Ησυχία, γυρίζουμε!

Οι πρώτες ταινίες γυρίστηκαν με μηχανή λήψης μικρή σαν βαλιτσάκι, που συνήθως έμενε ακίνητη στηριγμένη σε τρίποδο. Ο οπερατέρ γύριζε με το χέρι τη μανιβέλα κι έτσι βγήκε η έκφραση «γυρίζω ταινία».
Αυτή την πληροφορία τη δίνει η ταινία του 1964 «Τον παλιό εκείνο τον καιρό». Η συγκεκριμένη ταινία δεν είχε πολλά γυρίσματα, παρά μόνον τις σκηνές του παρουσιαστή, που γυρίστηκαν στο στούντιο με σύγχρονη κάμερα. Περιλάμβανε αποσπάσματα από τις πρώτες ελληνικές ταινίες, της δεκαετίας 1920-1930, που τα παρουσίαζε με χιούμορ ο πνευματώδης Αλέκος Σακελλάριος.

Η ταινία, παραγωγή του Κλέαρχου Κονιτσιώτη, ήταν φόρος τιμής «στους πρωτοπόρους και πρωτεργάτες του ελληνικού κινηματογράφου» και αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών.
Απόσπασμά της υπάρχει στο διαδίκτυο και μπορείτε να το δείτε ΕΔΩ.

«Δάφνης και Χλόη», η πιο καλλιτεχνική ταινία του προπολεμικού ελληνικού κινηματογράφου και το πρώτο γυμνό του ευρωπαϊκού κινηματογράφου

Αναγγελία της ταινίας «Δάφνις και Χλόη» στον τύπο, 31 -1-1931

Στις 2 Φεβρουαρίου 1931 έκανε πρεμιέρα στον κινηματογράφο Αττικόν η ταινία «Δάφνις και Χλόη» της εταιρείας Άστρο Φιλμ.
Ήταν προχωρημένη ταινία για τη συντηρητική Ελλάδα του ’30, γιατί είχε μία γυμνή σκηνή – η πρώτη γυμνή σκηνή όχι μόνον του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και του ευρωπαϊκού. Κυρίως όμως ήταν μια πρωτοποριακή καλλιτεχνική ταινία.

Η γυμνή σκηνή της ταινίας ήταν σαν πίνακας ζωγραφικής και εντελώς αθώα, ωστόσο υπήρξαν αρκετοί που σκανδαλίστηκαν.

Διαβάστε τη συνέχεια

Έδισσον Βήχος – ο ηθοποιός με το ψευδώνυμο Απόλλων Μαρσύας που εντυπωσίασε με την κλασική ομορφιά του

«Ομορφιά αληθινά ελληνική. Κατατομή άριστη. Φωτογένεια καταπληκτική. Αληθινό εύρημα».
Αυτά έγραψε ο κριτικός κάποιας εφημερίδας για τον Απόλλωνα Μαρσύα, πρωταγωνιστή της ταινίας «Δάφνις και Χλόη». Ας σημειώσουμε ότι η κριτική του τόσο για την ταινία όσο και για το ταλέντο των πρωταγωνιστών ήταν αρνητική. Η ομορφιά του πρωταγωνιστή όμως ήταν αδιαμφισβήτητη.

Το καλλιτεχνικό όνομα Απόλλων Μαρσύας έδωσε ο Ορέστης Λάσκος, που υπέγραφε το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ταινίας, στον νεαρό πρωτοεμφανιζόμενο ηθοποιό Έδισσον Βήχο, που έπαιξε τον ρόλο του Δάφνη.
Ο Έδισσον Βήχος «υπήρξε μία πραγματική αποκάλυψις με την αρχαιοπρεπή κλασική ομορφιά του», αλλά δεν συνέχισε τον κινηματογράφο. Το 1933, δύο χρόνια μετά την πρώτη του επιτυχία, γύρισε την ταινία «Πρίγκηψ των αλητών», επίσης του Ορέστη Λάσκου, κι εγκατέλειψε την καριέρα του ηθοποιού.
Τα λίγα στοιχεία που έχουμε για τη ζωή του αναφέρουν ότι κατόπιν ασχολήθηκε με τη φωτογραφία. Το 1950 άνοιξε κατάστημα τέχνης σ’ ένα νεοκλασικό κτίριο της οδού Πατησίων κι εμπορευόταν πίνακες ζωγραφικής και κορνίζες.
Πέθανε στις 4 Ιουλίου του 1994, σε ηλικία 82 χρόνων.

Η Καμπουρίτσα

Στα Πευκάκια έχουν συμβεί διάφορες ιστορίες. Η πιο γνωστή είναι το επεισόδιο με τον Νίκολσον και τον νταή χωροφύλακα, που πληρώσαμε με εθνικό διασυρμό. Η ιστορία της Καμπουρίτσας είναι άγνωστη. Για να το πω πιο σωστά, δεν υπάρχει καν ιστορία. Μονάχα μια κοπέλα χωρίς όνομα, με το παρανόμι Καμπουρίτσα, κι ένα χρονογράφημα που έγραψε ο Στρατής Μυριβήλης το 1937. Ιδού το!


Η Καμπουρίτσα. Έτσι την έλεγεν όλη η γειτονιά. Ανέβαινε με πολύ αργά βήματα την ανηφοριά της οδού Σίνα και εχώνετο μέσα σε κάποιο από τα φτωχόσπιτα, στα οποία καταλήγει ο δρομάκος Λέοντος Σγουρού. Μέσα σ’ εκείνα τα παλιόσπιτα θερίζει τη φτωχολογιά το χτικιό. Και είναι στα κράσπεδα του πευκώνος του Λυκαβηττού. Εκεί κάπου χωνότανε η Καμπουρίτσα, σε μία από τις αυλές που αδειάζουνε στον δρόμο τα μπουγαδόνερα των αρρώστων και αρδεύονται οι τριγυρινοί δρόμοι όπου ανεβοκατεβαίνουν και παίζουν τα παιδάκια τεσσάρων μεγάλων σχολείων με 500 παιδιά κι απάνω το καθένα.
Μα το Ε’ τμήμα, όπου υπάγεται ο δρομάκος, είναι πολύ μακριά. Στο τέρμα της οδού Ιπποκράτους. Έτσι κανένας αστυφύλακας δεν τον τιμά δια της παρουσίας του. Διαβάστε τη συνέχεια

Το Σουφλί και το μετάξι

Το Σουφλί ήταν ένα χωριό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που ανήκε στο βιλαέτι της Αδριανούπολης. Πότε ακριβώς δημιουργήθηκε δεν γνωρίζουμε, γιατί δεν υπάρχει συστηματική καταγραφή της ιστορίας του. Υποθέτουμε ότι ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα. Η πρώτη αναφορά που γίνεται σε αυτό είναι από τον Εβλιγιά Τσελεμπί το 1667. Αναφέρει μόνον το όνομα του χωριού, αλλά η πληροφορία του είναι πολύτιμη, γιατί τουλάχιστον μαθαίνουμε ότι το 1667 το Σουφλί, Σοφουλού (Sofulu) στα τούρκικα, υπήρχε.

Το Σουφλί και ο Έβρος, ανυπόγραφο έργο ντόπιου ζωγράφου, δεκαετία ’30. Ιδιωτική συλλογή.

Η χαμένη ιστορία
Όταν ο Σταμ. Σταμ. επισκέφθηκε το Σουφλί, τον Ιούνιο του 1936, παραξενεύτηκε από τις ονομασίες που είχαν δώσει οι Σουφλιώτες σε δρόμους και συνοικίες, όπως Λέκκα, Κακοσουλίου. Ρώτησε «τον σοφόν φίλον και πολιτευτή του τόπου κ. Κωνσταντίνον Κουρτίδην, ιατρόν, άλλοτε γερουσιαστήν και υπουργόν και πάντοτε φιλόλογον και συγγραφέα», αλλά εκείνος δεν ήξερε να του απαντήσει.
«Είναι δηλωτικόν της ηπειρωτικής των Σουφλιωτών καταγωγής;» αναρωτιέται ο Σταμ. Σταμ. «Περίεργο μ’ αυτή την πόλη που ζητάει την ιστορία της, που δεν είναι μακρινή και δεν τη βρίσκει πουθενά. Το Σουφλί δεν είναι πόλις και πολύ παλαιά. Ούτε έχει ιστορία που ν’ ακουμπάει στην αρχαιότητα. Πώς έχασε τη σύγχρονή του; Πρώτα ήταν χωριό. Εδώ και εξήντα χρόνια με τον σιδηρόδρομο που πέρασε από εκεί αναδείχθηκε σε πόλη. Και σαν έγινε πλέον πόλις, λησμόνησε το παρελθόν».

Διαβάστε περισσότερα

Το πέρασμα του Έβρου

Η φωτογραφία είναι σπάνια και ανήκει στη σειρά φωτογραφιών που τράβηξε ο Θεόδωρος  Νικολέρης όταν πήγε στο Σουφλί, στη δεκαετία του ’30.
Στη δεξιά όχθη είναι ελληνικό έδαφος, στην αριστερή τούρκικο και στη μέση κυλάει ο Έβρος, το φυσικό σύνορο ανάμεσα στις δύο χώρες (εκτός από το σημείο Καστανιών-Αδριανούπολης, που μπαίνει στο τούρκικο έδαφος σχηματίζοντας το τρίγωνο του Καραγάτς).
Το ποτάμι έχει γίνει ο υγρός τάφος πολλών απελπισμένων ανθρώπων που επιχείρησαν να περάσουν μέσω Τουρκίας στην Ελλάδα. Είναι επικίνδυνο να περάσεις απέναντι νύχτα με τη βάρκα, και σχεδόν ακατόρθωτο να κολυμπήσεις στα σκοτεινά νερά για να βγεις στην αντίπερα όχθη.
Ο Έβρος είναι ένας ιδιόμορφος ποταμός με λασπώδη βυθό όπου προχωράς στο ένα μέτρο και βρίσκεσαι σε μια τρύπα τριών μέτρων. Έχει μέσα νησίδες, κορμούς δένδρων, δίνες που σε ρουφάνε και γι’ αυτό αναποδογυρίζουν εύκολα οι βάρκες.
Τα πτώματα σκαλώνουν στον λασπώδη βυθό οπότε μένουν μεγάλο διάστημα μέσα στο νερό. Πολλά κατατρώγονται από τα ψάρια, ειδικά τα παιδιά που είναι μικρά τα σώματά τους. Όταν ο Έβρος πλημμυρίζει και ανακατεύονται τα νερά, τότε τα πτώματα ανεβαίνουν στην επιφάνεια και βρίσκουμε αρκετούς.


Το κείμενο με τα πλάγια γράμματα είναι από το άρθρο Τραγωδίες στο «ποτάμι των νεκρών» του Σταύρου Τζίμα, από την Καθημερινή 11 Νοεμβρίου 2019.
Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα – μεταμφιέστηκε σε αγόρι για να βρει δουλειά και δημιούργησε ερωτικές σχέσεις με γυναίκες για να μην την υποψιαστούν

Χειμώνας του 1939. Στις πέντε τα ξημερώματα ένας νεαρός ποδηλάτης, μ’ ένα καλάθι με κούμαρα δεμένο στο ποδήλατο, πήγαινε αντικανονικά στην οδό Σικελιανού στους Αμπελόκηπους. Ένας αστυφύλακας τον σταμάτησε για να του κάνει έλεγχο. Ο ποδηλάτης δεν είχε άδεια, ο αστυφύλακας υποψιάστηκε ότι το ποδήλατο ήταν κλεμμένο και τον συνέλαβε. Νεαρός, ποδήλατο και κούμαρα βρέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Αμπελοκήπων.
— Είσαι ο και λέγεσαι.
— Θρασύβουλος Ανδριανόπουλος.

Ο νεαρός ποδηλάτης

Ο ενωμοτάρχης διέταξε την κράτησή του, γιατί ένα ποδήλατο είχε κάνει φτερά από τους Ποδαράδες και μάλλον ήταν αυτό με τα κούμαρα. Ο Θρασύβουλος κλείστηκε στο κρατητήριο. Το πρωί διατάχθηκε έρευνα στην κάμαρα που νοίκιαζε, Ηπείρου και Φυλής, μήπως βρεθούν και άλλα κλοπιμαία. Βρέθηκε μια βαλίτσα με γυναικεία ρούχα.
Άρχισε η ανάκριση.
— Τα ’κλεψες.
— Όχι.
— Βρε, τα ’κλεψες και λέγε από πού.
— Δεν τα ’κλεψα. Ορκίζομαι στα κόκαλα του πατέρα μου και της μάνας μου.
— Και πού τα βρήκες;
— Δικά μου είναι.
— Ποιον κοροϊδεύεις, ρε;
Στο σημείο αυτό ο Θρασύβουλος έφαγε μερικές σφαλιάρες, μέχρι που έβαλε τα κλάματα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του τόσο όσο…
— Δεν είμαι αγόρι. Κορίτσι είμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια

Χρίστος Τσιγγιρίδης – ο πρωτοπόρος οραματιστής που ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη τον πρώτο ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό

Η διαδρομή της ελληνικής ραδιοφωνίας έχει αφετηρία της τη Θεσσαλονίκη, την ιδιωτική πρωτοβουλία και το όραμα του ανθρώπου που έφτιαξε τον πρώτο ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό.
Τον καιρό που οι βελόνες των λιγοστών αθηναϊκών ραδιοφώνων έπιαναν μόνον ξένους σταθμούς, η Θεσσαλονίκη άκουγε τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, που ίδρυσε ο Χρίστος Τσιγγιρίδης.

Από την Ανατολική Ρωμυλία στη Γερμανία και κατόπιν στην Ελλάδα
Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης γεννήθηκε το 1877 στη Φιλιππούπολη από πλούσιους Έλληνες γονείς. Ξέσπασε το Μακεδονικό, πέθανε ο πατέρας, τα οικονομικά στένεψαν και στις αρχές του 20ου αιώνα η οικογένεια κατέφυγε στη Γερμανία. Στη Στουτγάρδη δημιούργησε μια κερδοφόρα επιχείρηση, που επέτρεψε στον Χρίστο να συνεχίσει στις σπουδές του στο εκεί Πολυτεχνείο. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός, δημιούργησε δική του οικογένεια και το 1918 ήρθε στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκε στη Λάρισα, όπου ανέλαβε τη Διεύθυνση της Εταιρείας Ηλεκτροφωτισμού και Ύδρευσης. Το όνειρό του να ιδρύσει ραδιοφωνικό σταθμό τον οδήγησε στη Θεσσαλονίκη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Το Σουφλί με την υπογραφή του Νικολέρη-μια σειρά από σπάνιες φωτογραφίες

Το Σουφλί τη δεκαετία του ’30. Φωτο Θεόδωρος Νικολέρης,
από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Κλείνει ένα ιστορικό φωτογραφείο
Το φωτογραφείο Νικολέρη είναι φημισμένο στη Θεσσαλονίκη ή καλύτερα ας πω ήταν, γιατί πριν από μερικές μέρες, στις 12 Οκτωβρίου, μια λιγόλογη ανακοίνωση στο fb μας πληροφόρησε ότι η πορεία του Studio Nikoleris έφτασε στο τέλος της. «Μετά από 90 σχεδόν χρόνια, αναγκαζόμαστε να κλείσουμε τα φώτα».

Ο ιδρυτής
Ο Θεόδωρος Νικολέρης γεννήθηκε στην Ανατολική Ρωμυλία και έμαθε την τέχνη της φωτογραφίας από φημισμένο φωτογράφο της Πόλης. Πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία, υπηρέτησε στη 12η Μεραρχία ως φωτογράφος και απαθανάτισε όλες τις φάσεις της Εκστρατείας μέχρι την καταστροφή. Οι φωτογραφίες του αποτελούν ιστορικές μαρτυρίες.
Στη Δράμα, την περίοδο του Μεσοπολέμου, έφτιαξε το πρώτο φωτογραφείο, το οποίο στη συνέχεια μετέφερε στη Θεσσαλονίκη. Τον διαδέχτηκαν οι γιοί του και τα εγγόνια του.

Στο Σουφλί
Τη δεκαετία του ’30 ο Θεόδωρος Νικολέρης βρέθηκε στο Σουφλί, όπου τράβηξε μία σειρά από φωτογραφίες. Όλες δείχνουν τμήματα της πόλης και ακολουθούν τον Έβρο, που κυλάει ανάμεσα στην ελληνική και στην τούρκικη όχθη, φυσικό σύνορο.
Τις φωτογραφίες του Νικολέρη καθώς και άλλες, που αποτυπώνουν τη ζωή στο Σουφλί λίγο πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο, παραχώρησε η οικογένεια Φωτίου Τσατσούλη (οικογένειά μου από τη μεριά της μάνας μου) και θα παρουσιαστούν σε έκθεση φωτογραφίας που θα εγκαινιαστεί στο Σουφλί τον ερχόμενο μήνα.
Οπότε για το Σουφλί θα ξαναμιλήσουμε.


Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Από το σώσμα στο γιοματάρι

Πριν τρυγηθούν τα σταφύλια, οι ταβερνιάρηδες είχαν τραβήξει το σώσμα και είχαν ξεκινήσει το καθάρισμα των βαρελιών. Μαζί μ’ αυτούς και οι μερακλήδες νοικοκυραίοι, που έβαζαν ένα-δυο βαρέλια κρασί στο κατώι για τις ανάγκες και τα ζέφκια της χρονιάς. Δρόμοι, πεζοδρόμια και αυλές γέμιζαν από άδεια κρασοβάρελα. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, ταβερνιάρηδες και παραπαίδια ανασκουμπώνονταν για να τα καθαρίσουν.

Η Πλάκα και του Ψυρή, οι κρασογειτονιές της Αθήνας όπου κάθε δρόμος είχε την ταβέρνα του και κάθε στενό το ταβερνάκι του, για λίγες μέρες άλλαζαν όψη και οσμή. Κυριαρχούσε η μυρωδιά του ρετσινιού και ακούγονταν οι κρότοι από το ξεφούντωμα των βαρελιών.

Διαβάστε τη συνέχεια