκόνια και πυργίσκο και μ’ έντονα τα σημάδια της εγκατάλειψης. Δεν ήταν έρημο. Κάποιος ζούσε εκεί. Τα βράδια το ακριανό παράθυρο του δεύτερου ορόφου φωτιζόταν από αμυδρό φως.
Το κτίριο λεγόταν βίλα Ακριβή και το είχε χτίσει ο Ιωάννης Ριζόπουλος, που έδωσε το όνομά του στη γύρω περιοχή. Ο Ριζόπουλος ήρθε στην Αθήνα από την Καρύταινα το 1902, δούλεψε σκληρά για μία εικοσαετία, έκανε περιουσία και κατόπιν έναν πλούσιο γάμο. Για ν’ αξιοποιήσει τα χρήματά του, αγόρασε την περιοχή, τη χώρισε σε οικόπεδα και τα πούλησε με ευκολίες πληρωμής και σημαντικό κέρδος. Έτσι φτιάχτηκε η Ριζούπολη.

Η φωτογραφία είναι από το Radio Aetos

Το 1924 ο Ριζόπουλος έχτισε τη βίλα Ακριβή για οικογενειακή κατοικία. Ο οκταγωνικός πυργίσκος δέσποζε. Δεν γνωρίζουμε αν όλο το στενόμακρο κτίριο χρησίμευε για ιδιωτική κατοικία. Οπωσδήποτε στο ισόγειο υπήρχαν καταστήματα. Μπροστά από το σπίτι περνούσε το θηρίο, μια που ήταν χτισμένο δίπλα στις γραμμές του τρένου.
Με το σεισμό του 1999 χαρακτηρίστηκε ακατάλληλο, εντούτοις δεν είχε εντελώς εγκαταλειφθεί. Το 2001 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνημείων, αλλά η τελική απόφαση του υπουργείου πολιτισμού ήταν αντίθετη. Στις αρχές Νοεμβρίου 2002 η βίλα Ακριβή έγινε μπάζα.

Διαγώνια απέναντι είναι τα απομεινάρια της δισκογραφικής εταιρείας Columbia.

Ένα τετράδιο τιμωρίας που έγινε τετράδιο γλυκισμάτων και μία γλυκιά συνταγή

Ένα πρωινό πριν από μερικά χρόνια, στην κουζίνα της θείας Κροταλίας επικρατούσε μια χαρούμενη αναστάτωση. Πλησίαζε κάποια μεγάλη γιορτή και θα γινόταν οικογενειακό τραπέζι. Είχε αποφασίσει να φτιάξει το υπέροχο γλυκό με σιρόπι, που έφτιαχνε η μάνα της. Για να μην κάνει κανένα λάθος, συμβουλεύτηκε την αυθεντική συνταγή.
Παρουσίασε ένα μικρό τετράδιο, ταλαιπωρημένο από τη χρήση, γραμμένο με πένα, πριν από πολλές δεκαετίες.
Το τετράδιο αυτό έχει για μένα συναισθηματική αξία, μια και είναι γραμμένο από το χέρι της γιαγιάς μου. Όμως, το εκτίμησα και ως ενδιαφέρον εύρημα. Είναι ένα οικογενειακό κειμήλιο από αυτά που φυλάει κανείς για να μην πάθουν τίποτα και τα χρησιμοποιεί σπάνια, πάλι για να μην πάθουν τίποτα. Ταυτόχρονα είναι ένας μικρός τσελεμεντές με διατροφικές συνήθειες της μεσαίας τάξης άλλων εποχών. Οι συνταγές του δεν έχουν μόνο τερψιλαρύγγια αξία.

ce95cebecf8ecf86cf85cebbcebbcebf_ceb3cebbcf85cebaceb9ceacceb6cf89ceaeΟ αγαπημένος μου συγγραφέας είπε ότι η ιστορία γράφεται τόσο στα πεδία των μαχών όσο και στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων.
«Γιατί όχι και σ’ ένα τετράδιο γλυκισμάτων;» σκέφτηκα.
Έτσι, αυτό το τετράδιο στάθηκε η αφορμή να φτιαχτεί το βιβλίο «Γλυκιά ζωή», ένα λεύκωμα μνήμης με φωτογραφίες και ιστορικές αναφορές, που αναπαριστά τη ζωή στο Σουφλί στις παραμονές του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2011 εκτός εμπορίου, σε αριθμημένα αντίτυπα και είναι εξαντλημένο.

Ας δούμε το τετράδιο.

Τετράδιο τιμωρίας
Το εξώφυλλο του τετραδίου τιμωρίας που έγινε Τετράδιο Γλυκισμάτων.

Έχει και συνέχεια

Πάτερ Γυμνάσιος: Κομπογιαννίτης ή θεραπευτής; Εκμεταλλευτής ή ανιδιοτελής; Τσαρλατάνος ή βοτανολόγος;

Στη δεκαετία του ’30 ακούστηκε πολύ το όνομα του πατέρα Γυμνάσιου του Λαυριώτη, που αντιμετώπιζε τις αρρώστειες με βότανα και εναλλακτικές θεραπείες. Στις μέρες μας κυκλοφορεί ακόμα ένα αμφιλεγόμενο βιβλίο με θεραπευτικές συνταγές που αποδίδονται στον πάτερ Γυμνάσιο.

πάτερ Γυμνάσιος Ακρόπολις 20-2-1933 @
Πάτερ Γυμνάσιος ο Λαυριώτης, κατά κόσμον Γεώργιος Τζανετής.

Ο Γεώργιος Τζανετής έζησε ταπεινά την περιπέτεια της ζωής του που ξεκίνησε το 1865 από τον Θεολόγο της Θάσου, τον τόπο που γεννήθηκε, και που τον οδήγησε σε διάφορες πόλεις, στο εξωτερικό και στο Άγιο Όρος, όπου σε ηλικία 54 χρόνων εκάρη μοναχός στη μονή Μεγίστης Λαύρας και πήρε το όνομα Γυμνάσιος, και που ύστερα από ταλαιπωρίες τον επανέφερε στη Θάσο.
Δούλεψε ως υπηρέτης, μάγειρας, εργάτης και νοσοκόμος. Γνώριζε καλά τα βότανα και τις θεραπευτικές τους ιδιότητες. Από τη μητέρα του, που ήταν μαμή, πήρε τις πρώτες γνώσεις βοτανολογίας. Υπηρέτησε ανθρώπους που είχαν γνώσεις ιατρικής και βοτανολογίας: στην Ξάνθη ήταν στην υπηρεσία σπουδαίου βοτανολόγου, στην Αγγλία υπηρέτησε ως νοσοκόμος σε γιατρό και βοτανολόγο, έμαθε πολλά από έναν Άγγλο πρακτικό γιατρό και βοτανολόγο που είχε ζήσει στην Ινδία και είχε μάθει ντόπιες πρακτικές, Διαβάστε τη συνέχεια

100 χρόνια από τη φοβερή πυρκαγιά που άλλαξε τη Θεσσαλονίκη

 

Πριν από 100 χρόνια, στις 5 Αυγούστου 1917, ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά που άλλαξε τη μορφή της Θεσσαλονίκης, μιας πόλης όμορφης σαν το Τολέδο, τη Σεβίλη και την Κόρδοβα όπως είπε ο Αλμπέρτος Ναρ. Οι φλόγες κατέστρεψαν μια έκταση πάνω από ενάμιση τετραγωνικό χιλιόμετρο, έκαψαν 9.500 κτίρια, εκκλησίες, συναγωγές και τζαμιά, βιβλιοθήκες και πολύτιμα αρχεία και άφησαν άστεγους  και χωρίς μοίρα στον ήλιο 72.500 ανθρώπους –εκ των οποίων οι 50.000 ήταν εβραίοι. Οι πυρόπληκτοι, πρόσφυγες στην ίδια τους την πόλη, θρήνησαν νεκρούς που δεν αναφέρθηκαν ως θύματα της καταστροφής, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους και να ξαναρχίσουν τη ζωή τους από το μηδέν σε μια πολιτεία που κερδοσκόπησε σε βάρος τους και που ξαναγεννήθηκε από τις δικές τους στάχτες.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά πέρσι στη Huffington Post και αναδημοσιεύτηκε λίγο αργότερα με μερικές διορθώσεις, που πρότειναν φίλοι Σαλονικιοί, στο Hellas Special.


Ευχαριστώ θερμά τον Δήμο Θεσσαλονίκης και το Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης (Ψηφιοποίηση Πολιτιστικών Τεκμηρίων), τον κ. Μάνο Μαλαμίδη και τον κ. Ε.Α. Χεκίμογλου για την καλοσύνη τους να μου παραχωρήσουν την άδεια χρήσης του πλούσιου φωτογραφικού υλικού που συνοδεύει το άρθρο.

Σκυλολόι

Σκυλολόι.jpg
Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη.

 

Σκυλολόι ήταν «όλη η συνομοταξία των εν συγκρούσει προς τον Ποινικόν Νόμον ζώντων ατόμων» και «όλοι συλλήβδην οι μάγκες».

Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη.

Μαντάμα

Μαντάμα
Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη

 

Μαντάμα 2
Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη

 

Η διευθύντρια (ή και ιδιοκτήτρια) του μπορντέλου λέγεται: μαντάμα ή πατρόνα ή ματρόνα ή αποδόχισσα. Πάντως οι πόρνες την αποκαλούν μαμά (καλέ, μαμά!)
Η μαντάμα κούρνιαζε πίσω απ’ το ταμείο της, που ήταν συνήθως πλάι στην εξώπορτα. Από κει διηύθυνε όλη τη δουλειά.
Οι κύριοι στόχοι της δουλειάς της μαντάμας ήσανε τρεις:
• εισέπραττε το τίμημα της συνουσίας, δίνοντας στην πόρνη την αντίστοιχη μάρκα
• παρότρυνε τους πελάτες να διαλέξουν ένα κορίτσι
• επέβαλε την τάξη και την ευπρέπεια.

Από «Το μπουρδέλο» του Ηλία Πετρόπουλου, Εκδόσεις Γράμματα, 1980