Η Στήλη των Όφεων στον χάρτη της βυζαντινής Θεσσαλονίκης

Ο χάρτης της περίκλειστης Θεσσαλονίκης βρέθηκε στο αρχείο του αρχαιολόγου Adolf Hermann Struck (1877–1911). Ατυχώς κανένα στοιχείο της ταυτότητάς του χάρτη δεν είναι γνωστό. Δεν έχει βρεθεί ούτε το υπόμνημα που επεξηγεί τα αριθμημένα από 1 ώς 80 μνημεία της πόλης. Το μόνο βέβαιο είναι ότι δείχνει τη Θεσσαλονίκη, πριν την οθωμανική κυριαρχία, όπως φανερώνει η απουσία μιναρέδων, η ύπαρξη του Τζερέμπουλου κλπ.
Μπορούμε να εικάσουμε ότι το μνημείο 16, που επιγράφεται Statua, είναι η σημερινή Στήλη των Όφεων. Βρίσκεται επί της Αγίου Δημητρίου, (που ήταν ο πιο σημαντικός δρόμος της πόλης μετά τη Μέση Οδό, δηλαδή την Εγνατία), σε μικρή απόσταση από τη δυτική έξοδο, τη Ληταία Πύλη (2). Ο ευθύς δρόμος, που ξεκινάει από την Πύλη του Γιαλού (7), έχει δεξιά τον Άγιο Μηνά (23) και αριστερά τους Άγιους Αποστόλους (12), σταματάει στην Αγίου Δημητρίου, μπροστά στο άγαλμα. Η θέση του ήταν περίοπτη. Δέσποζε στη συμβολή δύο δρόμων και αιχμαλώτιζε το βλέμμα όσων εισέρχονταν από το λιμάνι και από τη Ληταία Πύλη.

Κρίνοντας από το σχέδιο στον χάρτη, μεταξύ βάθρου και αγάλματος δεν μεσολαβεί κίονας, όπως συνέβαινε με αγάλματα αυτοκρατόρων στη Ρώμη και κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό μειώνει σημαντικά το ύψος του μνημείου από τα 15 με 16 μέτρα, που είχαμε αναφέρει στο άρθρο για τη Στήλη των Όφεων, στο μισό περίπου. Το άγαλμα ήταν στραμμένο προς τη Ληταία Πύλη.


Οι δύο λεπτομέρειες του χάρτη προέρχονται από το άρθρο Μια περιήγηση στη Θεσσαλονίκη των Βενετών, το οποίο τον αναλύει εκτενέστατα.

Η Στήλη των Όφεων

Στην οδό Αγίου Δημητρίου, υπάρχει μια στήλη, η επομονομαζόμενη Στήλη των Όφεων ή Σχιστή Πέτρα. Παρ’ όλο που είναι παμπάλαια, έγινε γνωστή από τον αστικό μύθο που την περιβάλλει.

Ο αστικός μύθος
Ένα παράξενο μνημείο της Θεσσαλονίκης είναι η Στήλη των Όφεων, που βρίσκεται στο πεζοδρόμιο έξω από τον υποσταθμό της ΔΕΗ στην Αγίου Δημητρίου. Πρόκειται για ένα από τα σπάνια όρθια μνημεία των ελληνιστικών χρόνων, ίσως και το μοναδικό, που στα παλιά χρόνια ονομαζόταν Γιλάν Μερμέρ. Ο θρύλος που το συνοδεύει λέει πως ασκεί μυστηριώδη έλξη στα φίδια. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας όλη η γειτονιά του Γιλάν Μερμέρ γέμισε φίδια. Οι άνθρωποι πίστεψαν ότι βγήκαν από το σχίσιμο της πέτρας. Κάλεσαν πρώτα έναν ραβίνο, –μια και η γειτονιά ήταν εβραϊκή–, ο οποίος δεν κατόρθωσε να τα απομακρύνει με τις προσευχές του, οπότε κάλεσαν σε βοήθεια έναν χότζα, που τα απομάκρυνε με εξορκισμό. Από τότε η μαρμάρινη κολόνα ονομάζεται Στήλη των Όφεων.

Σύμφωνα με τον αστικό μύθο η συνοικία γύρω από τη Στήλη των Όφεων λεγόταν Γιλάν Μερμέρ και ήταν εβραϊκή. Όμως, η συνοικία Γιλάν Μερμέρ δεν ήταν εβραϊκή, αλλά τούρκικη. Γιλάν Μερμέρ θα πει «μάρμαρο του φιδιού». Η μόνη εβραϊκή συνοικία που υπήρχε πάνω από την Εγνατία ήταν η Ρόγος, αλλά κι αυτή έφτανε μέχρι την οδό Φιλίππου. Ωστόσο η συνοικία Γιλάν Μερμέρ έχει κάποια σχέση με ντονμέδες (εξισλαμισμένους εβραίους) και φημολογείται ότι εκεί κατοικούσε ο Σαμπετάι Τσεβί, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Θεσσαλονίκη.

Η Στήλη των Όφεων και η οδός Αγίου Δημητρίου, Γενί Καπού καντεσί και αργότερα Μιδάτ πασά, με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά, σε φωτογραφία του 1904. Η Στήλη υψωνόταν πάνω σε τέσσερις βαθμίδες. Από την ανατολική πλευρά ήταν ορατή μία πέμπτη, μισοχωμένη στο έδαφος.

Ο αστικός μύθος αποκτάει ενδιαφέρον, αν τον δει κανείς παράλληλα με ένα μικρό κείμενο της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, που έγραψε η μεγάλη διηγηματογράφος Ἐν Θεσσσαλονίκῃ κατ’ Ὀκτώβριον 1905.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Φτωχαδάκια και λεφτάδες

— Κύριε Τεό, είναι μέρες τώρα που θέλω να σας το πω, αλλά…
— Τι συμβαίνει;
— Η ανάγκη! Τώρα καταλαβαίνω τις γυναίκες που υποκύπτουν.
— Υποκύψατε;
— Ναι.
— Με ποιον υποκύψατε;
— Μ’ έναν άνθρωπο που τον σιχαίνομαι, που μου είναι μισητός, που θα τον βλέπω με φρίκη σ’ όλη μου τη ζωή.
— Γιατί; Δεν υποκύπτει καλά;

Περισσότερα…

Τα κορίτσια της Μπάρας και πάλι

Στην Μπάρα, την ξακουστή μπουρδελογειτονιά στο Βαρδάρι, τα μπορντέλα ήταν καμαρούλες ή μικρά σπιτάκια, όπου η κάθε κοπέλα δούλευε μόνη της. Ο Ηλίας Πετρόπουλος χαρακτηρίζει την Μπάρα μπουρδέλο-πολιτεία – η μοναδική που υπήρχε στην Ελλάδα. Τα Βούρλα ήταν μπορντέλο στρατώνας και «η γνωστή Τρούμπα δεν ήταν παρά μια απλή μπουρδελογειτονιά. Η Μπάρα της Θεσσαλονίκης υπήρξε ένα ολόκληρο μπουρδελοβαρόσι, μια ολόκληρη μικρή πολιτεία εκτός τειχών. Ασφαλώς, θα πρέπει να υπάρχει κάποια προϊστορία της Μπάρας, μα την αγνοούμε. Η Μπάρα γενικώς καταλάμβανε την περιοχή που περικλείεται μεταξύ των οδών Λαγκαδά και Μοναστηρίου, και έφτανε σχεδόν ως τον σημερινό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης. Μερικοί δρόμοι της Μπάρας είχανε μεγάλη φήμη: Αφροδίτης, Βάκχου, πάροδος Βάκχου».

«Στην Μπάρα, ανάμεσα στο μπουρδέλα, υπήρχαν και σπίτια νοικοκυραίων. Στην πόρτα αυτών των σπιτιών έβλεπες ανηρτημένη την επιγραφή: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ. Κανένας πελάτης δεν ενοχλούσε ποτέ αυτά τα σπίτια».

Η Μπάρα γνώρισε δύο περιόδους ακμής. Την πολεμική περίοδο 1912-1918 και κατά την επίσης πολεμική περίοδο 1940-1949. Από το 1949 και μετά ξέφτισε για πάντα.

Πελάτες των σπιτιών της Μπάρας στην περίοδο 1912-1918 ήταν η ξελιγωμένη φανταρία – Έλληνες και οι πολυεθνείς στρατιές των Συμμάχων. Στη δεύτερη περίοδο γνώρισε ακμή «από τις βίζιτες των αγροτών, που κατέβαζαν τα προϊόντα τους στην πεινασμένη Θεσσαλονίκη, από τις βίζιτες των ταγματασφαλιτών και μαυραγοριτών, από τις βίζιτες των στρατιωτών και ανταρτοπλήκτων του εμφυλίου πολέμου».

Ανάμεσα στις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν την περίοδο της πρώτης δόξας «υπάρχουν μερικές σ υ ν τ α ρ α κ τ ι κ έ ς φωτογραφίες πορνών της Μπάρας».
Αυτές κι άλλες πολλές σπάνιες πληροφορίες για τη μοναδική Μπάρα δίνει ο Πετρόπουλος στο βιβλίο του Το μπουρδέλο.
Τον Νοέμβριο του 1985, η Πολιτιστική Εταιρεία Πανόραμα ανατύπωσε τη σειρά των 21 καρτ ποστάλ, που παρουσίαζαν την Μπάρα και που τραβήχτηκαν μεταξύ 1915 και 1919, όσο δηλαδή παρέμεινε η Στρατιά της Ανατολής στο Μακεδονικό Μέτωπο.
Οι παραπάνω φωτογραφίες ανήκουν σ’ αυτή τη σειρά. Τις υπόλοιπες μπορείτε να τις δείτε στο άρθρο Τα κορίτσια της Μπάρας.

Η μπαζίνα

Τον καιρό που ήρθαν στην Ελλάδα οι πρώτοι μετανάστες από την Αλβανία, ένας συμβολαιογράφος έλεγε ότι τον είχε πιάσει μια ακαταμάχητη και ανεξήγητη νοσταλγία για το χωριό του. Θυμόταν λεπτομέρειες από τα παιδικά του χρόνια, το πατρικό σπίτι, τη φτώχεια, τα φαγιά της μάνας του που αυτοσχεδίαζε για να ταΐσει τόσα στόματα, τη σκληρή δουλειά στα χωράφια, το κολάτσισμα κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, το μπελόνιασμα του καπνού… Βρισκόταν στα δεύτερα ήντα και είχε αρχίσει να φοβάται πως αυτή η επίμονη νοσταλγία ήταν σημάδι ότι του έγνεφε ο άγιος Πέτρος. Ώσπου συνειδητοποίησε ότι έφταιγε ο φωταγωγός.
Οι Αλβανοί της πολυκατοικίας έφτιαχναν ένα φαγητό, την μπαζίνα, που είχε χρόνια να γευτεί. Η μυρωδιά της ανέβαινε από τον φωταγωγό και του έφερνε στον νου τον καιρό που ήταν φτωχό παιδί στο χωριό κι έτρωγε τα φαγητά που επινοούσε η φτώχεια, για να γεμίζει το στομάχι.

Μαθητικό συσσίτιο στη Χρυσοβίτσα Ξηρομέρου, το 1968.


Η μπαζίνα ήταν χειμωνιάτικο φαγητό. Φτιαχνόταν στην κατσαρόλα με νερό, αλάτι και καλαμποκάλευρο. Όταν γινόταν μια σφιχτή μάζα, την κατέβαζαν από τη φωτιά. Τσιγάριζαν σ’ ένα τηγάνι ψιλοκομμένα κρεμμύδια με λάδι και τη ζεμάταγαν. Αν υπήρχαν τσιγαρίδες από το χριστουγεννιάτικο γουρούνι ή βούτυρο, η μπαζίνα γινόταν νοστιμότερη. Ύστερα έριχναν από πάνω φέτα τριμμένη στο χέρι.
Η μπαζίνα ήταν χορταστική (στην πραγματικότητα σε στούμπωνε) και την έτρωγαν το πρωί, προτού ξεκινήσουν για τις δουλειές και το σχολείο. Την έτρωγαν και για δείπνο, όταν δεν υπήρχε τίποτε άλλο και πήγαιναν για ύπνο χορτάτοι.

Ο Ιππόδρομος του Φαλήρου (δεν είχαμε κι άλλον).

Κατεβαίνοντας τη Συγγρού, στο Δέλτα του Φαλήρου, συναντούσε κανείς τον Ιππόδρομο, με τη χαρακτηριστική πράσινη περίφραξή του. Κατασκευάστηκε τη δεκαετία του ’20 και άρχισε να λειτουργεί τον Απρίλιο του 1925.
Στις 20 Απριλίου έγιναν τα εγκαίνια και μαζεύτηκε όλη η Αθήνα. Υπουργοί, βουλευτές, διπλωμάτες, αξιωματικοί, μεγαλοαστοί, κοσμικοί, δημοσιογράφοι, ηθοποιοί… Άνθρωποι από τις πλούσιες συνοικίες, τις λαϊκές γειτονιές και τους προσφυγικούς συνοικισμούς. «Πλήρης ισότης και ισοπέδωσις των τάξεων». Τουλάχιστον πενήντα χιλιάδες άνθρωποι, από τους οποίους οι είκοσι χιλιάδες πλήρωσαν εισιτήριο και οι υπόλοιποι ήταν τζαμπατζήδες.

1926

Συνεχίστε το διάβασμα

Ταβέρνα Τα Κούτσουρα

Οι παλιές ταβέρνες συνήθως βρίσκονταν σε μάντρες και ουσιαστικά ήταν υπαίθριες. Ήταν σκεπασμένες, αλλά δεν είχαν απαραιτήτως τέσσερις τοίχους. Ένας ή δύο τοίχοι της ταβέρνας, οι τοίχοι των διπλανών σπιτιών και μερικά δέντρα, αν υπήρχαν, έκοβαν κάπως τον αέρα. Για τα μεγάλα κρύα είχαν ένα καμαράκι, το χειμωνιάτικο. Τη φήμη και την πελατεία τους την κράταγαν με το αγνό κρασί.
Οι ταβέρνες ήταν ανδροκρατούμενες και οι γυναίκες που πέρναγαν το κατώφλι τους ή ανήκαν στο κοινωνικό περιθώριο ή ήταν αγανακτισμένες σύζυγοι που πήγαιναν να μαζέψουν τον ανεπρόκοπο.

Ο μάγκας χορεύει στην ταβέρνα σηκώνοντας το τραπέζι με τα δόντια.
Σκηνή από την ταινία «Οι απάχηδες των Αθηνών», του 1930.

Η καλή κοινωνία θεωρούσε τις ταβέρνες πρόστυχα κέντρα και τους θαμώνες περιθωριακούς. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε κυρίες με τουαλέτες και κυρίους με σμόκιν να πηγαίνουν, αργά τη νύχτα, στις μάντρες, για να πιούν ένα κατοσταράκι. Τα μεγαλοαστικά σουπέ γίνονταν σε απόκεντρες μάντρες. Οι λαϊκοί θαμώνες ανέχονταν τη συνύπαρξη με μεγάλη απροθυμία.

Διαβάστε τη συνέχεια

Το καφενείο Σουφλίον και το Άσυλο του Παιδιού

Στην παραπάνω φωτογραφία φαίνεται το Σιντριβάνι φωτογραφημένο από τη λεωφόρο Χαμιδιέ (σήμερα λεωφόρο Εθνικής Άμυνας). Οι γραμμές του τραμ στρίβουν στην Εγνατία.
Τον δρόμο που διέσχιζε την πόλη από το Βαρδάρι μέχρι το Σιντριβάνι άλλοι τον έλεγαν Τζατέ Γιολ, άλλοι Κάγιε Άντσα και άλλοι Φαρδύ Δρόμο. Σε χάρτη της εποχής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αναφέρεται ως Rue du Vardar. Τελικώς ονομάστηκε Εγνατία Οδός.
Το κτίριο αριστερά στέγαζε το καφενείο του Σουκρή-μπεη και αργότερα το καφενείο του Μήττα. Δεξιά, στον περιφραγμένο κήπο, ήταν το καφεζυθοπωλείο Σουφλίον, στο οποίο σύχναζε η διανόηση της εποχής. Ανάμεσα στους τακτικούς πελάτες του ήταν και ο Πέτρος Ν. Παπαγεωργίου.

Στο άκρο αριστερά φαίνεται η ταμπέλα και η είσοδος του καφεζυθοπωλείου Σουφλίον. Στο βάθος τα ντονμέδικα και τα εβραϊκά μνήματα.

Φωτογραφία του 1889. Πίσω από το Σιντριβάνι διακρίνεται ο κήπος του καφενείου Σουφλίον δίπλα στα ντονμέδικα μνήματα.

Το καφενείο Σουφλίον έπαψε να υπάρχει το 1923. Στη θέση του χτίστηκε, το 1925, το Άσυλο του Παιδιού. Το παλιό κτίριο του Ασύλου καταστράφηκε στον σεισμό του 1978.

Το Άσυλο του Παιδιού. Στο βάθος αριστερά, στην πρώτη φωτογραφία, διακρίνεται ο ναός του Αγίου Υπατίου. Στη θέση του ανεγέρθηκε η Παναγία η Δεξιά.

Διαβάστε ακόμα:
Η Χαμιδιέ, τα σουλτανικά και το Σιντριβάνι
Χαμιδιέ με Εγνατία, στο Σιντριβάνι

Το Μπράσο και ο μπράσερ

Το Brasso είναι βερνίκι που καθαρίζει και γυαλίζει αντικείμενα από χαλκό, ορείχαλκο, χρώμιο και ανοξείδωτο ατσάλι. Φτιάχτηκε στη Βρετανία από την εταιρεία Reckitt & Sons το 1905.

Το Βrasso είναι εύφλεκτο. Οι σιδηροδρομικές εταιρείες το χαρακτήριζαν επικίνδυνο εμπόρευμα και χρέωναν πολύ ακριβά τη μεταφορά του. Στην ταινία Σαμποτάζ (1936) του Χίτσκοκ, ο εισπράκτορας κάνει χάρη στο αγόρι, που κρατάει δύο μπομπίνες κινηματογραφικής ταινίας, και το αφήνει ν’ ανέβει στο κόκκινο διώροφο λεωφορείο, παρ’ όλο που κάτι τέτοιο απαγορευόταν, γιατί το φιλμ ως εύφλεκτο υλικό, είχε χαρακτηριστεί επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια.
Παρ’ όλες τις δυσκολίες, το Βrasso είχε μεγάλη επιτυχία στη Βρετανία και σύντομα εκτόπισε άλλα παρεμφερή προϊόντα.

Διαβάστε τη συνέχεια