Δύο ζαχαροπλαστεία πολυτελείας, ένας ζαχαροπλάστης που δεν το ’βαζε κάτω και δυο χιλιάδες πιτσιρίκια

Είχαμε μιλήσει παλιότερα για το ζαχαροπλαστείο Δεσποτικό, που άνοιξε προπολεμικά ο Αντώνης Ακζιώτης στην οδό Μέρλιν στο Κολωνάκι, για τον άσχημο ρόλο του εκδότη Σαλίβερου, που του το άρπαξε μέσα απ’ τα χέρια, και για τον επίσης άσχημο ρόλο του Σπύρου Μελά, που παρασκηνιακά σιγοντάριζε το αφεντικό του. Το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ. Επανερχόμαστε βάζοντας στο σκηνικό τον Τσελεμεντέ, την εξωφρενική απόφαση της κυβέρνησης Τσαλδάρη για υποχρεωτική κατανάλωση σταφιδόψωμου και μια φιλανθρωπία που σταμάτησε την κυκλοφορία στο κέντρο της Αθήνας.

Η οδός Μέρλιν τη δεκαετία του ’30, όταν επί Κοτζιά γίνονταν έργα οδοποιίας. (Φωτογραφία από το αρχείο του ΕΛΙΑ)

Το 1932 ο Ακζιώτης είχε την ιδέα να ιδρύσει σχολή μέσα στο ζαχαροπλαστείο Δεσποτικό και να παραδίδει μαθήματα μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής. Η ιδέα του ήταν πρωτότυπη και τα μαθήματα είχαν μεγάλη επιτυχία. Τα παρακολούθησαν «περισσότεραι των χιλίων ατθίδων» – δεσποινίδες και κυρίες πλούσιων οικογενειών, που ήθελαν να βελτιώσουν τις γνώσεις τους και κρατούσαν σημειώσεις. Τα μαθήματα έμοιαζαν πιο πολύ με κοσμικές συγκεντρώσεις και όταν μάλιστα επρόκειτο να παρευρεθούν δημοσιογράφοι, η τουαλέτα και το παρφέν πήγαινε σύννεφο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Συνάδελφος του Χουντίνι

Φωτογραφία από το βιβλίο «Η Ελλάδα του μόχθου, 1900-1960», συλλογή Νίκου Πολίτη, έκδοση Ριζάρειον Ίδρυμα, Ίδρυμα Σταύρου Σ. Νιάρχου.

Ο μισόγυμνος αλυσοδεμένος άντρας, ένας υπαίθριος Χουντίνι της Ελλάδας, χωρίς τη λάμψη και τις ικανότητες του φημισμένου συναδέλφου του, προτείνει στο κοινό ένα γυαλιστερό γκιούμι, για να πέσει μέσα το «ό,τι προαιρείσθε». Ανώνυμος άνθρωπος του μόχθου, που με τη δύναμη των μυών του κερδίζει το ψωμί του.
Μια ιδέα της υπαίθριας παράστασής του μπορούμε να πάρουμε από την ταινία του 1964 «Ό,τι θέλει ο λαός». Εμφανίζεται σε μία σκηνή, γυρισμένη στην πλατεία Βικτωρίας, με φόντο το γλυπτό του Γιοχάνες Πφουλ «Θησεύς σώζων την Ιπποδάμειαν». Ισιώνει ένα πέταλο, αποκρούει με τους κοιλιακούς του ένα μαχαίρι, αλυσοδένεται για να ελευθερωθεί…

Αν εξασφάλισε ένα καλό μεροκάματο από αυτή του την εμφάνιση, τότε η ταινία έπιασε τόπο. Η συμμετοχή γνωστών και αγαπητών ηθοποιών, δεν μπόρεσε να σώσει το ανύπαρκτο σενάριο και την κουραστική σκηνοθεσία.
Στις μέρες μας, κάποιοι που ξέρουν από παγκόσμιες συνωμοσίες ανακάλυψαν ότι υπάρχουν στο σενάριο αριθμοί, τοποθετημένοι δήθεν αθώα σε διευθύνσεις ή τηλέφωνα, με σκοπό να περάσουν μηνύματα στο υποσυνείδητο των θεατών. Να ’χετε τον νου σας!

Γρηγόρης Λαμπράκης – 57 χρόνια από τη δολοφονία του

Μακεδονία, 23 Μαΐου 1963

Μακεδονία, 24 Μαΐου 1963

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες… Ο Μίκης Θεοδωράκης μας μιλάει για τις τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Λαμπράκη στο ΑΧΕΠΑ. Μια μοναδική μαρτυρία στη συνέντευξη που είχε δώσει στον Κωνσταντίνο Μπλιάτκα τον Μάιο του 1998 για την εκπομπή «Με Μια Τρίτη Ματιά». Την ώρα που ο μαραθωνοδρόμος της Ειρήνης χαροπάλευε βρέθηκαν στο πλευρό του ο Μίκης, ο Γιάννης Ριτσος, ο Μανώλης Γλέζος, ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο ποιητής και ακτινολόγος γιατρός Μανόλης Αναγνωστάκης. Η συγκλονιστική παρουσία μερικών δεκάδων γενναίων φοιτητών έξω από το νοσοκομείο, στην μπούκα του αυταρχικού κράτους. Μόλις είδαν τους δυο δημιουργούς του «Επιτάφιου», τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γιάννη Ρίτσο άρχισαν να τραγουδούν δακρυσμένοι το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες».

Δείτε περισσότερα

Αρσενικό και παστή σαρδέλα – ο σύζυγος μαζί με τις δύο ερωμένες του έβγαλε από τη μέση τη σύζυγό του

Ο Ντίνος, γεωργός στο επάγγελμα, ζούσε σ’ ένα χωριό κοντά στη Σπάρτη. Είχε σχέσεις με τη Γεωργία, αλλά ξενοκοίταζε κιόλας. Τον ήξεραν στο χωριό· ήταν ο χαρακτήρας του τέτοιος. Η Γεωργία ήταν χήρα, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή του κι είχε και κόρη της παντρειάς.

Ο Ντίνος

Κάποτε αποφάσισε κι αυτός να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Βρήκε την Ελένη, που ήταν νέα και όμορφη, έστειλε προξενήτρα και τη ζήτησε. Είπε στους δικούς της ότι είχε περιουσία, κτήματα από τον πατέρα του. Φούμαρα! Τίποτα δεν είχε. Πάντως την Ελένη του την έδωσαν κι ο γάμος έγινε.

Η Ελένη

Της Γεωργίας της κακοφάνηκε πολύ και την φαρμάκωνε η ζήλια. «Θα τηνε φάει το φίδι», είπε για τη νύφη τη μέρα του γάμου. Όχι ότι υπήρχε ποτέ περίπτωση να την παντρευτεί ο Ντίνος, αλλά είχε κάνει κι αυτή τα σχέδιά της. Και να τώρα που της τον έπαιρνε μια άλλη. Τη μισούσε και κάθε μέρα που περνούσε το μίσος της φούντωνε πιο πολύ.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο αφορισμός

Το Hellas Special αγαπάει τον Σταμ. Σταμ. για το χιούμορ του, την ευστροφία του, τη διεισδυτική ματιά του και την ακούραστη πένα του, που μας άφησε πάμπολλες σελίδες με απολαυστικά κείμενα και ζωντανά σκίτσα. Παρ’ όλο που κατείχε δημόσιες θέσεις, είναι ο άνθρωπος που, όπως έγραψε ο Ηλίας Πετρόπουλος, «ξεφτίλισε δια παντός το ελληνικό δημόσιο».
Το παρακάτω χρονογράφημα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία το 1939, δεν ασχολείται με το ελληνικό δημόσιο, αλλά με έναν αφορισμό. Το κείμενο του αφορισμού είναι ένα τρομακτικό μνημείο σκοταδισμού, μίσους και κακίας. Και μια που προχτές, το γνωστό φασιστοειδές υποκείμενο της Εκκλησίας αφόρισε (χωρίς πιστοποίηση ISO από τα κεντρικά) τρία πρόσωπα της πολιτικής σκηνής, θυμήθηκα αυτό το έξυπνο κείμενο και σας το παρουσιάζω.

Ο πάρεδρος. Σκίτσο του Σταμ. Σταμ., που συνόδευε το χρονογράφημα.

Σ’ όλα μερακλής ο πάρεδρος και η σκούφια του μετάξι, αλλά στα μανάρια που διέτρεφε δεν τον έφθανε κανένας στο χωριό.
Και ήταν το μανάρι του παρέδρου ο θαυμασμός και ο πειρασμός όλων, όταν περνούσε, δασύμαλλο, παχύμαλλο, μακρόμαλλο, καμαρωτό, με κέρατα στριμμένα και με γαλάζιες χάνδρες για το μάτι εις το μέτωπο.
Ο θαυμασμός κι ο πειρασμός και η λιχουδιά των πάντων!
Το διέτρεφε, καθώς έλεγε, με παξιμάδι για να κάμει το κρέας τρυφερό και με μυρωδικά βοτάνια, για να νοστιμίσει και ήτανε τετράπαχο, σκαστό και θα γινότανε ψητό λουκούμι, όταν, για τη γιορτή της Λέγκως, της κόρης του παρέδρου, θα θυσιαζόταν.
Άλλο λουκούμι η Λέγκω, μοσχομυριστό, δυσκολομύριστο, σκαστό και παχουλό.
Αλλά η Λέγκω δεν ήταν για τα δόντια όλων των συγχωριανών, ενώ το μανάρι ήταν τόσο για τους νέους όσο και για τους γέρους και ακόμα και για τις φαφούτες τις γριές…

Συνεχίστε, έχει κι άλλο…

Ο άγιος Δημήτριος, ο Κασίμ και ο Σπαντούνης

Ο τάφος του Λουκά Σπαντούνη στον ναό του Αγίου Δημητρίου.

Μετά την κατάκτηση και τη λεηλασία της Θεσσαλονίκης ο σουλτάνος Μουράτ Β’ επισκέφθηκε τον ναό του Αγίου Δημητρίου, θυσίασε ένα κριάρι, προσευχήθηκε και διέταξε να παραμείνει ο ναός στα χέρια των χριστιανών, φυσικά με το αζημίωτο. Ένας προύχοντας της πόλης, ο Λουκάς Σπαντούνης, ανέλαβε να πληρώνει τη βαριά φορολογία και ο ναός παρέμεινε χριστιανικός για έξι δεκαετίες ακόμα. Το 1493 έγινε τζαμί, το τζαμί Ντεζρί Κασίμ-πασά ή Κασιμιέ τζαμί.

Όταν ο Εβλιά Τσελεμπί επισκέφθηκε το Κασιμιέ τζαμί, έγραψε:

[…] Μέσα στο τζαμί υπάρχει πηγάδι «ζωογόνου νερού», που όμως δεν είναι πόσιμο, γιατί προκαλεί εμετό. Αλλά, αν κάποιος που πάσχει από βαρύ πυρετό λουστεί στα νερά του, ο πυρετός υποχωρεί αμέσως, με τη βοήθεια του Θεού. Τέτοιο είναι το μεγαλείο του τζαμιού, που δεν υπάρχουν λόγια για να μπορέσει κανείς να το περιγράψει.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η κρύπτη του Αγίου Δημητρίου

Από τότε που ο χριστιανισμός έγινε επίσημη θρησκεία του κράτους και χτίστηκε ο Άγιος Δημήτριος, μέχρι την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, ο ναός υπήρξε χριστιανικός – είτε με τη λιτότητα του απλού οικίσκου πάνω στον χώρο που μαρτύρησε και τάφηκε ο άγιος, είτε με τη μεγαλοπρέπεια του επιβλητικού κτίσματος της πεντάκλιτης βασιλικής που ανεγέρθηκε αργότερα. Όπως κάθε παλιός ναός διαθέτει μεγάλη και πολύπλοκη κρύπτη, που παλιότερα αποκαλούσαν κατακόμβες. Η κρύπτη του Αγίου Δημητρίου είναι ένα τμήμα της υπόγειας πόλης.

Μετά το διάταγμα του Μεδιολάνου περί ανεξιθρησκείας, οι χριστιανοί έχτισαν, το 313, έναν οικίσκο στο σημείο που πίστευαν ότι ήταν ο τάφος του αγίου.
Το στενόμακρο θολωτό παρεκκλήσι με την ημικυκλική κόχη και το διάτρητο παράθυρο, που υπάρχει στην κρύπτη του ναού, έχει ταυτιστεί με τον οικίσκο. Πρόκειται για μια παράδοση που δημιουργήθηκε εκ των υστέρων.

Κρύπτη είναι ο υπόγειος χώρος κάτω από τον ναό, στον οποίο φυλακίστηκε και μαρτύρησε ο άγιος το 305. Επικοινωνούσε με τον ναό με μία σκάλα, που οδηγούσε στο ιερό βήμα. Μετά τις αναστηλωτικές εργασίες του 1917 το πέρασμα αποκλείστηκε.
Η κρύπτη λειτουργούσε κατά τα παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά χρόνια. Κάποτε ο χώρος επιχωματώθηκε και ξεχάστηκε. Άγνωστο πότε συνέβη αυτό. Πάντως το 1714 ο Πολ Λυκάς (Paul Lucas) γράφει ότι στο υπόγειο του ναού υπήρχε ένα ακόμα κτίσμα ίδιας ομορφιάς με την υπερκείμενη βασιλική, αλλά δεν του δόθηκε άδεια να το επισκεφθεί, γιατί μέσα υπήρχαν πολλές γυναίκες που κατεργάζονταν μετάξι.

Διαβάστε περισότερα

Ο Νουμάν πασάς και το τζαμί του

Η Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της διοικητικά αποτελούσαν σαντζάκι, δηλαδή νομό, με διοικητή τον σαντζάκ-μπεη. Η θέση ήταν ζηλευτή και πολλές φορές δινόταν σε ηλικιωμένους βεζίρηδες, μαζί με την περιοχή της Καβάλας.
Με το που ερχόταν ο καινούργιος σαντζάκ-μπεης στην πόλη, απαιτούσε ένα ποσό για καλωσόρισμα. Επιβάρυνε τους κατοίκους με τη συντήρηση του στρατιωτικού σώματος που έφερνε μαζί του και που το αποτελούσαν μερικές εκατοντάδες άτακτων. Κάθε έξι μήνες ανανεωνόταν η ένδυση και η υπόδηση των στρατιωτών του, με έξοδα –ποιών άλλων;– των κατοίκων. Και στις γιορτές έπρεπε όλοι να πάρουν το δωράκι τους. Όταν ο σαντζάκ-μπεης διοριζόταν σε άλλο πόστο, εισέπραττε έξοδα αποχώρησης. Αυτό γινόταν συνήθως κάθε χρόνο, αλλά καμιά φορά τα έφερνε ανάποδα ο γιαραμπής, όπως μια χρονιά που άλλαξαν τέσσερις διοικητές.
Σημειωτέον ότι αυτοί οι φόροι που επιβάλλονταν στους κατοίκους ήταν πέρα από την κρατική φορολογία.

Το τζαμί του Νουμάν πασά βρισκόταν μεταξύ Ολυμπιάδος και Αθηνάς, κοντά στα ανατολικά τείχη.

Ο Νουμάν πασάς ήταν ένας γέρος βεζίρης, που μάλιστα είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη και διορίστηκε σαντζάκ-μπεης στη γενέτηρά του. Απομυζούσε τους κατοίκους, αλλά ήταν και… γενναιόδωρος. Με κάποια από τα χρήματα που τους πήρε, τους έχτισε τζαμί, ορφανοτροφείο και σχολείο. Βέβαια, από αυτό το δώρο όφελος είχε μόνον η μουσουλμανική κοινότητα.
Όλοι οι ήλπιζαν ότι θα έρθει κάποιος καλύτερος και μια που ο Νουμάν πασάς κόντευε τα εκατό, πίστευαν ότι αυτό δεν θ’ αργούσε. Σήμερα πεθαίνει, αύριο πεθαίνει, ο Νουμάν πασάς, όμως, έκλεισε τα εκατό και παρέμενε στη θέση του. Μέχρι που μια μέρα του 1756 υπέκυψε κι αυτός στο αναπόφευκτο, σε ηλικία 105 χρόνων. Όλοι ανάσαναν με ανακούφιση, όπως είπε ο Βενετός πρόξενος Δημήτρης Χοϊδάς.


Το σαντζάκι της Θεσσαλονίκης ανήκε στο ίδιο βιλαέτι (διοικητική περιφέρεια) με το σαντζάκι των Σερρών και το σαντζάκι της Δράμας. Πρωτεύουσα του βιλαετιού ήταν η Θεσσαλονίκη. Τα σαντζάκια υποδιαιρούνταν σε καζάδες. Ο σαντζάκ-μπεης λογοδοτούσε στον μπεηλέρ-μπεη, τον γενικό διοικητή της Ρούμελης, δηλαδή των Βαλκανίων.

• Οι πληροφορίες κι η ιστορία του Νουμάν πασά προέρχονται από τη δημοσίευση του Βασίλη Δημητριάδη «Η Θεσσαλονίκη κατά την τουρκοκρατία».

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – ο γαλατάς

Δύο γαλατάδες, έξω από τα ανατολικά τείχη, με τα γαϊδουράκια τους φορτωμένα, κατεβαίνουν στην πόλη, το 1916.

Ο γαλατάς αξημέρωτα γέμιζε τα τσίγκινα γκιούμια του με φρεσκοαρμεγμένο γάλα, τα φόρτωνε στο ζωντανό του και κατέβαινε στην πόλη. Ανάγγελλε την άφιξή του φωνάζοντας «γαλατάαας».

Οι χαρακτηριστικές φωνές των πουλητάδων, οι ήχοι μιας πόλης που στους δρόμους της περιδιαβαίνουν άνθρωποι και ζώα, οι μυρωδιές των μαχαλάδων, της αγοράς, των μαγειριών, θα μας μείνουν για πάντα άγνωστα. Χρωστάμε ευγνωμοσύνη στους λογοτέχνες και στους ερευνητές – εραστές της λεπτομέρειας– που με το έργο τους δίνουν εφόδια στη φαντασία μας να συνθέσει εικόνες και να ζωντανέψει φωτογραφίες. Για παράδειγμα, διάβαζα πρόσφατα ότι τα εβραϊκά σπίτια ξεχώριζαν, εκτός των άλλων, και από τη μυρωδιά των μαγειριών τους, γιατί οι νοικοκυρές τηγάνιζαν με σησαμέλαιο. Κι ενώ το σουσάμι στα εργαστήρια που το επεξεργάζονταν ανάδινε υπέροχη ευωδιά, το λάδι του στο τηγάνι μύριζε ανυπόφορα.
Ας ξαναγυρίσουμε στον γαλατά.

Γαλατάς στην αγορά της Θεσσαλονίκης, 1916.

Διαβάστε τη συνέχεια

Τα Τρία Αυγά

Η Αγίου Δημητρίου από τα δυτικά προς τα ανατολικά και τα Τρία Αυγά. Οι άνθρωποι στο βάθος βρίσκονται λίγα βήματα πριν από το πλάτωμα της Στήλης των Όφεων.

Μπαίνοντας στη Αγίου Δημητρίου από τη Ληταία Πύλη, προτού φτάσει κανείς στο πλάτωμα της Στήλης των Όφεων, περνούσε κάτω από τα Τρία Αυγά. Ήταν ένας κλειστός κεραμοσκέπαστος διάδρομος και συνέδεε ένα τούρκικο αρχοντικό με τον κήπο του, που βρισκόταν στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Χάρη σε αυτόν τον διάδρομο οι γυναίκες του σπιτιού πήγαιναν από το σεράι στον μπαξέ προστατευμένες από τα αδιάκριτα μάτια.
Ο δυτικός τοίχος εξωτερικά ήταν βαμμένος κόκκινος και διακοσμημένος με τρεις οβάλ ζωγραφιές τοπίων, που θύμιζαν αυγά κι έδωσαν στο σημείο το όνομά του. Ίτς Γιουμουρτά, Τρία Αυγά.

Μια και βρισκόμαστε στην εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας, ας σημειώσουμε ότι η Αγίου Δημητρίου λεγόταν Μιδάτ πασά, η Ληταία Πύλη Γενί Καπού και η Στήλη των Όφεων Γιλάν Μερμέρ, δηλαδή μάρμαρο του φιδιού. Για τη Στήλη των Όφεων, και τη θαυμαστή αντοχή της στον χρόνο, θα μιλήσουμε σύντομα.

Η Αγίου Δημητρίου από τα ανατολικά προς τα δυτικά, το 1910. Αριστερά η Στήλη των Όφεων στην αρχική της θέση και στο βάθος τα Τρία Αυγά.

Το σπίτι με τα Τρία Αυγά πρέπει να βρισκόταν στο τετράγωνο της παλιάς Λαχαναγοράς, κοντά στη γωνία Αγίου Δημητρίου με Γυμνασιάρχου Ε. Μπουντώνα, και είναι πολύ πιθανό ότι γλίτωσε από την πυρκαγιά του 1917, για να κατεδαφιστεί αργότερα.