Οι παράγκες στα Ταμπούρια και στην Ανάσταση

Με την καταστροφή του ’22 έφτασαν στον Πειραιά καραβιές οι πρόσφυγες. Πεινασμένοι και δυστυχείς ζούσαν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σε τσαντίρια. Οι Πειραιώτες τους είδαν σαν ξένους και τους αντιμετώπισαν εχθρικά. Για να εγκατασταθούν, τους παραχωρήθηκε το παλιό νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, που βρισκόταν έξω από την πόλη, στη δυτική άκρη. Ο χώρος δεν έφτανε. Οι πρόσφυγες εξαπλώθηκαν σε όλη τη Δραπετσώνα και βόρεια προς το Κερατσίνι και τα Ταμπούρια.
Βλέποντας τα Ταμπούρια και την Ανάσταση σήμερα, δεν είναι εύκολο να φανταστούμε πως κάποτε ήταν συνοικισμοί γεμάτοι άθλιες παράγκες, που στέγαζαν τους πρόσφυγες της Μικρασίας και του Πόντου. Το κράτος δεν είχε ιδέα πώς ήταν η ζωή εκεί, γιατί μέσα από τα γραφεία δεν μπορούσε να δει τη ζοφερή πραγματικότητα. Ελάχιστοι αρμόδιοι πάτησαν το πόδι τους στους συνοικισμούς.

Ταμπούρια Ανάσταση 1931 τίτλος
Φεβρουάριος 1931

Διαβάστε τη συνέχεια

Advertisements

Καραγιώργη Σερβίας 4, μέγαρο Καλλιγά – Η ιστορία του από τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο

Στον αριθμό 4 της οδού Καραγιώργη Σερβίας, στη θέση που σήμερα βρίσκεται ένα σύγχρονο κτίριο γραφείων, υπήρχε το μέγαρο Καλλιγά. Το έχτισε ο Παύλος Καλλιγάς στα τέλη της δεκαετίας του 1840 για κατοικία του. Εκεί στεγάστηκε η εφημερίδα Ελευθερία από το 1945 μέχρι τις 6 Ιανουαρίου 1957, που μεταφέρθηκε λόγω της επικείμενης κατεδάφισης του μεγάρου.
Ήταν θλιβερό το θέαμα της ταμπέλας «Πωλούνται τα υλικά κατεδαφίσεως», που αναρτήθηκε στον εξώστη του μεγάρου. Όχι μόνον για τους συνεργάτες της εφημερίδας, αλλά για όσους αγαπούσαν τα παλιά και όμορφα κτίρια της Αθήνας, που το ένα μετά το άλλο γίνονταν υλικά κατεδαφίσεως προς πώληση.
Πριν από λίγους μήνες ξαναμιλήσαμε για το μέγαρο Καλλιγά. Αξίζει όμως να επανέλθουμε, για να δούμε την ιστορία του κτιρίου και των ανθρώπων του, όπως την αφηγείται ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος στο άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία, μια εβδομάδα μετά τη μεταφορά της από το μέγαρο.

Μέγαρο Παύλου Καλλιγά-Ιανουάριος1957
Μέγαρο Καλλιγά, Ιανουάριος 1957.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η εξέδρα του Φαλήρου και η αυτοθυσία ενός αινιγματικού μοναχού

Το Φάληρο ήταν ένα κοσμικό προάστιο με πολλή κίνηση. Το καλοκαίρι ήταν καταφύγιο δροσιάς για Αθηναίους και Πειραιώτες και τον χειμώνα, λόγω των κέντρων του και των δύο μεγάλων ξενοδοχείων, του Γκραντ Οτέλ και του Ακταίον, συγκέντρωνε την αριστοκρατία των δύο πόλεων.

«Σήμα κατατεθέν» του ήταν η περίφημη εξέδρα, τόπος αναψυχής, περιπάτου, συναντήσεων και γνωριμιών, αλλά και επίσημων εκδηλώσεων και τελετών. Διαβάστε τη συνέχεια

Τίγκα ή κάργα;

ΚΤΕΛ ΚατούναΔιηγούνται μια ευτράπελη ιστορία για ένα λεωφορείο της Αιτωλοακαρνανίας, που πήγαινε στο Αγρίνιο. Λοιπόν, το λεωφορείο έκανε στάσεις στα διάφορα χωριά και σύντομα γέμισε από φοιτητές και φαντάρους, που είχαν πάει στα σπίτια τους για τις γιορτές και τώρα γύριζαν στις σχολές και στις μονάδες τους. Μόλις το είδαν στην Μπαμπίνη να έρχεται από μακριά, εκείνοι που το περίμεναν άρχισαν να φιλιούνται με τους συγγενείς τους και ν’ αποχαιρετιούνται. Πλησίασε το λεωφορείο, έκοψε ταχύτητα ο οδηγός, άνοιξε την πόρτα ο εισπράκτορας «Μη φλιέστι ντιπ! Είμαστι τίγκα!» τους φώναξε και το λεωφορείο πέρασε χωρίς να σταματήσει ντιπ!

Λένε ότι η ιστορία είναι αληθινή. Δεν το πολυπιστεύω. Μάλλον πειραχτική για την αβροφροσύνη μας και την ντοπιολαλιά μας είναι. Εμείς δεν θα λέγαμε «Είμαστι τίγκα». «Είμαστι κάργα» θα λέγαμε, καμάρι μ’.

Ο σταθμός υπεραστικών λεωφορείων Πελοποννήσου και το ξενοδοχείο Δελφοί

 

Το 1946 εγκαινιάστηκε ο σταθμός υπεραστικών λεωφορείων Αθηνών-Πελοποννήσου. Βρισκόταν σε μικρή απόσταση από την Ομόνοια, στην οδό Βηλαρά γωνία με πλατεία Αγίου Κωνσταντίνου, δίπλα στο ξενοδοχείο Δελφοί.

 

Στην παραπάνω φωτογραφία διακρίνεται ένα τμήμα του ξενοδοχείου Δελφοί, η είσοδος του μπαρ και η είσοδός του ξενοδοχείου από την πλατεία Αγίου Κωνσταντίνου. Το ξενοδοχείο βρισκόταν και βρίσκεται στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου διαγωνίως απέναντι από το Εθνικό Θέατρο, λειτουργεί μέχρι σήμερα και είναι ένα από τα όμορφα κτίρια της Αθήνας.

 

Ταξίδι με παλιό λεωφορείο, από κείνο με τη σκάλα και τον μουσαμά στη σχάρα

Σε κάποιο πρακτορείο υπεραστικών λεωφορείων, παλιά. Ο κόσμος που θα ταξιδέψει μαζεύεται κοντά στο λεωφορείο, για να παραδώσει τις αποσκευές. Βαλίτσες μονόχρωμες και καρό, βαλιτσάκια δερμάτινα, καλάθια με πεσκέσια που το άνοιγμα κλείνει με πανί ραμμένο με σακοράφα, καλαθούνες, μπόγοι, κούτες, σακιά, νταμιτζάνες, ντενεκέδες… τα είδη ταξιδιού της εποχής. Κάποιος έχει ανέβει τη σκάλα και περιμένει στον ουρανό του λεωφορείου και κάποιος άλλος παίρνει τα πράγματα που του δίνουν οι επιβάτες και αρχίζει το φόρτωμα. Ο ένας δίνει, ο άλλος παίρνει και συνεννοούνται με φωνές. Αυτός στην οροφή φορτώνει, ταχτοποιεί και δένει τις αποσκευές στη σχάρα. Όταν τελειώσει, ρίχνει από πάνω έναν μουσαμά για προστασία και κατεβαίνει.
Οι ταξιδιώτες επιβιβάζονται, η μηχανή μουγκρίζει, κάποιοι σταυροκοπιούνται και το ταξίδι ξεκινάει. Το παλιό υπεραστικό λεωφορείο δεν έχει καμία σχέση με τα σύγχρονα. Διαβάστε τη συνέχεια

Μάρκος Μέσκος

Μάρκος Μέσκος 2

Πρώτη πρώτη είδηση της νέας χρονιάς ο θάνατος του Μάρκου Μέσκου. Πόσο σπουδαίος υπήρξε για τα ελληνικά γράμματα και πόσο συγκροτημένη, ξεχωριστή κι εκλεκτή προσωπικότητα ήταν αυτός ο ουμανιστής κομμουνιστής, όπως είχε αυτοχαρακτηριστεί, έχουν πει και θα πουν άνθρωποι που ξέρουν.
Εγώ θα έπρεπε να έχω πει ευχαριστώ. Το είπα όταν έπρεπε; Το είπα όπως έπρεπε;
Στο ξεκίνημά μου πέρασα από τις εκδόσεις ΑΣΕ, τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, με τις οποίες συνεργαζόταν ο Μάρκος Μέσκος κι έτσι τον γνώρισα. Ήξερα ότι είναι ποιητής. Αλλά να που ήξερε από γραφιστική, από αρχιτεκτονική του βιβλίου και από εικονογράφηση. Ήταν μια ζεστή αγκαλιά, κατανοούσε βαθιά τις αγωνίες του νέου ανθρώπου και στάθηκε γενναιόδωρος στις συμβουλές –συμβουλές από κείνες που είναι μπούσουλας για τα επόμενα χρόνια. Στη μικρή μας γνωριμία, ο μεγάλος Μάρκος Μέσκος ήταν σχολείο.
Τον τελευταίο μήνα αυτά τα σκεφτόμουν έντονα και αναρωτιόμουν: «Άραγε ξέρει πόσο σημαντικός υπήρξε για μένα τον καιρό που ήμουν σφουγγάρι που ρουφούσε όσα θα μου στέκονταν πολύτιμα; Άραγε ξέρει ότι εκείνη η περίεργη συμβουλή «Μη φοβάσαι να τυποποιηθείς» μ’ έκανε να διαλέξω με μεγάλη σιγουριά το κόμικς, όχι μόνον επειδή απλώς μου άρεσε; Φυσικά το ξέρει».
Φυσικά το ήξερε. Αλλά θα ’πρεπε κι εγώ να το έχω πει.