Μίκης Θεοδωράκης, ο δικός μας, ο παγκόσμιος

Κηδεύεται σήμερα ο Μίκης Θεοδωράκης στα κρητικά χώματα που αγάπησε βαθιά. Στον Γαλατά των Χανιών.
Ψηλή κορφή του πολιτισμού, του τόπου μας και του Αντιστασιακού Αγώνα. Ο τελευταίος μεγάλος της ηρωικής γενιάς που έκανε την υπέρβαση τρόπο ζωής.
Τον αποχαιρετάμε με βαθιά ευγνωμοσύνη και ανείπωτη συγκίνηση.
Συμπορευτήκαμε σ’ αυτή τη γη κι ας μη συναντηθήκαμε.
Ανήκουμε στο ίδιο παρελθόν.
Οραματιζόμαστε ένα ειρηνικό μέλλον, με δημοκρατία, ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία.
Εργαζόμαστε και αγωνιζόμαστε.
Το έργο του μας εμπνέει.


Έφερες την ποίηση στο τραπέζι του λαού, πλάι στο ποτήρι και το ψωμί του
Το κείμενο του επικήδειου που εκφώνησε ο γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας, χτες στη Μητρόπολη, μπροστά στο φέρετρο του Μίκη.
ΕΔΩ το βίντεο.

Κέρατα, μέρατα, διαλυμένοι γάμοι και παράνομες οικογένειες

Την εποχή που οδηγήθηκε ο Χάρης Ζάβαλος στο αστυνομικό τμήμα τυλιγμένος με σεντόνι, η μοιχεία ήταν ποινικό αδίκημα.

Ποινικός Κώδικας 1978.

Βάρβαρες σκηνές με εισβολή αστυνομικών στον χώρο συνεύρεσης των εραστών, γυμνές φωτογραφίες τους παρά τη θέλησή τους, σύλληψη χωρίς να τους επιτρέπεται να ντυθούν, παραμονή στο αστυνομικό τμήμα, κατάθεση μήνυσης και το πρωί δίκη με τη διαδικασία του αυτόφωρου ήταν ο τρόπος που διάλεγαν να εξευτελίσουν, αλλά και να εξευτελιστούν, οι σύζυγοι που υποψιάζονταν ότι το ταίρι τους είχε εξωσυζυγική σχέση και ήθελαν να το τσακώσουν στα πράσα για να ζητήσουν διαζύγιο. Η αξιοπρέπεια των εμπλεκομένων πήγαινε περίπατο.

Διαβάστε τη συνέχεια…

Η μοτοσικλέτα

Κατοχή. Κάπου στην Αιτωλοακαρνανία. Κάποια νύχτα, μια ομάδα αντάρτες περπατούσε αθόρυβα για να φτάσει σε καταφύγιο. Απόλυτη ησυχία τριγύρω και μεταξύ τους ούτε ψίθυρος για να μην προδοθούν. Ξάφνου, ένας τους αλαφιάστηκε. Άκουσε θόρυβο μοτοσικλέτας. «Γερμανοί!», σκέφτηκε. Σε λίγο άκουσαν κι οι άλλοι ίδιο θόρυβο. Κάποιος έβαλε το αυτί του στο χώμα και σιγουρεύτηκε. Κοιτάχτηκαν με αγωνία. «Γερμανική μοτοσικλέτα έρχεται». Συνέχισαν τον δρόμο τους καρδιοχτυπώντας και ο ήχος της μηχανής τους ακολουθούσε. Η μηχανή όμως δεν φαινόταν. Ξαναστάθηκαν. Ο ήχος στάθηκε κι αυτός.
Μια φουκαριάρα γάτα, ευχαριστημένη που βρήκε ανθρώπους, τους είχε πάρει από πίσω και γουργούριζε.
Αναστέναξαν ανακουφισμένοι και της πέταξαν πέτρες να τη διώξουν.


Η φωτογραφία είναι από την ομάδα του fb Αιτωλία και Ακαρνανία στο πέρασμα του χρόνου, Aetolia Acarnania tempus και δείχνει γερμανούς μοτοσικλετιστές στις στροφές στα Ρέτσινα, κοντά στην Αγριλιά, στον δρόμο για το Μεσολόγγι, τον Απρίλιο του 1941. Στο βάθος δεξιά είναι η Βαράσοβα.

Ο Καραφωτιάς

Θα ήθελα να σας πω μια παλιά ιστορία, τόσο απλή που θα μπορούσε να είναι φτιαχτή. Είναι όμως πέρα για πέρα αληθινή, μόνο που κανένας δεν ζει πια για να το βεβαιώσει. Ας είναι ελαφρύ το χώμα τους!

Ο Περικλής, ο επονομαζόμενος και Καραφωτιάς, είχε έναν αδερφό εξόριστο στη Μακρόνησο, τον Νάσο. Ο Νάσος ήταν ο μορφωμένος της οικογένειας και είχε αφηγηθεί στ’ αδέρφια του ιστορίες από τον Όμηρο και τη μυθολογία. Του Καραφωτιά τού είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ο Οδυσσέας, που όταν σκότωσε τους μνηστήρες, θειάφισε το ανάκτορο για να φύγουν τα δαιμόνια. Μια και δυο ο Καραφωτιάς πήρε και θειάφισε το σπίτι τους, για να διώξει τα κακά πνεύματα. Δέκα μέρες κοιμόντουσαν σε συγγενικά σπίτια μέχρι να ξεμυρίσει το δικό τους.
Κάποια μέρα του την έδωσε και ξεκίνησε να πάει να βρει τον αδερφό του, που αναβαπτιζόταν στα νάματα της Μακρονήσου. Έφτασε –ποιος ξέρει με πόσους κόπους– από το Αγρίνιο στο Λαύριο, αλλά εκεί σταμάτησε. Οι φρουροί δεν τον άφηναν να περάσει απέναντι. Ο Καραφωτιάς φώναζε, χειρονομούσε, έσπρωχνε, απαιτούσε, απειλούσε, μούτρωνε, χτυπούσε τα πόδια, προσπαθούσε να ξεγλιστρήσει μπας και χωθεί σε κανένα πλεούμενο και περάσει απέναντι στη Μακρόνησο.
Ξαφνικά κοκάλωσε. Παράτησε τους φρουρούς κι έτρεξε σαν βολίδα προς το καραβάκι που εκείνη τη στιγμή έμπαινε στο λιμάνι. Αυτό ακριβώς το καραβάκι έφερνε τον αδερφό του, ελεύθερο πια, στο λιμάνι του Λαυρίου. Ο Νάσος που δεν έλπιζε ότι θα τον περίμενε κανένας, με γέλιο μαζί και δάκρυ έβλεπε από την κουπαστή την πρώτη εικόνα της ελευθερίας του, που δεν την ξέχασε ποτέ: τον αδερφό του να καυγαδίζει με τους φρουρούς.
— Να, σου ’φερα νερό, του είπε ο Καραφωτιάς, που ήξερε ότι το καθαρό νερό ήταν καλοδεχούμενο δώρο, επειδή το νερό του Λαυρίου είχε μολύβι και μαύριζε τα δόντια.
Σφιχταγκαλιάστηκαν.

Λίλη Παπαγιάννη και «Βαθιά γαλάζια θάλασσα»

Την έχουμε γνωρίσει μέσα από παλιές αγαπημένες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Ήταν η Αθηνάαα στο «Δεσποινίς διευθυντής», η αδελφή του ζόρικου γαμπρού στο «Μια τρελή τρελή οικογένεια», η γυναίκα του τσεκουράτου στο «Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα», η αντροχωρίστρα στη «Χαρτοπαίκτρα».
Όμορφη, κομψή, πολύ ξεχωριστή και εξαιρετική ηθοποιός.

Πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση το 1959 στην ταινία «Νταντά με το ζόρι».

Από το 1958 μέχρι το 1988 έπαιξε στο θέατρο, συμμετέχοντας σε διάφορους θιάσους, ως συνθιασάρχης με τον σύζυγό της Ανδρέα Φιλιππίδη, και στη συνέχεια συνεργάστηκε με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και με το Εθνικό Θέατρο.

Μια σπουδαία καταγραφή του ταλέντου της, που σώζεται στο αρχείο της ΕΡΤ, είναι η ερμηνεία του ρόλου της Έστερ, στο έργο του Τέρενς Ράτιγκαν «Βαθιά γαλάζια θάλασσα».

«Βαθιά γαλάζια θάλασσα», 1978.

Η Έστερ είναι απόλυτα τραγική, καθώς βρίσκεται ανάμεσα στον διάβολο και στη βαθιά γαλάζια θάλασσα. Ο πρωτότυπος τίτλος του έργου είναι Between the devil and the deep blue sea, μια έκφραση που αποδίδεται με την αντίστοιχη ελληνική «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».
Μαζί της ο Ανδρέας Φιλιππίδης στον ρόλο του σερ Ουίλιαμ, του συζύγου, ενώ τον παράξενο κύριο Μίλερ ενσαρκώνει ο Βασίλης Ανδρεόπουλος.

Ο Γιάννης Κατράνης παίζει τον ρόλο του Φρέντι Πάρκερ, του εραστή.
Παίζουν ακόμα η Λουίζα Ποδηματά (η σπιτονοικοκυρά κυρία Έλτον), ο Κώστας Κοντογιάννης και η Κατερίνα Μαραγκού (ένα ζευγάρι των γειτόνων) και ο Γιώργος Γεωγλερής (Τζάκι, φίλος του Φρέντι).

Το έργο γυρίστηκε το 1978 για την τηλεοπτική εκπομπή Το θέατρο της Δευτέρας. Η μετάφραση είναι του Μάριου Πλωρίτη και η σκηνοθεσία του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Αν δεν το έχετε δει, θα το βρείτε ΕΔΩ.


Για την ιστορία ας αναφέρω ότι το έργο γράφτηκε το 1952 και παίχτηκε στο Λονδίνο με μεγάλη επιτυχία. Στην Ελλάδα ανέβηκε για πρώτη φορά στις 4 Σεπτεμβρίου 1953, από τον θίασο Λαμπέτη, Παππά, Χορν, στο θέατρο Παλλάς. Μετάφραση και σκηνοθεσία του Μάριου Πλωρίτη και σκηνικά του Γιάννη Τσαρούχη.

Έστερ η Έλλη Λαμπέτη, Φρέντι ο Δημήτρης Χορν, σερ Ουίλιαμ ο Γιώργος Παππάς και κύριος Μίλερ ο Λυκούργος Καλλέργης.

Ο λεμονατζής

Λεμονατζής στη Θεσσαλονίκη, σε αυτοχρωμική φωτογραφία του 1913.

Τώρα το καλοκαίρι μία δροσερή λεμονάδα, από φυσικό χυμό λεμονιού, είναι το καλύτερο αναψυκτικό. Το λεμόνι, πέρα από τις διάφορες ιδιότητές του –τόσο ωφέλιμες ώστε πολλοί το χαρακτηρίζουν φάρμακο– έχει και την ιδιότητα να κόβει τη δίψα.
Σ’ ένα μαγέρικο στην Ξάνθη, έμαθα το κοκκινιστό σπανακόρυζο. Δεν ήξερα ότι γίνεται κι έτσι. Ήρθε το πιάτο με μισό λεμόνι στην άκρη. «Κοκκινιστό με λεμόνι;» αναρωτήθηκα. «Το σπανάκι φέρνει δίψα. Το λεμόνι την κόβει», μου εξήγησαν.
Τα παλιά σερβίτσια διέθεταν ποτήρια λεμονάδας. Ήταν ελαφρώς μικρότερα από τα ποτήρια του νερού. Η πρόσκληση για λεμονάδα, ήταν μια ευκαιρία για συγκέντρωση σε κήπους, βεράντες και μπαλκόνια, τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Οι πελάτες του πλανόδιου λεμονατζή έπιναν τη λεμονάδα τους σ’ ένα από τα τρία-τέσσερα ποτήρια που είχε ο πουλητής μέσα στις αστραφτερές θήκες, τις περασμένες στη μέση του. Το μικρό κανάτι περιείχε νερό για το ξέπλυμα του ποτηριού μετά τη χρήση. Ο λεμονατζής έριχνε λίγο νερό, το στριφογύρναγε, ίσα για να φύγουν τα απομεινάρια, και το άδειαζε στον δρόμο. Έτοιμο το ποτήρι για τον επόμενο πελάτη! Το μεγάλο δοχείο περιείχε τη λεμονάδα. Για να την αδειάσει στο ποτήρι, ο λεμονατζής έσκυβε κάνοντας μια κίνηση σαν υπόκλιση.


Διαβάστε στο Λεμονάδα μπούζι-μπούζι πώς περιγράφει ο Λεωνίδας Ζησιάδης έναν γέρο Μικρασιάτη λεμονατζή στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30.

Το σπίτι του ζωγράφου

Οι παλιές ελληνικές ταινίες κρύβουν θησαυρούς: στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής, λέξεις κι εκφράσεις, τύπους ανθρώπων και κτίρια που δεν υπάρχουν πια.
Το Σαββατοκύριακο του καύσωνα, βλέποντας μια ευχάριστη κωμωδία, ξεχώρισα την παρακάτω σκηνή. Όχι για τον ιερό βράχο ούτε για το θέατρου Ηρώδου του Αττικού, αλλά για το σπίτι που κοιτάζει η Ελένη Προκοπίου, καθώς στέκεται στο κέντρο «Διόνυσος».

Σε λίγο καιρό το σπίτι θα κατεδαφιστεί. Ήταν ευτυχής η έμπνευση του σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκου και του διευθυντή φωτογραφίας Γρηγόρη Δανάλη να επιλέξουν αυτό το σημείο κι έτσι να μας δώσουν μια εικόνα των τελευταίων ημερών του σπιτιού του μεγάλου ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η πελάδα του Μπριόλα

Έχουμε μιλήσει ξανά για την «Πελάδα του Μπριόλα», μια ταβέρνα στο Παγκράτι, που δεν υπάρχει πια. Επειδή όμως ο Μπριόλας ήταν περίπτωση ανθρώπου και η ταβέρνα του ονομαστή, τους αξίζει μια θέση δική τους. Αναδημοσιεύσω το τμήμα του παλιού άρθρου που αναφέρεται σ’ αυτούς. Αν θέλετε να το διαβάσετε ολόκληρο, είναι στη διάθεσή σας ΕΔΩ.

Πελάδες και γαΐτες στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγιού.

Κάποιοι Αθηναίοι καλοφαγάδες έλεγαν ότι την καλύτερη σκορδαλιά την έφτιαχνε μια ταβέρνα στο Παγκράτι, η «Πελάδα του Μπριόλα». Η πελάδα είναι καλύβα φτιαγμένη από ψαθί, που στηρίζεται σε πασσάλους μπηγμένους στον βυθό της λιμνοθάλασσας.
Ο Γιάννης ο Μπριόλας ήταν από το Μεσολόγγι, είχε πελάδα, γι’ αυτό βάφτισε την ταβέρνα του έτσι. Μπριόλας δεν ήταν το πραγματικό του όνομα, αλλά το παρανόμι που του είχαν κολλήσει στα νιάτα του, γιατί έβαζε μπριγιόλ στα μαλλιά του, για να είναι περιποιημένος. Ήταν ψηλός και όμορφος, περπατούσε κι έκανε στράκες!
Ο Μπριόλας ήταν αριστερός. Στους δύσκολους καιρούς, όταν οι δικοί του κυνηγάγανε δικούς του, δεν δίστασε να σώσει απ’ του χάρου τα δόντια κάτι κυνηγημένους δεξιούς συγγενείς του. Κι εκεί που οι οικογένειες τούς είχανε όλους για ξεγραμμένους, τους βρήκανε ξεκούραστους και καλοταϊσμένους, γιατί κάθε μέρα ο Μπριόλας έβγαινε για ψάρεμα και γυρνούσε στην κρυψώνα με φρέσκο ψάρι.
Λοιπόν, τη σκορδαλιά στην ταβέρνα την έφτιαχνε η γυναίκα του Μπριόλα και το μυστικό της ουράνιας γεύσης της ήταν ότι έριχνε στις πατάτες «ζμι απού λαβρακόπλου».
Αν το αποκρυπτογραφήσετε, θα ανακαλύψετε το μυστικό της σωστής σκορδαλιάς. Εντάξει, κάποιοι μπορεί να πουν ότι ρίχνουν στις πατάτες ζμι απού βακαλάου, αλλά δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα!

Μηναΐδης-Φωτιάδης – τα κασμίρια και το πάρκο

Τη Δευτέρα 7 Ιουλίου, οι μπουλντόζες του δήμου Αθηναίων ξεκίνησαν εργασίες στο πάρκο Μηναΐδη-Φωτιάδη στα Κάτω Πατήσια και έκοψαν μερικά από τα πολύτιμα δέντρα. Σκοπός; Να διαμορφωθεί ο χώρος, ώστε να τοποθετηθούν 11 κοντέινερ μέσα στα οποία θα λειτουργήσουν δύο νηπιαγωγεία. Οι κάτοικοι αντιδρώντας στο σχέδιο του δήμου να καταστρέψει έναν από τους ελάχιστους ελεύθερους χώρους και στην ιδέα να στεγαστούν τα παιδιά τους σε κοντέινερ, συγκεντρώθηκαν στο πάρκο, όπου η δημοτική αρχή τους αντιμετώπισε με ΜΑΤ και χημικά. Οι μεν εργασίες σταμάτησαν, αλλά το παρκάκι είναι περιφραγμένο, οι δε κάτοικοι έχουν καταθέσει μήνυση κατά της κοπής των δέντρων και ζητούν έκτακτη σύγκλιση του δημοτικού συμβουλίου για να ρυθμιστεί το θέμα. Εύχομαι να νικήσουν και το πάρκο Μηναΐδη-Φωτιάδη να παραμείνει χώρος πράσινου και παιχνιδιού.
Όμως ποιοι ήταν οι Μηναΐδης-Φωτιάδης;

Το 1925 ιδρύθηκε στην οδό Ιακωβάτων, στα Κάτω Πατήσια, η Ανώνυμη Υφαντουργική Εταιρεία με σκοπό την κατασκευή παντός είδους υφασμάτων, πλεκτών, κλωστών και νημάτων. Μετά τον πόλεμο, το 1949, η εταιρεία πέρασε στους Μηνά Μηναΐδη και Ξενοφώντα Φωτιάδη κι έγινε η Εριοβιομηχανία Μηναΐδη-Φωτιάδη Α.Ε.
Τα προϊόντα της ήταν ονομαστά για την ποιότητά τους, όπως αυτά των εταιρειών Τρία Άλφα, Τρία Δέλτα και Δημητριάδη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Πίσω από μια παλιά κορνίζα

«Πάπιες στον Βασιλικό Κήπο», έργο του Απόστολου Γεραλή.

Μια μέρα ο συλλέκτης Δημήτρης Παπαγεωργόπουλος άνοιξε το παραπάνω έργο του Απόστολου Γεραλή, για να το στείλει για συντήρηση. Το έργο ήταν κλεισμένο με ένα παλιό χαρτόνι. Αφού αφαίρεσε τις πρόκες της κορνίζας, έπιασε το χαρτόνι και το τσάκισε στα δύο. Και τότε κόντεψε να πάθει συγκοπή. Στην πίσω πλευρά του χαρτονιού, που μόλις είχε τσακίσει, κρυβόταν ένα ακόμα έργο του Γεραλή. Αμέσως μόλις συνήλθε, το έστειλε στη συντηρήτρια χαρτιού.

Το έργο είναι ακουαρέλα ανυπόγραφη, σε χαρτόνι διαστάσεων 35×50. Ο συλλέκτης το ονόμασε «Η ανακάλυψη των χορευτών του 1821».

Το έργο μετά τη συντήρηση