«Που ’ναι, μπάρμπα, τ’ αραπάκια;»

Η παγκόσμια κατακραυγή, που ξέσπασε μετά τη ρατσιστική δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ στις 25 Μαΐου στη Μινεάπολη, πυροδότησε μεγάλες αλλαγές. Σε Αμερική και Ευρώπη έπεσαν αγάλματα ευυπόληπτων καθαρμάτωναποικιοκρατών και δουλέμπορων. Καιρός ήταν!
Διάφορες εταιρείες, για να συμβάλλουν στην εξάλειψη των φυλετικών ανισοτήτων, σχεδιάζουν ν’ αντικαταστήσουν τα λογότυπα που τις διαιωνίζουν. Και πολύ καλά θα κάνουν.
Στην Ελλάδα, ο μπάρμπα-Μπεν πέρασε μάλλον σαν εξωτική φιγούρα και οι περισσότεροι τον αντιμετώπιζαν όπως τον Κουάκερο στη συσκευασία του Κουάκερ. Ούτε κρύο ούτε ζέστη. Τα πιτσιρίκια, όμως, που είχαν διαβάσει την «Καλύβα του Μπάρμπα-Θωμά», μπερδεύονταν και απορούσαν.
Μπάρμπα-Μπεν, δεν θα μας λείψεις. Όπως δεν μας έλειψε και το αραπάκι από την Ελβετία.

1959


Ο τίτλος είναι από το τραγούδι «Κυριακή», του άλμπουμ Τα τραγούδια του Καραγκιόζη, των Κραουνάκη-Κακουλίδη, 1996. Το ερμηνεύει ο Στέλιος Διονυσίου.

Η ανεπανάληπτη Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου

Στο άρθρο για τα «αντρικά», είχα υποσχεθεί φωτογραφία της Αγγέλας Λυκιαρδοπούλου στη χαρακτηριστική και πρωτοποριακή για την εποχή εμφάνισή της με σμόκιν.
Ιδού η ανεπανάληπτη Αγγέλα και λίγα λόγια για τη ζωή της.

Η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου ήταν η πρώτη Ελληνίδα καλλιτέχνιδα που εμφανίστηκε επί σκηνής φορώντας σμόκιν. (Φωτογραφία από το αρχείο του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου).

Συνεχίστε! Έχει κι άλλο…

Ο μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς, ο τενόρος, το σουξέ και η πονηρή Κολούμπια

Ο μπάρμπα-Γιάννης ο κανατάς ήταν τύπος της Παλιάς Αθήνας. Οι παππούδες των παππούδων των σύγχρονων Γκάγκαρων μπορεί και να τον γνώρισαν προσωπικά. Οι υπόλοιποι γνώρισαν τη φήμη του και το τραγούδι που γράφτηκε γι’ αυτόν, περί το 1870, από τον αρχιμουσικό της Βασιλικής Φρουράς Ανδρέα Σάιλερ, που διασκεύασε μια ιταλική μελωδία.
Τα χρόνια πέρασαν, η Παλιά Αθήνα έσβησε και ο μπάρμπα-Γιάννης ξεχάστηκε. Ώσπου, το 1933, ο τενόρος και συνθέτης Πέτρος Επιτροπάκης ανέσυρε από τη λήθη το παλιό τραγούδι, το διασκεύασε και το τραγούδησε σε μία ανεπανάληπτη, λυρική και ταυτόχρονα χιουμοριστική, εκτέλεση. Σε χρόνο ρεκόρ έγινε τεράστια επιτυχία, σε σημείο να ξεπεράσει το αθάνατο «Γελεκάκι» του Ολλανδέζου.

Η παρτιτούρα του τραγουδιού εκδόθηκε από τον Μουσικό Οίκο Γαϊτάνου.
(Φωτογραφία από το αρχείο του ΕΛΙΑ).

Το έπαιζαν στο πιάνο οι κόρες των καλών οικογενειών, το τραγουδούσαν οι συντροφιές «στις μάντρες της αθηναϊκής γειτονιάς που λέγονται ταβέρνες», το έλεγαν οι κανταδόροι (που τους κυνηγούσε η αστυνομία, γιατί κάποιος σοφός νους είχε αποφασίσει ότι τα άσματα διατάρασσαν την τάξη), το έπαιζαν τα γραμμόφωνα. Γενικά, όλη η Αθήνα τραγουδούσε «μπάρμπα Γιάννη κανατά».
Σε λίγο, λόγω της επιτυχίας του τραγουδιού, οι εφημερίδες άρχισαν να γράφουν για τον ξεχασμένο τύπο της Παλιάς Αθήνας, που τον θυμήθηκε και τον ανάστησε η σύγχρονη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Οι καλλιτέχνες κάνουν καλό στην ψυχή – Κωνσταντίνος Ξενάκης (1931-2020)

Θα ήθελα να σας πω για έναν συναρπαστικό άνθρωπο που γνώρισα και που εδώ και λίγες μέρες δεν βρίσκεται ανάμεσά μας.
Τους δρόμους μας διασταύρωσε η γέφυρα ανθρώπων και πολιτισμών, ο Λευκάδιος Χερν. Ο Κωνσταντίνος Ξενάκης είχε έρθει στην προβολή της ταινίας Καϊντάν. Προλόγιζα την ταινία και εξέθετα το πορτρέτο του Λευκάδιου. Ήταν μεγάλη τιμή ο ερχομός του και μεγάλη χαρά η γνωριμία του.

Με τον Κωνσταντίνο Ξενάκη στο φουαγιέ του Cinemarian, 14 Φεβρουαρίου 2015.
Περισσότερα για την αξέχαστη βραδιά ΕΔΩ.

«Να αναπτύξεις το θέμα αφίσα. Σου πάει πολύ», μου πρότεινε.
Συμφωνήσαμε να τα ξαναπούμε. Σε λίγες μέρες συναντηθήκαμε στο ταβερνάκι δίπλα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Φάγαμε, ήπιαμε και μιλήσαμε σ’ ένα ταξίδι από την Αίγυπτο στο Παρίσι, από τις πανανθρώπινες αξίες στην τέχνη, στα ιερογλυφικά, στα κάντζι, στη νιότη και στην ωριμότητα, στον άνθρωπο. Ο λόγος έρεε κι η ώρα πέρασε τόσο γρήγορα!
Ήταν αργά όταν καληνυχτιστήκαμε. Εκείνος θα γύριζε σπίτι. Είχε κουραστεί.
Εμένα δεν με χωρούσε ούτε το σπίτι μου ούτε όλη η Αθήνα. Κάτι μαγικό είχε συμβεί και μ’ έπαιρνε μαζί του. Η χειμωνιάτικη βραδιά ήταν γλυκιά κι έκανα χιλιόμετρα με τη μηχανή.
Αυτό λοιπόν είναι ο αυθεντικός καλλιτέχνης. Ένας έρωτας που σε συνεπαίρνει, σε στροβιλίζει σ’ έναν κόσμο με ελπίδα, με φως, με έμπνευση, με μηνύματα και οράματα κι όταν ξαναπατάς στη γη, δεν είσαι εντελώς ο ίδιος άνθρωπος, αφού με ανανεωμένη δύναμη μπορείς ν’ αναζητήσεις αυτό που μένει για πάντα αληθινό.

Ο τσεσμές, ο τουρμπές και το φάντασμα

Η υδατογραφία δείχνει τη συμβολή των οδών Κασσάνδρου και Προφήτη Ηλία. Αριστερά ένα τούρκικο μπακάλικο και δεξιά η Χρυσή Κρήνη. Το κτίσμα με το καφασωτό παράθυρο, πίσω από τον τσεσμέ, είναι ο τουρμπές του Τσενέντ μπαμπά. Τουρμπές και μαραμπούτ είναι συνώνυμες λέξεις και σημαίνουν ταφικό μνημείο. Οι λεζάντες κάποιων καρτ ποστάλ αναφέρουν την κρήνη και τη συνοικία ως Μαραμπούτ. Πρόκειται για τη συνοικία Εσκί Σεράι. Πάνω αριστερά διακρίνεται ο μιναρές του Εσκί Σεράι τζαμιού, του προφήτη Ηλία.

Ξεκίνησα γλυκά με αυτή την όμορφη υδατογραφία, για να φτάσω στην επόμενη φωτογραφία, που δείχνει από πιο κοντά την κρήνη και τον τουρμπέ.

Καρτ ποστάλ με την κρήνη και τον τουρμπέ της συνοικίας Εσκί Σεράι, που η λεζάντα την αναφέρει ως συνοικία Μαραμπούτ.

Κάθε φορά που την κοίταζα, είχα την αίσθηση ότι έβλεπα κάποια μορφή ν’ αχνοφαίνεται πίσω από το καφασωτό του τουρμπέ. Το φάντασμα του τάφου, ίσως;

Διαβάστε τη συνέχεια

Η Υπέρεια Κρήνη

Η Υπέρεια Κρήνη στο Βελεστίνο. Από το βιβλίο του Έντουαρντ Ντόντγουελ (Edward Dodwell) Views in Greece, που εκδόθηκε το 1819.

Ο υδάτινος θησαυρός της πηγής με τα θεραπευτικά νερά, που λουζόταν η Ήρα για να ξαναβρεί την παρθενιά της, που σχημάτιζε μια πανέμορφη λίμνη περιτριγυρισμένη από καταπράσινα πλατάνια, που γύριζε μύλους, πότιζε περιβόλια και πανάρχαια δέντρα και στο πέρασμά του πρόσφερε, για χιλιάδες χρόνια, ομορφιά, προκοπή κι ευδαιμονία, προτού χυθεί στη λίμνη Κάρλα, δεν υπάρχει πια. Το 1998, χρονιά εορτασμού των 200 χρόνων από τον μαρτυρικό θάνατο του Ρήγα, στις 13 Ιουλίου, η πανάρχαιη πηγή στέρεψε. Εγκληματική ιστορική, πολιτιστική και περιβαλλοντική καταστροφή, έργο της ανθρώπινης απληστίας και των γεωτρήσεων.


ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε ένα κείμενο για την καταστροφή της Υπέρειας Κρήνης του συγγραφέα και πρώην δημάρχου Βελεστίνου Βασίλη Καραμπερόπουλου.

Ένα σπάνιο πορτρέτο του Ρήγα

Όλες οι απεικονίσεις του Ρήγα παρουσιάζουν έναν πληθωρικό τύπο (καθώς λέει ο Δημαράς), γεροδεμένο, παχουλούτσικο, μυστακοφόρο, με αρχόμενη φαλάκρα κρυμμένη πίσω από μια φράντζα στο μέτωπο, γράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος, σε άρθρο του στον Ιό της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας στις 21-3-1993. Στο άρθρο αυτό παρουσίασε ένα σπάνιο πορτρέτο του Ρήγα, που ανακάλυψε στο γαλλικό περιοδικό Magasin Pittoresque του 1861.

Κάτω από το πορτρέτο διακρίνονται τρία ονόματα: αριστερά του σχεδιαστή Σεβινιάρ (Chevignard), δεξιά του χαράκτη Ταμιζιέ (Tamisier) και στη μέση αυτό το περίεργο DAMΩΝ, γραμμένο ημιελληνιστί. Σύμφωνα με τη λεζάντα της εικόνας κάποιος κύριος Ουμπιτσίνι έδωσε στον Σεβινιάρ ένα σχέδιο του Δάμωνος για να φιλοτεχνήσει την γκραβούρα.
Η έρευνα του Ηλία Πετρόπουλου να βρει στοιχεία για τον σχεδιαστή δεν απέδωσε καρπούς. Η επιμονή του οφειλόταν στην υποψία ότι ο DAMΩΝ ήταν σύγχρονος του Ρήγα και ίσως το σχέδιό του είχε γίνει εκ του φυσικού. Πολύ περισσότερο που παρουσιάζει έναν νεότερο Ρήγα, δίχως γεροντόπαχα και πλαδαρότητες. Και εδώ ας μην ξεχνάμε πως, ο Ρήγας όταν εκτελέστηκε, ήτο σαραντάρης.

Ο πύργος Νεμπόισα στο Βελιγράδι όπου φυλακίστηκε ο Ρήγας, όπως ήταν πριν από την αναστήλωση.

Ο Ρήγας σε τοιχογραφία ζωγραφισμένη από τον Ηπειρώτη λαϊκό ζωγράφο Θανάση Παγώνη, το 1870, την οποία ανακάλυψε ο Κίτσος Μακρής.

Διαβάστε τη συνέχεια

Αναψυκτικά Φιξ

Το 1961 έχει ολοκληρωθεί η ανακατασκευή του εργοστασίου Φιξ, χωρίς να διακοπεί η λειτουργία του. Στη θέση του παλιού εργοστασίου στη λεωφόρο Συγγρού υψώνεται ένα υπερσύγχρονο βιομηχανικό κτίριο.
Η εταιρεία, εκτός από την περίφημη μπίρα Φιξ, κυκλοφορεί διάφορα αναψυκτικά: πορτοκαλάδα, φραουλίτα, χυμό μήλου. Αργότερα θα κυκλοφορήσει και το Ταμ-ταμ, που στο χρώμα και στη συσκευασία θυμίζει την απρόσιτη για τους Έλληνες κόκα κόλα. Τα αναψυκτικά Φιξ διαφημίζονται δυναμικά.

1961

1961

1961

1963. Ο χυμός πορτοκάλι της Χυμοφίξ εξάγεται στην Ευρώπη. Η εταιρεία Φιξ συνεχίζει την επί δεκαετίες επιτυχημένη πορεία της, αλλά τα σύννεφα δεν θ’ αργήσουν να φανούν.


Η φωτογραφία του εργοστασίου Φιξ προέρχεται από ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για το κτίριο Φιξ, που βρήκα στο σάιτ του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και που μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ.

Πάμε, κοπέλες!

Θυμάμαι αμυδρά τη θεία Μιμίκα, που όταν έμπαινες στο σπίτι της, έκανες ταξίδι στον χρόνο. Σκαλιστά έπιπλα, βαριά βελούδα, περίτεχνες δαντέλες, πιάνο με κηροπήγια δεξιά και αριστερά από το αναλόγιο. Το γένος Μαλακάση, αρχοντική, σεβάσμια, χαμογελαστή, τυλιγμένη στην αχλή ενός κόσμου που δεν θα γνώριζα ποτέ, η θεία Μιμίκα δεν ήταν άνθρωπος, ήταν έμβλημα.
Ο φωτογράφος Νικόλαος Τομπάζης είχε στην οικογένειά του όχι ένα, ούτε δύο, αλλά πέντε τέτοια… εμβλήματα και κάποια μέρα του 1948, φωτογράφισε τις θείες του στο Ψυχικό.


Ευχαριστώ τον συλλέκτη Δημήτρη Παπαγεωργόπουλο για τη φωτογραφία.