Το Σουφλί με την υπογραφή του Νικολέρη-μια σειρά από σπάνιες φωτογραφίες

Το Σουφλί τη δεκαετία του ’30. Φωτο Θεόδωρος Νικολέρης,
από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Κλείνει ένα ιστορικό φωτογραφείο
Το φωτογραφείο Νικολέρη είναι φημισμένο στη Θεσσαλονίκη ή καλύτερα ας πω ήταν, γιατί πριν από μερικές μέρες, στις 12 Οκτωβρίου, μια λιγόλογη ανακοίνωση στο fb μας πληροφόρησε ότι η πορεία του Studio Nikoleris έφτασε στο τέλος της. «Μετά από 90 σχεδόν χρόνια, αναγκαζόμαστε να κλείσουμε τα φώτα».

Ο ιδρυτής
Ο Θεόδωρος Νικολέρης γεννήθηκε στην Ανατολική Ρωμυλία και έμαθε την τέχνη της φωτογραφίας από φημισμένο φωτογράφο της Πόλης. Πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία, υπηρέτησε στη 12η Μεραρχία ως φωτογράφος και απαθανάτισε όλες τις φάσεις της Εκστρατείας μέχρι την καταστροφή. Οι φωτογραφίες του αποτελούν ιστορικές μαρτυρίες.
Στη Δράμα, την περίοδο του Μεσοπολέμου, έφτιαξε το πρώτο φωτογραφείο, το οποίο στη συνέχεια μετέφερε στη Θεσσαλονίκη. Τον διαδέχτηκαν οι γιοί του και τα εγγόνια του.

Στο Σουφλί
Τη δεκαετία του ’30 ο Θεόδωρος Νικολέρης βρέθηκε στο Σουφλί, όπου τράβηξε μία σειρά από φωτογραφίες. Όλες δείχνουν τμήματα της πόλης και ακολουθούν τον Έβρο, που κυλάει ανάμεσα στην ελληνική και στην τούρκικη όχθη, φυσικό σύνορο.
Τις φωτογραφίες του Νικολέρη καθώς και άλλες, που αποτυπώνουν τη ζωή στο Σουφλί λίγο πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο, παραχώρησε η οικογένεια Φωτίου Τσατσούλη (οικογένειά μου από τη μεριά της μάνας μου) και θα παρουσιαστούν σε έκθεση φωτογραφίας που θα εγκαινιαστεί στο Σουφλί τον ερχόμενο μήνα.
Οπότε για το Σουφλί θα ξαναμιλήσουμε.

Advertisements

Από το σώσμα στο γιοματάρι

Πριν τρυγηθούν τα σταφύλια, οι ταβερνιάρηδες είχαν τραβήξει το σώσμα και είχαν ξεκινήσει το καθάρισμα των βαρελιών. Μαζί μ’ αυτούς και οι μερακλήδες νοικοκυραίοι, που έβαζαν ένα-δυο βαρέλια κρασί στο κατώι για τις ανάγκες και τα ζέφκια της χρονιάς. Δρόμοι, πεζοδρόμια και αυλές γέμιζαν από άδεια κρασοβάρελα. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, ταβερνιάρηδες και παραπαίδια ανασκουμπώνονταν για να τα καθαρίσουν.

Η Πλάκα και του Ψυρή, οι κρασογειτονιές της Αθήνας όπου κάθε δρόμος είχε την ταβέρνα του και κάθε στενό το ταβερνάκι του, για λίγες μέρες άλλαζαν όψη και οσμή. Κυριαρχούσε η μυρωδιά του ρετσινιού και ακούγονταν οι κρότοι από το ξεφούντωμα των βαρελιών.

Διαβάστε τη συνέχεια

Πλατεία Διοικητηρίου

Κάθε φορά που βλέπω τη φωτογραφία της παλιάς πλατείας Διοικητηρίου, αναρωτιέμαι αν αυτή η μαρμάρινη τούρτα άρεσε στους παλιούς Σαλονικιούς, πώς της συμπεριφέρθηκαν και αν τη νοσταλγούν.

Ο Λεωνίδας Ζησιάδης γράφει:
«Την ίδια περίοδο, λίγο πριν τους σεισμούς της Ιερισσού, θεμελιώθηκε και ανηγέρθη το αγλάισμα της περιοχής, το «καλλιμάρμαρον» πάρκο του Διοικητηρίου. Ένα φρικαλέο αποτέλεσμα της αμηχανίας των μηχανικών να συνταιριάξουν την πλατεία που ήταν ψηλά, με την οδό Ολύμπου που ήταν χαμηλότερα. Είχε τα μάρμαρά του μονίμως χιλιοκατουρημένα από τα στίφη των αδέσποτων σκυλιών, αλλά και δικαιωματικά από τους ανηφορίζοντες νοικοκυραίους της Άνω Πόλης που κάνανε μια σύντομη στάση, φάτσα στα μάρμαρά του, παρά τις απαγορευτικές απειλές «εκ της Αστυνομίας». Και μετά συνεχίζανε ξαλαφρωμένοι ξανά και στωικά τον ανήφορο, φορτωμένοι με τα πλεμάτια και τα ζεμπίλια τους.
Σ’ αυτό το πάρκο παίζαμε, γαμπρίζαμε, ξεφωνίζαμε τις καντάδες μας, αρπαζόμασταν, συνωμοτούσαμε, βυσσοδομούσαμε, συζητούσαμε. Ήταν η αρχαία αγορά μας. Αργότερα εκεί μέσα στήσανε και την προτομή του πρίγκιπα Νικολάου, προς μεγάλη χαρά των αρσενικών σκύλων, έτσι που τους βόλευε, ως το μόνο προεξέχον αντικείμενο του πάρκου.
Ξημερώνοντας η Κατοχή, βρήκε το πάρκο με τα ξεχαρβαλωμένα τα πιο πολλά του μάρμαρα και βρόμικο, όσο κανένα άλλο μνημείο στον κόσμο».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΖΗΣΙΑΔΗΣ, Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι, Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991.

Σήμερα στη θέση αυτή υπάρχει η πλατεία Κυπρίων Αγωνιστών, που στην πραγματικότητα είναι αρχαιολογικός χώρος. Μα όπου και να σκάψεις στη Θεσσαλονίκη, θα βρεις την παλιά πόλη. Ποιος να ξέρει άραγε αυτές πολυκατοικιάρες, γύρω από την πλατεία, τι κρύβουν στα θεμέλιά τους.

Πλατεία Κυπρίων Αγωνιστών (2) copy.jpg

Με την ευκαιρία ας πω ότι κάπου κοντά, σε απόσταση λίγων βημάτων, βρίσκονταν οι γυναικείες φυλακές της οθωμανικής πόλης, τόπος φυλάκισης και μαρτυρίου της αγίας Κυράννας. Αν κάποιος έχει εντοπίσει ακριβώς το σημείο, τον παρακαλώ να μου στείλει ένα μήνυμα.

Για τις απαγωγές κοριτσιών για εξισλαμισμό και την ξεχωριστή περίπτωση της Κυράννας, μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.

Τον καιρό που οι γυναίκες δεν φορούσαν «αντρικά» και το παντελόνι αποτελούσε προσβολή της δημοσίας αιδούς

Όταν η Ρένα έφυγε από το σπίτι του πλούσιου θείου της, όπου της φέρονταν άσχημα και τη μεταχειρίζονταν σαν υπηρέτρια, αναγκάστηκε να δουλέψει. Έψαχνε για μέρες στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων, αλλά μάταια. Άλλοτε τη θέση την είχε πάρει κάποια άλλη και άλλοτε ο εργοδότης είχε πονηρούς σκοπούς. Στην αγωνία της, της ήρθε η ιδέα να φορέσει κουστούμι και ν’ αναζητήσει δουλειά ως άντρας. Έκοψε τα μαλλιά της, συστήθηκε ως Περικλής και προλήφθηκε σαν βοηθός σοφέρ σε κάποιο πλούσιο σπίτι.

Τα τέσσερα σκαλοπάτια

Αυτά συνέβαιναν στα Τέσσερα σκαλοπάτια, μια από τις αγαπημένες ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που γυρίστηκε το 1950. 

Για πολλές δεκαετίες το παντελόνι ήταν αποκλειστικά αντρικό ρούχο και σημάδι ανδρισμού. Η φράση «εγώ φοράω παντελόνια», σήμαινε ότι αυτός που την έλεγε διέθετε εντιμότητα και ο λόγος του ήταν συμβόλαιο. Καααλά!

μόδα πλαζ 1932.jpg
1932

Εντυπωσιακές εικόνες, όπως η παραπάνω γαλλική, αναδημοσιεύονταν μεν στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά δεν είχαν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Γυναίκα με κοντά μαλλιά, τσιγάρο και παντελόνι μπορεί στη Γαλλία να θεωρούταν κομψή, αλλά στην Ελλάδα ήταν εξώλης και προώλης. Άσε που οι Έλληνες στις παραλίες εμφάνιζαν εικόνα προσφυγιάς με τις καλαθούνες, τις συμπεθέρες, τα πιτσιρίκια, τον πάτερ-φαμίλια, τα λουτρόπανα, τις ρόμπες και τα κεφτεδάκια. Διαβάστε τη συνέχεια

Στο γύρισμα της ταινίας «Αδέρφια μου, αλήτες, πουλιά»

Making of Αδέρφια μου αλήτες πουλιά.jpg

Στην παραπάνω φωτογραφία δεν πρωταγωνιστεί  ο Λαυρέντης Διανέλλος, ο γέρος αρχηγός της τσιγγάνικης φυλής ούτε η γυναίκα του, η Φρόσω Κόκκολα, αλλά ούτε και ο Τόλης Βοσκόπουλος, που θα πάρει το σκήπτρο της αρχηγίας από τον πατέρα του. Πρωταγωνιστεί μια μηχανή. Η κάμερα που χειρίζεται ο οπερατέρ Βαγγέλης Καραμανίδης, μια Arri 2c βουβή.
Arriflex, από το 1937. Ήταν η πρώτη reflex 35mm, γερμανικής κατασκευής. Το καλοκαίρι του 1936, που η Λένι Ρίφενσταλ γύρισε στην Ελλάδα την ταινία «Ολυμπία», το φιλμ των Ολυμπιακών Αγώνων του 1936, η μηχανή δεν ήταν ακόμα σε χρήση.

Ολυμπία 1936 Ρίφενσταλ.jpg

Χρησιμοποιήθηκε αργότερα, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από τον γερμανικό στρατό και τη γερμανική αντικατασκοπεία για την κινηματογράφηση των πολεμικών επιχειρήσεων. Ήταν απίστευτης αντοχής, δεν πάθαινε τίποτα στους μείον 30 βαθμούς, γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκε και στην εκστρατεία κατά της Ρωσίας. Τα φιλμ που τραβήχτηκαν με την Arriflex 35 χρησίμεψαν ως αποδεικτικά στη δίκη της Νυρεμβέργης. Η μηχανή απόκτησε ιστορική σημασία.
Αργότερα χρησιμοποιήθηκε από την κινηματογραφική βιομηχανία της Αμερικής, για να γυριστούν ταινίες, όπως Easy Rider, Enter the Dragon, A Clockwork Orange.
Είχε πολύ ωραίο βιομηχανικό σχεδιασμό και ο μηχανισμός της ήταν πολύ απλός. Δεν είναι τυχαίο που, παρά την ψηφιακή επανάσταση, αντέχει ακόμα.


Ευχαριστώ τον Δημήτρη Μπέλλο για τη φωτογραφία από τα γυρίσματα της ταινίας «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά» και τις πληροφορίες.

H EMFI της γειτονιάς. Αντίο ΕΒΓΑ!

ΕΒΓΑ1940
1940

Έχει κι άλλο

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Τσάκο και Ντανιέλ

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

εβραίοι φορτώνουν καράβι
Στο φόρτωμα και στο ξεφόρτωμα των καϊκιών.

Μέσα σε όλο τον κόσμο που έτρεχε κυνηγώντας το καρβέλι, οι συντοπίτες μας οι Εβραίοι τρέχανε κι αυτοί πρώτοι και καλύτεροι, κάνοντας εκτός των άλλων πολλά χαρακτηριστικά επαγγέλματα. Ήταν οι μεταπράτες της αγοράς, που είχαν ειδικευτεί σε δουλειές του ποδαριού. Αυτοί, που δίνανε το δικό τους τόνο στην αγορά και στις γειτονιές. Μια έβλεπες τον Τσάκο να πουλάει σε καρότσι ροδάκινα «λίγο χτυπημενα, λίγο βαρεμένα», φτηνά, να φάει η φτωχολογιά, που τα διαπραγματεύτηκε από κάποιο καΐκι πριν τα πετάξουν ανοιχτά στη θάλασσα, και την άλλη, να πουλάει ο ίδιος, υφάσματα «της πυρκαγιάς και της ασφάλειας», που τα απέσπασε από κάποιο στοκ συμπατριώτη του εμπόρου. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Λεμονάδα μπούζι-μπούζι

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

Στην πλατεία μας, περαστικός αυτός, ερχότανε κι ο λεμονατζής. […] Ήταν ένας Μικρασιάτης γεράκος που δρόσιζε τον κόσμο τα καλοκαίρια στις κάψες. Γυρνούσε φαίνεται όλη τη Θεσσαλονίκη, γιατί τον θυμόμουν να περνάει κι απ’ την παλιά μας γειτονιά στην Μπότσαρη και αργότερα τον βλέπαμε σχεδόν παντού: στην παραλία, στα Λαδάδικα, στο Βαρδάρι, ακόμα και στο Ντεπώ. Δεν τον είδα ποτέ στην Τσιμισκή γιατί, φαίνεται, το καταναλωτικό της κοινό ήταν ακατάλληλο να γευθεί την ανατολίτικη λεμονάδα του.

lemonade seller in Salonika 1890

Είχε βράκα μικρασιάτικη με σελάχι. Στα πόδια φορούσε μυτερά γιεμενιά και στο κεφάλι είχε δεμένο ένα κίτρινο μαντίλι. Μια κάτασπρη ποδιά συμπλήρωνε το σύνολο. Η γραφική του φιγούρα της λαγγεμένης Ανατολής περνούσε απ’ τις γειτονιές και πότιζε λεμονάδα τον κόσμο, να ξεδιψάσει. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Ο παπλωματάς

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

παπλωματάς

Ένας τορβάς στην πλάτη, πιασμένος μ’ ένα φαρδύ ιμάντα, περασμένος λοξά, από τον ώμο ώς τη μέση. Μέσα στον τορβά διάφορα εργαλεία, υλικά ραπτικής και αρκετό αφράτο μπαμπάκι. Πασπαλισμένος από την κορυφή μέχρι τα νύχια με άσπρες νιφάδες μπαμπακιού, που του άσπριζαν τα μαλλιά, μουστάκια και φρύδια, περνούσε τα πρωινά από τις γειτονιές μας ο παπλωματάς. Στο ένα χέρι κρατάει ένα παράξενο εργαλείο, κάτι σαν πελώριο δοξάρι βιολιού, μακρύ ίσα με δύο μέτρα, που έχει πάνω του τεντωμένο ένα χοντρό βούνευρο για χορδή. Στον ώμο του έχει κρεμασμένο ένα χοντρό κι ένα μεγάλο ξύλινο εργαλείο στο σχήμα μιας οκάρικης μπουκάλας, με τον πάτο της να εξέχει περιμετρικά. Διαβάστε τη συνέχεια

Η χειροκίνητη μηχανή του κιμά

η μηχανή του κιμά της γιαγιάς 1931
1931

Η χειροκίνητη μηχανή του κιμά, ίδια μ’ αυτήν κάτω αριστερά στη διαφήμιση, ήταν ένα από τα εργαλεία του νοικοκυριού που βρήκα στο σπίτι της γιαγιάς μου. Κόκκινη, μεταλλική, βαριά. Βιδωνόταν στον πάγκο της κουζίνας και, με το γύρισμα της μανιβέλας, άλεθε το κρέας «εις διάφορα χόνδρα». Όπως λέει η διαφήμιση άλεθε επίσης πουρέ, χορταρικά, φρούτα, αμύγδαλα κλπ. Η νοικοκυροσύνη της γιαγιάς μου δεν εμπιστεύτηκε ποτέ τα μύγδαλα στη μηχανή του κιμά. Τα μύγδαλα έπρεπε να κοπανηθούν στο χέρι.
Κάποιες άλλες παλιές νοικοκυρές δεν εμπιστεύονταν ούτε το κρέας στη μηχανή του κιμά. Το κρέας έπρεπε πρώτα να χτυπηθεί με το ειδικό σφυρί με τα δοντάκια για να μαλακώσει και να γίνει πλακέ. Ύστερα γινόταν κιμάς με δύο μακριά μαχαίρια, που διασταυρώνονταν με μεγάλη γρηγοράδα σχηματίζοντας μικρές τομές σε σχήμα Χ. Το θέαμα της νοικοκυράς, που χειριζόταν τα μαχαίρια με επιδεξιότητα σαμουράι, έδινε στην έκφραση «θα σε κάνω κιμά» μια πολύ τρομακτική διάσταση.