Τη δροσιά του να ’χεις!

Η βρύση Ικί Λουλέ τζαμί με το μεγάλο πλατάνι της βρισκόταν στη συμβολή των σημερινών οδών Ολύμπου και υπουργού Φιλίππου Δραγούμη. Εκεί ήταν και το Ικί Λουλέ τζαμί.

Οι μουσουλμάνοι σέβονταν πολύ το θείο δώρο του νερού κι έχτιζαν βρύσες για συγχώριο, για να δροσίζονται οι διαβάτες και να εύχονται για την ψυχή του δωρητή ή εκείνου στον οποίο ήταν αφιερωμένη η βρύση. Τα ονόματά τους αναφέρονταν στο χρονόγραμμα.

Η κρήνη της Ναμικά Χανούμ ή Κόκκινη Βρύση, λόγω των κατακόκκινων τούβλων της, σώζεται στην οδό Ακροπόλεως. Το χρονόγραμμα γράφει: «Αυτή είναι η βρύση της μακαρίτισσας Ναμικά Χανούμ, εγγονής του μουφτή Ιμπραήμ μπέη. [Πείτε] μια προσευχή για την ψυχή της. Έτος 1328», δηλαδή έτος 1910.

Σε κάθε πολυσύχναστο δρόμο, σε σταυροδρόμια, σε γειτονιές, δίπλα σε τζαμιά, μεντρεσέδες, ιμαρέτ, τουρμπέδες και τεκέδες της Θεσσαλονίκης υπήρχε και μία κρήνη με τρεχούμενο καθαρό νερό. Ξεδίψαγαν οι περαστικοί και έπαιρναν νερό τα νοικοκυριά.

Διαβάστε τη συνέχεια

Οβομαλτίνη σε κόμικ και κόμικ-στριπ

Έχουμε ξαναμιλήσει για την Οβομαλτίνη, κυρίως γιατί οι (εισαγόμενες) διαφημίσεις της ήταν σε μορφή κόμικς, πράγμα πρωτότυπο για τη δεκαετία του ’30.

1938

Το θέμα είναι ένα ανόρεχτο αγόρι, που συνεχώς χάνει βάρος και δυνάμεις απελπίζοντας τους δικούς του. Όλα αλλάζουν εντυπωσιακά, μόλις δοκιμάζει την Οβομαλτίνη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Μπισκότα Παπαδοπούλου – νόστιμα και τραγανά από το 1922 μέχρι σήμερα

Το 1916 η μητέρα μιας φτωχής ελληνικής οικογένειας της Πόλης, η Μαρία Παπαδοπούλου, για να βοηθήσει τα οικονομικά του σπιτιού, φτιάχνει κάθε μέρα μπισκότα βουτύρου και οι τρεις γιοί, ο Ευάγγελος, ο Νικόλαος και ο Θεόφιλος, γεμίζουν τα καλάθια τους και τα πουλάνε στους δρόμους. Είναι φρέσκα, νόστιμα, τραγανά και δεν λιγώνουν, γιατί δεν έχουν πολλή ζάχαρη. Το όνομά τους είναι γαλλικό: Πτι Μπέρ. Μικρά μπισκότα βουτύρου. Ο Γιάννης, ο πατέρας, που είναι ξυλουργός, φτιάχνει μια ξύλινη σφραγίδα και τα μπισκότα γίνονται αναγνωρίσιμα από το σχήμα, το σχέδιο και το όνομά τους.
Το 1922, στον μεγάλο ξεριζωμό, η μητέρα με τα τρία αγόρια μπαίνουν σ’ ένα καράβι με προορισμό τη Μασσαλία. Το πλοίο σταματάει μερικές μέρες στον Πειραιά για ανεφοδιασμό. Η οικογένεια κατεβαίνει για να γνωρίσει την πόλη, όπου με έκπληξη διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι δεν γνωρίζουν τι εστί μπισκότο.
Για την ακρίβεια οι Έλληνες γνωρίζουν το γαλλικό biscotte και το ιταλικό biscotto, δηλαδή τη φρυγανιά, που είναι νόστιμη και τραγανή, κλάσεις ανώτερη από το φρυγμένο ψωμί, αλλά δεν είναι γλύκισμα.
Αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει τα σχέδια· το ταξίδι για τη Μασσαλία ματαιώνεται και η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αθήνα.

Διαβάστε τη συνέχεια

«Που ’ναι, μπάρμπα, τ’ αραπάκια;»

Η παγκόσμια κατακραυγή, που ξέσπασε μετά τη ρατσιστική δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ στις 25 Μαΐου στη Μινεάπολη, πυροδότησε μεγάλες αλλαγές. Σε Αμερική και Ευρώπη έπεσαν αγάλματα ευυπόληπτων καθαρμάτωναποικιοκρατών και δουλέμπορων. Καιρός ήταν!
Διάφορες εταιρείες, για να συμβάλλουν στην εξάλειψη των φυλετικών ανισοτήτων, σχεδιάζουν ν’ αντικαταστήσουν τα λογότυπα που τις διαιωνίζουν. Και πολύ καλά θα κάνουν.
Στην Ελλάδα, ο μπάρμπα-Μπεν πέρασε μάλλον σαν εξωτική φιγούρα και οι περισσότεροι τον αντιμετώπιζαν όπως τον Κουάκερο στη συσκευασία του Κουάκερ. Ούτε κρύο ούτε ζέστη. Τα πιτσιρίκια, όμως, που είχαν διαβάσει την «Καλύβα του Μπάρμπα-Θωμά», μπερδεύονταν και απορούσαν.
Μπάρμπα-Μπεν, δεν θα μας λείψεις. Όπως δεν μας έλειψε και το αραπάκι από την Ελβετία.

1959


Ο τίτλος είναι από το τραγούδι «Κυριακή», του άλμπουμ Τα τραγούδια του Καραγκιόζη, των Κραουνάκη-Κακουλίδη, 1996. Το ερμηνεύει ο Στέλιος Διονυσίου.

Η ανεπανάληπτη Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου

Στο άρθρο για τα «αντρικά», είχα υποσχεθεί φωτογραφία της Αγγέλας Λυκιαρδοπούλου στη χαρακτηριστική και πρωτοποριακή για την εποχή εμφάνισή της με σμόκιν.
Ιδού η ανεπανάληπτη Αγγέλα και λίγα λόγια για τη ζωή της.

Η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου ήταν η πρώτη Ελληνίδα καλλιτέχνιδα που εμφανίστηκε επί σκηνής φορώντας σμόκιν. (Φωτογραφία από το αρχείο του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου).

Συνεχίστε! Έχει κι άλλο…

Ο μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς, ο τενόρος, το σουξέ και η πονηρή Κολούμπια

Ο μπάρμπα-Γιάννης ο κανατάς ήταν τύπος της Παλιάς Αθήνας. Οι παππούδες των παππούδων των σύγχρονων Γκάγκαρων μπορεί και να τον γνώρισαν προσωπικά. Οι υπόλοιποι γνώρισαν τη φήμη του και το τραγούδι που γράφτηκε γι’ αυτόν, περί το 1870, από τον αρχιμουσικό της Βασιλικής Φρουράς Ανδρέα Σάιλερ, που διασκεύασε μια ιταλική μελωδία.
Τα χρόνια πέρασαν, η Παλιά Αθήνα έσβησε και ο μπάρμπα-Γιάννης ξεχάστηκε. Ώσπου, το 1933, ο τενόρος και συνθέτης Πέτρος Επιτροπάκης ανέσυρε από τη λήθη το παλιό τραγούδι, το διασκεύασε και το τραγούδησε σε μία ανεπανάληπτη, λυρική και ταυτόχρονα χιουμοριστική, εκτέλεση. Σε χρόνο ρεκόρ έγινε τεράστια επιτυχία, σε σημείο να ξεπεράσει το αθάνατο «Γελεκάκι» του Ολλανδέζου.

Η παρτιτούρα του τραγουδιού εκδόθηκε από τον Μουσικό Οίκο Γαϊτάνου.
(Φωτογραφία από το αρχείο του ΕΛΙΑ).

Το έπαιζαν στο πιάνο οι κόρες των καλών οικογενειών, το τραγουδούσαν οι συντροφιές «στις μάντρες της αθηναϊκής γειτονιάς που λέγονται ταβέρνες», το έλεγαν οι κανταδόροι (που τους κυνηγούσε η αστυνομία, γιατί κάποιος σοφός νους είχε αποφασίσει ότι τα άσματα διατάρασσαν την τάξη), το έπαιζαν τα γραμμόφωνα. Γενικά, όλη η Αθήνα τραγουδούσε «μπάρμπα Γιάννη κανατά».
Σε λίγο, λόγω της επιτυχίας του τραγουδιού, οι εφημερίδες άρχισαν να γράφουν για τον ξεχασμένο τύπο της Παλιάς Αθήνας, που τον θυμήθηκε και τον ανάστησε η σύγχρονη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Οι καλλιτέχνες κάνουν καλό στην ψυχή – Κωνσταντίνος Ξενάκης (1931-2020)

Θα ήθελα να σας πω για έναν συναρπαστικό άνθρωπο που γνώρισα και που εδώ και λίγες μέρες δεν βρίσκεται ανάμεσά μας.
Τους δρόμους μας διασταύρωσε η γέφυρα ανθρώπων και πολιτισμών, ο Λευκάδιος Χερν. Ο Κωνσταντίνος Ξενάκης είχε έρθει στην προβολή της ταινίας Καϊντάν. Προλόγιζα την ταινία και εξέθετα το πορτρέτο του Λευκάδιου. Ήταν μεγάλη τιμή ο ερχομός του και μεγάλη χαρά η γνωριμία του.

Με τον Κωνσταντίνο Ξενάκη στο φουαγιέ του Cinemarian, 14 Φεβρουαρίου 2015.
Περισσότερα για την αξέχαστη βραδιά ΕΔΩ.

«Να αναπτύξεις το θέμα αφίσα. Σου πάει πολύ», μου πρότεινε.
Συμφωνήσαμε να τα ξαναπούμε. Σε λίγες μέρες συναντηθήκαμε στο ταβερνάκι δίπλα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Φάγαμε, ήπιαμε και μιλήσαμε σ’ ένα ταξίδι από την Αίγυπτο στο Παρίσι, από τις πανανθρώπινες αξίες στην τέχνη, στα ιερογλυφικά, στα κάντζι, στη νιότη και στην ωριμότητα, στον άνθρωπο. Ο λόγος έρεε κι η ώρα πέρασε τόσο γρήγορα!
Ήταν αργά όταν καληνυχτιστήκαμε. Εκείνος θα γύριζε σπίτι. Είχε κουραστεί.
Εμένα δεν με χωρούσε ούτε το σπίτι μου ούτε όλη η Αθήνα. Κάτι μαγικό είχε συμβεί και μ’ έπαιρνε μαζί του. Η χειμωνιάτικη βραδιά ήταν γλυκιά κι έκανα χιλιόμετρα με τη μηχανή.
Αυτό λοιπόν είναι ο αυθεντικός καλλιτέχνης. Ένας έρωτας που σε συνεπαίρνει, σε στροβιλίζει σ’ έναν κόσμο με ελπίδα, με φως, με έμπνευση, με μηνύματα και οράματα κι όταν ξαναπατάς στη γη, δεν είσαι εντελώς ο ίδιος άνθρωπος, αφού με ανανεωμένη δύναμη μπορείς ν’ αναζητήσεις αυτό που μένει για πάντα αληθινό.

Ο τσεσμές, ο τουρμπές και το φάντασμα

Η υδατογραφία δείχνει τη συμβολή των οδών Κασσάνδρου και Προφήτη Ηλία. Αριστερά ένα τούρκικο μπακάλικο και δεξιά η Χρυσή Κρήνη. Το κτίσμα με το καφασωτό παράθυρο, πίσω από τον τσεσμέ, είναι ο τουρμπές του Τσενέντ μπαμπά. Τουρμπές και μαραμπούτ είναι συνώνυμες λέξεις και σημαίνουν ταφικό μνημείο. Οι λεζάντες κάποιων καρτ ποστάλ αναφέρουν την κρήνη και τη συνοικία ως Μαραμπούτ. Πρόκειται για τη συνοικία Εσκί Σεράι. Πάνω αριστερά διακρίνεται ο μιναρές του Εσκί Σεράι τζαμιού, του προφήτη Ηλία.

Ξεκίνησα γλυκά με αυτή την όμορφη υδατογραφία, για να φτάσω στην επόμενη φωτογραφία, που δείχνει από πιο κοντά την κρήνη και τον τουρμπέ.

Καρτ ποστάλ με την κρήνη και τον τουρμπέ της συνοικίας Εσκί Σεράι, που η λεζάντα την αναφέρει ως συνοικία Μαραμπούτ.

Κάθε φορά που την κοίταζα, είχα την αίσθηση ότι έβλεπα κάποια μορφή ν’ αχνοφαίνεται πίσω από το καφασωτό του τουρμπέ. Το φάντασμα του τάφου, ίσως;

Διαβάστε τη συνέχεια

Η Υπέρεια Κρήνη

Η Υπέρεια Κρήνη στο Βελεστίνο. Από το βιβλίο του Έντουαρντ Ντόντγουελ (Edward Dodwell) Views in Greece, που εκδόθηκε το 1819.

Ο υδάτινος θησαυρός της πηγής με τα θεραπευτικά νερά, που λουζόταν η Ήρα για να ξαναβρεί την παρθενιά της, που σχημάτιζε μια πανέμορφη λίμνη περιτριγυρισμένη από καταπράσινα πλατάνια, που γύριζε μύλους, πότιζε περιβόλια και πανάρχαια δέντρα και στο πέρασμά του πρόσφερε, για χιλιάδες χρόνια, ομορφιά, προκοπή κι ευδαιμονία, προτού χυθεί στη λίμνη Κάρλα, δεν υπάρχει πια. Το 1998, χρονιά εορτασμού των 200 χρόνων από τον μαρτυρικό θάνατο του Ρήγα, στις 13 Ιουλίου, η πανάρχαιη πηγή στέρεψε. Εγκληματική ιστορική, πολιτιστική και περιβαλλοντική καταστροφή, έργο της ανθρώπινης απληστίας και των γεωτρήσεων.


ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε ένα κείμενο για την καταστροφή της Υπέρειας Κρήνης του συγγραφέα και πρώην δημάρχου Βελεστίνου Βασίλη Καραμπερόπουλου.