Η βία δεν είναι ανίκητη, τα θύματα δεν είναι ένοχα κι εμείς είμαστε μαζί τους!

Εδώ και δύο μήνες παρακολουθούμε με ολοένα αυξανόμενη ένταση αυτό που αποκαλείται ελληνικό metoo. Η Σοφία Μπεκατώρου έκανε την αρχή, όταν με πολύ θάρρος αποκάλυψε τη σεξουαλική κακοποίησή της σε νεαρή ηλικία από αθλητικό παράγοντα. Ακολούθησε μια χιονοστιβάδα αποκαλύψεων για κακοποιητικές συμπεριφορές στον καλλιτεχνικό χώρο και βγήκε στο φως το βαρύ ψυχολογικό φορτίο που τα θύματα κουβαλούσαν σιωπηλά για χρόνια, μέχρι που επιτέλους μίλησαν.

«Γιατί τώρα;»
Αλήθεια, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αναρωτιούνται «γιατί τώρα»; Τώρα βρήκαν τα θύματα τη δύναμη να μιλήσουν για όσα πέρασαν και στιγμάτισαν τη ζωή τους και ευτυχώς που το έκαναν.
Όσες και όσοι μίλησαν έχουν κερδίσει την εκτίμηση και τον θαυμασμό μας και τους ευγνωμονούμε για τη γενναιότητά τους να αποκαλύψουν το τραγικό τους βίωμα, που τους κατακερμάτισε, τους γέμισε ενοχές και κατέστρεψε την αυτοεκτίμησή τους. Το φως που χύνεται διαλύει τα σκοτάδια. Είμαστε μαζί τους!
Με το παράδειγμά τους, έδωσαν το θάρρος και τη δύναμη σε πολλούς να μιλήσουν δημόσια και ν’ αποκαλύψουν το δικό τους τραύμα. Κάθε μέρα πυκνώνουν οι καταγγελίες και οι αποκαλύψεις. Είναι ένα πρωτόγνωρο κίνημα αλληλεγγύης που προστατεύει και ενθαρρύνει νεότερους ανθρώπους και πιο αδύναμους, ώστε να μην υπάρξουν άλλα θύματα στο μέλλον.

«Μιλήστε! Δεν είστε μόνοι. Σπάστε τα δεσμά του φόβου που αφ’ ενός κρατάει εσάς αιχμάλωτους και αφ’ ετέρου δίνει δύναμη στους κακοποιητές. Όσο ισχυρός και αν είναι ο κακοποιητής, η αλήθεια είναι ισχυρότερη».

Έχει και συνέχεια. Διαβάστε τη!

Πώς θα κοιμόντουσαν οι πατεράδες μας κάτω απ’ τα χιόνια

Σήμερα όλη η Ελλάδα είναι κάτασπρη. Με το χιόνι να σκεπάζει ακόμα και την Αθήνα, ταιριάζει να διαβάσουμε μια ιστορία του Νασρεντίν χότζα, που μας άφησε ο Στέλιος Μαγιόπουλος.


Ο χειμώνας στο Ακ-Σεχήρ, όπως και σ’ όλη τη Μικρασία, είναι φοβερός. Όλο το οροπέδιο γεμίζει από παχύ, κάτασπρο χιόνι και καμιά φορά παγώνουνε τα νερά στις βρύσες και στις λίμνες. Γι’ αυτό ο μικρασιάτικος κόσμος το χειμώνα έχει βαριά στρωσίδια και σκεπάσματα για να περάσει τα κρύα και τις παγωνιές. Ένα τέτοιο χειμώνα η γυναίκα του Χότζα είπε στον άντρα της:
— Αφέντη, το πάπλωμά μας λιάνισε, κρυώνουμε. Καλά θα έκαμνες ν’ αγόραζες ένα καινούργιο παχύ πάπλωμα να κοιμούμαστε ζεστά.
— Μα, γυναίκα, απάντησε ο Χότζας, για ένα τέτοιο πάπλωμα θέλουμε τόσο μπαμπάκι που πιάνει τόσα χρήματα. Πού να σου βρω εγώ τόσα λεφτά;
Όμως, όταν η γυναίκα έλεγε κάτι, έπρεπε αυτό να γινόταν, άλλη σωτηρία δεν υπήρχε. Κι όταν στο τέλος αποείδε ο Χότζας πως δεν μπορούσε να γλιτώσει απ’ τη γλώσσα της, άρπαξε μια μέρα ένα τσουβάλι κι έτρεξε στο δρόμο. Η γυναίκα του απορημένη τον ρώτησε:
— Χότζα εφέντη, τι θα το κάμεις το τσουβάλι; Πού πας;
— Εσύ δεν ξέρεις, αποκρίθηκε ο Χότζας. Τώρα θα δεις και θα ικανοποιηθείς.
Έπειτα αρχίνησε με τη φούχτα του να γεμίζει το σακί με χιόνι που ήτανε στιβαγμένο στο δρόμο.
— Θεέ μου, Θεέ μου, αρχίνησε να φωνάζει η γυναίκα του. Για τ’ όνομα του Θεού, τι κάμεις εκεί; Φαίνεται πως σου στρίψανε. Το χιόνι ζεσταίνει ποτέ τον άνθρωπο;
— Ζεσταίνει και παραζεσταίνει, γυναίκα, της απάντησε ο Χότζας. Αν δε ζέσταινε, πώς θα κοιμόντουσαν ραχάτικα τόσα χρόνια οι πατεράδες μας κάτωθε απ’ τα χιόνια;


• Η ιστορία είναι από το εξαιρετικό βιβλίο του Στέλιου Μαγιόπουλου Ο Νασρεττίν Χότζας, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1991.
• «Η πένα του γέφυρα δύο λαών», επιμνημόσυνο άρθρο του Ριζοσπάστη για τον Στέλιο Μαγιόπουλο, που με το έργο του «μας γνώρισε τη λογοτεχνική ψυχή της Τουρκίας».
• Η φωτογραφία του χιονισμένου τουρμπέ του Νασρεντίν χότζα είναι από το βιβλίο Büyük Nasreddin Hoca, που βρήκα στο διαδίκτυο, σε χαμηλή ανάλυση, και την επεξεργάστηκα λίγο για να έρθει στα ίσα της.

Ο Νασρεντίν χότζας και ο αρσίζης Καραογλάν.

Ευτύχει

«Ο αδερφός του Ντίνου ήταν φυματικός. Ζούσε μόνος του, μακριά από την υπόλοιπη οικογένεια, στην Πάτρα, και τα είχε φτιάξει με μία πόρνη.
Η γιαγιά σου, όταν υπήρχε καμιά ανάγκη, πήγαινε με το Καληδονία από το Μεσολόγγι στην Πάτρα και δεν παρέλειπε ποτέ να τον επισκεφθεί. Σε μια τέτοια επίσκεψη συναντήθηκε στο σπίτι με την κοπέλα. Εκείνη, ξέροντας ότι οι τίμιες γυναίκες την απέφευγαν, σηκώθηκε για να φύγει. Η γιαγιά σου όμως την κράτησε, της μίλησε γλυκά και της ζήτησε να μην φεύγει όταν τη βλέπει. Κι εκείνη για να της δείξει την ευγνωμοσύνη της, κέντησε το «Ευτύχει» και της το χάρισε.
Αυτά που σου λέω τώρα έγιναν πριν από τον πόλεμο, πριν πάμε στο Σουφλί.
Σκέψου τώρα, κάθισε κι έκανε ολόκληρο κέντημα –και τι λεπτοδουλειά– επειδή της φέρθηκε με ευγένεια και της θύμισε ότι είναι ανθρώπινο πλάσμα!»

Η Στήλη των Όφεων στον χάρτη της βυζαντινής Θεσσαλονίκης

Ο χάρτης της περίκλειστης Θεσσαλονίκης βρέθηκε στο αρχείο του αρχαιολόγου Adolf Hermann Struck (1877–1911). Ατυχώς κανένα στοιχείο της ταυτότητάς του χάρτη δεν είναι γνωστό. Δεν έχει βρεθεί ούτε το υπόμνημα που επεξηγεί τα αριθμημένα από 1 ώς 80 μνημεία της πόλης. Το μόνο βέβαιο είναι ότι δείχνει τη Θεσσαλονίκη, πριν την οθωμανική κυριαρχία, όπως φανερώνει η απουσία μιναρέδων, η ύπαρξη του Τζερέμπουλου κλπ.
Μπορούμε να εικάσουμε ότι το μνημείο 16, που επιγράφεται Statua, είναι η σημερινή Στήλη των Όφεων. Βρίσκεται επί της Αγίου Δημητρίου, (που ήταν ο πιο σημαντικός δρόμος της πόλης μετά τη Μέση Οδό, δηλαδή την Εγνατία), σε μικρή απόσταση από τη δυτική έξοδο, τη Ληταία Πύλη (2). Ο ευθύς δρόμος, που ξεκινάει από την Πύλη του Γιαλού (7), έχει δεξιά τον Άγιο Μηνά (23) και αριστερά τους Άγιους Αποστόλους (12), σταματάει στην Αγίου Δημητρίου, μπροστά στο άγαλμα. Η θέση του ήταν περίοπτη. Δέσποζε στη συμβολή δύο δρόμων και αιχμαλώτιζε το βλέμμα όσων εισέρχονταν από το λιμάνι και από τη Ληταία Πύλη.

Κρίνοντας από το σχέδιο στον χάρτη, μεταξύ βάθρου και αγάλματος δεν μεσολαβεί κίονας, όπως συνέβαινε με αγάλματα αυτοκρατόρων στη Ρώμη και κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό μειώνει σημαντικά το ύψος του μνημείου από τα 15 με 16 μέτρα, που είχαμε αναφέρει στο άρθρο για τη Στήλη των Όφεων, στο μισό περίπου. Το άγαλμα ήταν στραμμένο προς τη Ληταία Πύλη.


Οι δύο λεπτομέρειες του χάρτη προέρχονται από το άρθρο Μια περιήγηση στη Θεσσαλονίκη των Βενετών, το οποίο τον αναλύει εκτενέστατα.

Η Στήλη των Όφεων

Στην οδό Αγίου Δημητρίου, υπάρχει μια στήλη, η επομονομαζόμενη Στήλη των Όφεων ή Σχιστή Πέτρα. Παρ’ όλο που είναι παμπάλαια, έγινε γνωστή από τον αστικό μύθο που την περιβάλλει.

Ο αστικός μύθος
Ένα παράξενο μνημείο της Θεσσαλονίκης είναι η Στήλη των Όφεων, που βρίσκεται στο πεζοδρόμιο έξω από τον υποσταθμό της ΔΕΗ στην Αγίου Δημητρίου. Πρόκειται για ένα από τα σπάνια όρθια μνημεία των ελληνιστικών χρόνων, ίσως και το μοναδικό, που στα παλιά χρόνια ονομαζόταν Γιλάν Μερμέρ. Ο θρύλος που το συνοδεύει λέει πως ασκεί μυστηριώδη έλξη στα φίδια. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας όλη η γειτονιά του Γιλάν Μερμέρ γέμισε φίδια. Οι άνθρωποι πίστεψαν ότι βγήκαν από το σχίσιμο της πέτρας. Κάλεσαν πρώτα έναν ραβίνο, –μια και η γειτονιά ήταν εβραϊκή–, ο οποίος δεν κατόρθωσε να τα απομακρύνει με τις προσευχές του, οπότε κάλεσαν σε βοήθεια έναν χότζα, που τα απομάκρυνε με εξορκισμό. Από τότε η μαρμάρινη κολόνα ονομάζεται Στήλη των Όφεων.

Σύμφωνα με τον αστικό μύθο η συνοικία γύρω από τη Στήλη των Όφεων λεγόταν Γιλάν Μερμέρ και ήταν εβραϊκή. Όμως, η συνοικία Γιλάν Μερμέρ δεν ήταν εβραϊκή, αλλά τούρκικη. Γιλάν Μερμέρ θα πει «μάρμαρο του φιδιού». Η μόνη εβραϊκή συνοικία που υπήρχε πάνω από την Εγνατία ήταν η Ρόγος, αλλά κι αυτή έφτανε μέχρι την οδό Φιλίππου. Ωστόσο η συνοικία Γιλάν Μερμέρ έχει κάποια σχέση με ντονμέδες (εξισλαμισμένους εβραίους) και φημολογείται ότι εκεί κατοικούσε ο Σαμπετάι Τσεβί, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Θεσσαλονίκη.

Η Στήλη των Όφεων και η οδός Αγίου Δημητρίου, Γενί Καπού καντεσί και αργότερα Μιδάτ πασά, με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά, σε φωτογραφία του 1904. Η Στήλη υψωνόταν πάνω σε τέσσερις βαθμίδες. Από την ανατολική πλευρά ήταν ορατή μία πέμπτη, μισοχωμένη στο έδαφος.

Ο αστικός μύθος αποκτάει ενδιαφέρον, αν τον δει κανείς παράλληλα με ένα μικρό κείμενο της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, που έγραψε η μεγάλη διηγηματογράφος Ἐν Θεσσσαλονίκῃ κατ’ Ὀκτώβριον 1905.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Φτωχαδάκια και λεφτάδες

— Κύριε Τεό, είναι μέρες τώρα που θέλω να σας το πω, αλλά…
— Τι συμβαίνει;
— Η ανάγκη! Τώρα καταλαβαίνω τις γυναίκες που υποκύπτουν.
— Υποκύψατε;
— Ναι.
— Με ποιον υποκύψατε;
— Μ’ έναν άνθρωπο που τον σιχαίνομαι, που μου είναι μισητός, που θα τον βλέπω με φρίκη σ’ όλη μου τη ζωή.
— Γιατί; Δεν υποκύπτει καλά;

Περισσότερα…

Τα κορίτσια της Μπάρας και πάλι

Στην Μπάρα, την ξακουστή μπουρδελογειτονιά στο Βαρδάρι, τα μπορντέλα ήταν καμαρούλες ή μικρά σπιτάκια, όπου η κάθε κοπέλα δούλευε μόνη της. Ο Ηλίας Πετρόπουλος χαρακτηρίζει την Μπάρα μπουρδέλο-πολιτεία – η μοναδική που υπήρχε στην Ελλάδα. Τα Βούρλα ήταν μπορντέλο στρατώνας και «η γνωστή Τρούμπα δεν ήταν παρά μια απλή μπουρδελογειτονιά. Η Μπάρα της Θεσσαλονίκης υπήρξε ένα ολόκληρο μπουρδελοβαρόσι, μια ολόκληρη μικρή πολιτεία εκτός τειχών. Ασφαλώς, θα πρέπει να υπάρχει κάποια προϊστορία της Μπάρας, μα την αγνοούμε. Η Μπάρα γενικώς καταλάμβανε την περιοχή που περικλείεται μεταξύ των οδών Λαγκαδά και Μοναστηρίου, και έφτανε σχεδόν ως τον σημερινό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης. Μερικοί δρόμοι της Μπάρας είχανε μεγάλη φήμη: Αφροδίτης, Βάκχου, πάροδος Βάκχου».

«Στην Μπάρα, ανάμεσα στο μπουρδέλα, υπήρχαν και σπίτια νοικοκυραίων. Στην πόρτα αυτών των σπιτιών έβλεπες ανηρτημένη την επιγραφή: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ. Κανένας πελάτης δεν ενοχλούσε ποτέ αυτά τα σπίτια».

Η Μπάρα γνώρισε δύο περιόδους ακμής. Την πολεμική περίοδο 1912-1918 και κατά την επίσης πολεμική περίοδο 1940-1949. Από το 1949 και μετά ξέφτισε για πάντα.

Πελάτες των σπιτιών της Μπάρας στην περίοδο 1912-1918 ήταν η ξελιγωμένη φανταρία – Έλληνες και οι πολυεθνείς στρατιές των Συμμάχων. Στη δεύτερη περίοδο γνώρισε ακμή «από τις βίζιτες των αγροτών, που κατέβαζαν τα προϊόντα τους στην πεινασμένη Θεσσαλονίκη, από τις βίζιτες των ταγματασφαλιτών και μαυραγοριτών, από τις βίζιτες των στρατιωτών και ανταρτοπλήκτων του εμφυλίου πολέμου».

Ανάμεσα στις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν την περίοδο της πρώτης δόξας «υπάρχουν μερικές σ υ ν τ α ρ α κ τ ι κ έ ς φωτογραφίες πορνών της Μπάρας».
Αυτές κι άλλες πολλές σπάνιες πληροφορίες για τη μοναδική Μπάρα δίνει ο Πετρόπουλος στο βιβλίο του Το μπουρδέλο.
Τον Νοέμβριο του 1985, η Πολιτιστική Εταιρεία Πανόραμα ανατύπωσε τη σειρά των 21 καρτ ποστάλ, που παρουσίαζαν την Μπάρα και που τραβήχτηκαν μεταξύ 1915 και 1919, όσο δηλαδή παρέμεινε η Στρατιά της Ανατολής στο Μακεδονικό Μέτωπο.
Οι παραπάνω φωτογραφίες ανήκουν σ’ αυτή τη σειρά. Τις υπόλοιπες μπορείτε να τις δείτε στο άρθρο Τα κορίτσια της Μπάρας.

Η μπαζίνα

Τον καιρό που ήρθαν στην Ελλάδα οι πρώτοι μετανάστες από την Αλβανία, ένας συμβολαιογράφος έλεγε ότι τον είχε πιάσει μια ακαταμάχητη και ανεξήγητη νοσταλγία για το χωριό του. Θυμόταν λεπτομέρειες από τα παιδικά του χρόνια, το πατρικό σπίτι, τη φτώχεια, τα φαγιά της μάνας του που αυτοσχεδίαζε για να ταΐσει τόσα στόματα, τη σκληρή δουλειά στα χωράφια, το κολάτσισμα κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, το μπελόνιασμα του καπνού… Βρισκόταν στα δεύτερα ήντα και είχε αρχίσει να φοβάται πως αυτή η επίμονη νοσταλγία ήταν σημάδι ότι του έγνεφε ο άγιος Πέτρος. Ώσπου συνειδητοποίησε ότι έφταιγε ο φωταγωγός.
Οι Αλβανοί της πολυκατοικίας έφτιαχναν ένα φαγητό, την μπαζίνα, που είχε χρόνια να γευτεί. Η μυρωδιά της ανέβαινε από τον φωταγωγό και του έφερνε στον νου τον καιρό που ήταν φτωχό παιδί στο χωριό κι έτρωγε τα φαγητά που επινοούσε η φτώχεια, για να γεμίζει το στομάχι.

Μαθητικό συσσίτιο στη Χρυσοβίτσα Ξηρομέρου, το 1968.


Η μπαζίνα ήταν χειμωνιάτικο φαγητό. Φτιαχνόταν στην κατσαρόλα με νερό, αλάτι και καλαμποκάλευρο. Όταν γινόταν μια σφιχτή μάζα, την κατέβαζαν από τη φωτιά. Τσιγάριζαν σ’ ένα τηγάνι ψιλοκομμένα κρεμμύδια με λάδι και τη ζεμάταγαν. Αν υπήρχαν τσιγαρίδες από το χριστουγεννιάτικο γουρούνι ή βούτυρο, η μπαζίνα γινόταν νοστιμότερη. Ύστερα έριχναν από πάνω φέτα τριμμένη στο χέρι.
Η μπαζίνα ήταν χορταστική (στην πραγματικότητα σε στούμπωνε) και την έτρωγαν το πρωί, προτού ξεκινήσουν για τις δουλειές και το σχολείο. Την έτρωγαν και για δείπνο, όταν δεν υπήρχε τίποτε άλλο και πήγαιναν για ύπνο χορτάτοι.