Τα μουσουλμανικά νεκροταφεία της παλιάς Θεσσαλονίκης

Το μουσουλμανικό νεκροταφείο πίσω απ’ το Γεντί Κουλέ.

Έχουμε μιλήσει για τα νεκροταφεία έξω από τα ανατολικά τείχη. Καταλάμβαναν μια τεράστια έκταση που άρχιζε από Γεντί Κουλέ κι έφτανε στο πάρκο της ΧΑΝΘ, που στα παλιά χρόνια ήταν επίσης νεκροταφείο. Μια απέραντη περιοχή ήταν καλυμμένη με τάφους χριστιανών, μουσουλμάνων, εβραίων, ντονμέδων…

Εκτός από το μεγάλο και παμπάλαιο νεκροταφείο, που συνόρευε με το ντονμέδικο και τα Εβραϊκά Μνήματα, στην παλιά Θεσσαλονίκη υπήρχαν και άλλα μουσουλμανικά νεκροταφεία:

Διαβάστε περισσότερα

Το πέρασμα του Έβρου

Η φωτογραφία είναι σπάνια και ανήκει στη σειρά φωτογραφιών που τράβηξε ο Θεόδωρος  Νικολέρης όταν πήγε στο Σουφλί, στη δεκαετία του ’30.
Στη δεξιά όχθη είναι ελληνικό έδαφος, στην αριστερή τούρκικο και στη μέση κυλάει ο Έβρος, το φυσικό σύνορο ανάμεσα στις δύο χώρες (εκτός από το σημείο Καστανιών-Αδριανούπολης, που μπαίνει στο τούρκικο έδαφος σχηματίζοντας το τρίγωνο του Καραγάτς).
Το ποτάμι έχει γίνει ο υγρός τάφος πολλών απελπισμένων ανθρώπων που επιχείρησαν να περάσουν μέσω Τουρκίας στην Ελλάδα. Είναι επικίνδυνο να περάσεις απέναντι νύχτα με τη βάρκα, και σχεδόν ακατόρθωτο να κολυμπήσεις στα σκοτεινά νερά για να βγεις στην αντίπερα όχθη.
Ο Έβρος είναι ένας ιδιόμορφος ποταμός με λασπώδη βυθό όπου προχωράς στο ένα μέτρο και βρίσκεσαι σε μια τρύπα τριών μέτρων. Έχει μέσα νησίδες, κορμούς δένδρων, δίνες που σε ρουφάνε και γι’ αυτό αναποδογυρίζουν εύκολα οι βάρκες.
Τα πτώματα σκαλώνουν στον λασπώδη βυθό οπότε μένουν μεγάλο διάστημα μέσα στο νερό. Πολλά κατατρώγονται από τα ψάρια, ειδικά τα παιδιά που είναι μικρά τα σώματά τους. Όταν ο Έβρος πλημμυρίζει και ανακατεύονται τα νερά, τότε τα πτώματα ανεβαίνουν στην επιφάνεια και βρίσκουμε αρκετούς.


Το κείμενο με τα πλάγια γράμματα είναι από το άρθρο Τραγωδίες στο «ποτάμι των νεκρών» του Σταύρου Τζίμα, από την Καθημερινή 11 Νοεμβρίου 2019.
Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Ένας φίλος που χάνεται

Γενναίο, πιστό, έξυπνο, δυνατό και ακούραστο. Το τσοπανόσκυλο είναι ένα ζώο πολύτιμο! Από τα αρχαία χρόνια η φυλή του ελληνικού ποιμενικού συντροφεύει τον τσοπάνο, φυλάει το κοπάδι, προστατεύει από τον κίνδυνο, χύνεται στον εισβολέα.
Όταν ο Σταμ. Σταμ. ανέβηκε στο Καϊμακτσαλάν και είδε τα σκυλιά των Σαρακατσάνων τα αποκάλεσε αρκουδόσκυλα. Τα τσοπανόσκυλα φτάνουν τα 60 με 70 κιλά βάρος και τους 75 πόντους ύψος.
Η κλειστή νομαδική ζωή των αφεντικών τους τα προφύλαξε από την επαφή με άλλα σκυλιά και η φυλή διατηρήθηκε καθαρή για αιώνες. Όμως η αστικοποίηση των νομάδων και οι ανεξέλεγκτες διασταυρώσεις είχαν σαν αποτέλεσμα να γίνει ο ελληνικός ποιμενικός είδος υπό εξαφάνιση.

Άξια χέρια

Πόση τέχνη και ομορφιά στα ρούχα αυτής της Λευκαδίτισσας –ηλικιωμένης, όπως δείχνουν τα σημάδια του χρόνου στο χέρι της. Το λεπτό μαντίλι με τη δαντέλα γύρω-γύρω, η μπέρτα πλεγμένη με βελονάκι κι από κάτω η ζακέτα πλεγμένη με βελόνες, όλα φτιαγμένα από τα δικά της άξια χέρια.

Η φωτογραφία αναρτήθηκε στην ομάδα του fb KONTARENA – LEFKADA – GREECE / ΚΟΝΤΑΡΑΙΝΑ – ΛΕΥΚΑΔΑ – ΕΛΛΑΔΑ

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα – μεταμφιέστηκε σε αγόρι για να βρει δουλειά και δημιούργησε ερωτικές σχέσεις με γυναίκες για να μην την υποψιαστούν

Χειμώνας του 1939. Στις πέντε τα ξημερώματα ένας νεαρός ποδηλάτης, μ’ ένα καλάθι με κούμαρα δεμένο στο ποδήλατο, πήγαινε αντικανονικά στην οδό Σικελιανού στους Αμπελόκηπους. Ένας αστυφύλακας τον σταμάτησε για να του κάνει έλεγχο. Ο ποδηλάτης δεν είχε άδεια, ο αστυφύλακας υποψιάστηκε ότι το ποδήλατο ήταν κλεμμένο και τον συνέλαβε. Νεαρός, ποδήλατο και κούμαρα βρέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Αμπελοκήπων.
— Είσαι ο και λέγεσαι.
— Θρασύβουλος Ανδριανόπουλος.

Ο νεαρός ποδηλάτης

Ο ενωμοτάρχης διέταξε την κράτησή του, γιατί ένα ποδήλατο είχε κάνει φτερά από τους Ποδαράδες και μάλλον ήταν αυτό με τα κούμαρα. Ο Θρασύβουλος κλείστηκε στο κρατητήριο. Το πρωί διατάχθηκε έρευνα στην κάμαρα που νοίκιαζε, Ηπείρου και Φυλής, μήπως βρεθούν και άλλα κλοπιμαία. Βρέθηκε μια βαλίτσα με γυναικεία ρούχα.
Άρχισε η ανάκριση.
— Τα ’κλεψες.
— Όχι.
— Βρε, τα ’κλεψες και λέγε από πού.
— Δεν τα ’κλεψα. Ορκίζομαι στα κόκαλα του πατέρα μου και της μάνας μου.
— Και πού τα βρήκες;
— Δικά μου είναι.
— Ποιον κοροϊδεύεις, ρε;
Στο σημείο αυτό ο Θρασύβουλος έφαγε μερικές σφαλιάρες, μέχρι που έβαλε τα κλάματα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του τόσο όσο…
— Δεν είμαι αγόρι. Κορίτσι είμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια

Βρομεροί κουλουρτζήδες, ασελγείς στραγαλατζήδες και αναιδείς νέοι πολιορκούν τις Αρσακειάδες – ένα απόσπασμα από μυθιστόρημα και πολλές σημειώσεις για το Αρσάκειο

Το Αρσάκειο στα 1886.

Ο Στανάς, φοιτητής και ήρωας του μυθιστορήματος, συνοδεύει την Πόθα, την κόρη της σπιτονοικοκυράς του, στο σχολείο που φοιτά, στο Αρσάκειο. Ακολουθεί περιγραφή της κίνησης γύρω από το Αρσάκειο περί τα τέλη του 19ου αιώνα.

[…] Αντικρύ εφαίνετο το Αρσάκειον, με την αρχαϊκωτάτην και αληθώς εν στιγμή εμπνεύσεως συλληφθείσαν πρόσοψιν.
Το προ αυτού πεζοδρόμιον ήν κατάμεστον κορασίδων. Εξ όλων των πέριξ οδών, της οδού Σανταρόζα, Πινακωτών, Παρθεναγωγείου, Ιπποκράτους, Αρσάκη συνέρρεον κοράσια μικρά και μεγάλα, με ποικιλόσχημα καπέλα, με πολυχρώμους ποδιάς, με τα καλαθάκια τους, με ταις σάκκαις των, εύθυμα, γελαστά, πλήρη ευθυμίας, πάντα όμως φέροντα αποτυπωμένα επί του προσώπου των τα ίχνη της αναιμίας και της χλωρώσεως, υφ’ ων καταβασανίζεται πάσα η μαθητεύουσα θήλεια νεολαία των Αθηνών.

Κατά μήκος της κυρίας προσόψεως και του Προτύπου, παλαιού οικοδομήματος, κειμένου εις την γωνίαν των οδών Αρσάκη και Πανεπιστημίου ίσταντο εις παράταξιν οι κουλουρτζήδες με τα πλατέα ξύλινα τεψιά των και τα τριγωνοειδείς βάσεις των, εκθέτοντες τα κουλούρια των και εκθειάζοντες την ποιότητά των, ενώ έτεροι προνομιούχοι, σύντροφοι ίσως του θυρωρού και της επιστάτριας, είχον στήσει τα φορητά κουλουροπωλεία των εντός αυτής της αυλής του Προτύπου.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ένα σπίτι στα Καμίνια

Ένα σπίτι στα Καμίνια με εσωτερική αυλή, με ακροκέραμα και μεγάλα παράθυρα. Ήταν. Είναι ακόμα; Όταν το φωτογράφισα, τον Δεκέμβρη του 2011, δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που έκλεισε. Ήταν ακόμα καθαρό και διατηρούσε τα μεταλλικά του στοιχεία –το λασποκαθαριστήρι δεξιά από τα σκαλοπάτια, τα χερούλια της εξώπορτας και το όμορφο ρόπτρο, ακόμα και το γραμματοκιβώτιο δίπλα στην πόρτα. Οι τσιμεντένιες ράμπες στα σκαλοπάτια μαρτυράνε ότι κάποιος από το σπίτι είχε μηχανάκι και το τσούλαγε στην αυλή. Οι φορτωμένες νεραντζιές το έκαναν να μοιάζει με σπίτι που οι νοικοκυραίοι του το έκλεισαν για λίγο, για να πάνε ταξίδι, ας πούμε, και όπου να ’ναι θα ξαναγυρίσουν. Και μια που αύριο είναι εθνική επέτειος, θα βάλουν τη σημαία με το κοντάρι της στο μεταλλικό στήριγμα ανάμεσα στα δυο παράθυρα.

Χρίστος Τσιγγιρίδης – ο πρωτοπόρος οραματιστής που ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη τον πρώτο ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό

Η διαδρομή της ελληνικής ραδιοφωνίας έχει αφετηρία της τη Θεσσαλονίκη, την ιδιωτική πρωτοβουλία και το όραμα του ανθρώπου που έφτιαξε τον πρώτο ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό.
Τον καιρό που οι βελόνες των λιγοστών αθηναϊκών ραδιοφώνων έπιαναν μόνον ξένους σταθμούς, η Θεσσαλονίκη άκουγε τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, που ίδρυσε ο Χρίστος Τσιγγιρίδης.

Από την Ανατολική Ρωμυλία στη Γερμανία και κατόπιν στην Ελλάδα
Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης γεννήθηκε το 1877 στη Φιλιππούπολη από πλούσιους Έλληνες γονείς. Ξέσπασε το Μακεδονικό, πέθανε ο πατέρας, τα οικονομικά στένεψαν και στις αρχές του 20ου αιώνα η οικογένεια κατέφυγε στη Γερμανία. Στη Στουτγάρδη δημιούργησε μια κερδοφόρα επιχείρηση, που επέτρεψε στον Χρίστο να συνεχίσει στις σπουδές του στο εκεί Πολυτεχνείο. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός, δημιούργησε δική του οικογένεια και το 1918 ήρθε στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκε στη Λάρισα, όπου ανέλαβε τη Διεύθυνση της Εταιρείας Ηλεκτροφωτισμού και Ύδρευσης. Το όνειρό του να ιδρύσει ραδιοφωνικό σταθμό τον οδήγησε στη Θεσσαλονίκη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Λόλα, να μία βούρτσα!

Άραγε ποια ανάγκη μας έκανε να εισάγουμε το 1953 βούρτσες για το πλύσιμο των κουζινικών από τη Γερμανία;
Η ίδια που μας έκανε να φέρνουμε σερπαντίνες από την Ιαπωνία;
Έτσι ρωτάω.