Οικόπεδα με δόσεις

οικόπεδα Ακρόπολις 3-1-1940

1940

Η ανάγκη των ανθρώπων ν’ αποκτήσουν «ένα κεραμίδι για να βάλουν από κάτω το κεφάλι τους» έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους επιτήδειους. Στήθηκαν μεγάλες επιχειρήσεις που αγόραζαν ή καταπατούσαν κομμάτια γης κοντά στην Αθήνα ή κοντά σε χωριά της Αθήνας ή ακόμα και σε έρημες περιοχές· τα χώριζαν σε όσο γινόταν περισσότερα τμήματα, τα βάφτιζαν οικόπεδα και τα πούλαγαν με μηνιαίες δόσεις.

1954 και 1964
Το τρεχούμενο νερό, οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, οι πλατείες και οι λεωφόροι, το σχολείο, η τακτική συγκοινωνία και ο ηλεκροφωτισμός θα παραμείνουν «υπό μελέτην».

Διαβάστε περισσότερα

Το Σουφλί και το μετάξι

Το Σουφλί ήταν ένα χωριό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που ανήκε στο βιλαέτι της Αδριανούπολης. Πότε ακριβώς δημιουργήθηκε δεν γνωρίζουμε, γιατί δεν υπάρχει συστηματική καταγραφή της ιστορίας του. Υποθέτουμε ότι ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα. Η πρώτη αναφορά που γίνεται σε αυτό είναι από τον Εβλιγιά Τσελεμπί το 1667. Αναφέρει μόνον το όνομα του χωριού, αλλά η πληροφορία του είναι πολύτιμη, γιατί τουλάχιστον μαθαίνουμε ότι το 1667 το Σουφλί, Σοφουλού (Sofulu) στα τούρκικα, υπήρχε.

Το Σουφλί και ο Έβρος, ανυπόγραφο έργο ντόπιου ζωγράφου, δεκαετία ’30. Ιδιωτική συλλογή.

Η χαμένη ιστορία
Όταν ο Σταμ. Σταμ. επισκέφθηκε το Σουφλί, τον Ιούνιο του 1936, παραξενεύτηκε από τις ονομασίες που είχαν δώσει οι Σουφλιώτες σε δρόμους και συνοικίες, όπως Λέκκα, Κακοσουλίου. Ρώτησε «τον σοφόν φίλον και πολιτευτή του τόπου κ. Κωνσταντίνον Κουρτίδην, ιατρόν, άλλοτε γερουσιαστήν και υπουργόν και πάντοτε φιλόλογον και συγγραφέα», αλλά εκείνος δεν ήξερε να του απαντήσει.
«Είναι δηλωτικόν της ηπειρωτικής των Σουφλιωτών καταγωγής;» αναρωτιέται ο Σταμ. Σταμ. «Περίεργο μ’ αυτή την πόλη που ζητάει την ιστορία της, που δεν είναι μακρινή και δεν τη βρίσκει πουθενά. Το Σουφλί δεν είναι πόλις και πολύ παλαιά. Ούτε έχει ιστορία που ν’ ακουμπάει στην αρχαιότητα. Πώς έχασε τη σύγχρονή του; Πρώτα ήταν χωριό. Εδώ και εξήντα χρόνια με τον σιδηρόδρομο που πέρασε από εκεί αναδείχθηκε σε πόλη. Και σαν έγινε πλέον πόλις, λησμόνησε το παρελθόν».

Διαβάστε περισσότερα

Λουκούμι στο καφενείο του Μπαλτά, στο Μεσολόγγι

Το καφενείο του Μπαλτά ήταν ονομαστό στο Μεσολόγγι. Η φωτογραφία τραβήχτηκε κάποια χειμωνιάτικη μέρα, γιορτινή ή Κυριακή. Ο χώρος ανάμεσα στο καφενείο και τις γραμμές του τρένου είναι φίσκα από τον κόσμο που απολαμβάνει τον καφέ του και τον χειμωνιάτικο ήλιο. Ακόμα και τα ακριανά τραπέζια είναι πιασμένα.

Μερικοί έχουν έρθει με τις συζύγους και τα παιδιά τους, όπως ο αξιωματικός που κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό παιδί. Οι πολίτες φοράνε κουστούμι, γραβάτα, καπέλο και παλτό. Οι κυρίες, με καπέλο όπως απαιτούσε η κομψή εμφάνιση της εποχής, έχουν γυρισμένη την πλάτη στον φωτογράφο.

Τις καθημερινές μπορεί να φορούσαν μαντίλι και οι άντρες τραγιάσκα, αλλά για μια τέτοια περίσταση έχουν βάλει όλοι τα καλά τους.
Ο σκύλος, που βρήκε ανθρώπινη συντροφιά και ζεστασιά, κοιμάται του καλού καιρού δίπλα στις γραμμές.
Οι Κυριακές και οι γιορτές ήταν πανηγύρι για τα παιδιά. Περίμεναν με λαχτάρα την επίσκεψη στο καφενείο του Μπαλτά, γιατί θα έτρωγαν ολόγλυκο λουκούμι. Εκεί, στη δεκαετία του ’30, ένα λουκούμι ήταν μεγάλη υπόθεση.
Τα λέω καλά, βρε Κατερίνη;


Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Της αγίας Αικατερίνης σήμερα. Χρόνια πολλά, ρε Κατινάκι!

Η Κατίνα ήταν η επίσημη του Τζογέ. Ο Τζογές ήταν μάγκας και όπως όλοι μάγκες ήταν εχθρός του γάμου, οπότε, παρ’ όλο που ήταν δικός της μέχρι Παναγία, όλα τα χρόνια που δημοσιευόταν η «Στήλη του Τζογέ», την Κατίνα την είχε αστεφάνωτη.

Βραδυνή 1-2-1931 Τζογές

Συνήθως την αποκαλούσε Κατινάκι, κυρίως λόγω μαγκιάς και όχι τρυφερότητας, όπως για παράδειγμα αποκαλούσε και τον φίλο του τον Νίκουρδα, Νικουρδάκι. Τα δώρα που της  κάνει τη μέρα της γιορτής της δείχνουν ότι η ζωή της με τον Τζογέ δεν είναι καθόλου ανέφελη.
Ο Τζογές ήταν δημιούργημα του Σώτου Πετρά και δημοσιευόταν από το 1925 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40 στην εφημερίδα Βραδυνή.

tzoges_vradinis_1926
Εικονογράφηση του Κλεόβουλου Κλώνη, από το βιβλίο «Τζογές», 1926.

Τα δώρα μου
Σήμερα γιορτάζεις. Είναι, ρε Κατίνα μου, μα την αγία Κατήγκω, για μένα η μεγαλύτερη γιορτή στο εμερολόγιο που την αισθάνομαι ψυχικώς και την πονάω. Αφ’ τον καιρό που έμπλεξα μετά σένανε απ’ όλες τις άγιες συμπαθάω τη σήμερον εορτάζουσαν για χατίρι σου κι έχω μοιραίως κάθε μέρα της Αγίας Αικατερίνης. Σήμερις είναι για μένα αργία και φόνων κατάλυσις. Σπάω το κεφάλι μου, ρε εορτάζουσα, τι δώρο να χαρίσω σένα που μου ’χεις χαρίσει το μόνο δώρο εκ Θεού… την ομορφιά σου. Να σου χαρίσω την Αθήνα ολόκληρη, το Παρίσι, την Κενωνία των Εθνώνε, τον Ινδικό Ωκεανό, τι διάλο; Αφ’ τις λίγες οικονομίες που ’χω σου στέρνω σήμερις με τους δυο δωρηφόρους μου, τον Γαλέρα και το Μάριο, τα φτωχά μου δώρα. Φοβού τους μάγκες και δώρα φέροντας.
Άνοιξε το ζεμπιλάκι και θα γδεις περιεχόμενο μια βολά. Διαβάστε τη συνέχεια

Το παμπάλαιο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που εξαφανίστηκε στην πυρκαγιά του 1890 και ο σοφός Πέτρος Ν. Παπαγεωργίου

Ο ναός του πολιούχου της Θεσσαλονίκης βρίσκεται στο τετράγωνο των οδών Αγίου Δημητρίου, Σελεύκου, Κασσάνδρου, Αγίου Νικολάου.
Η οδός Αγίου Νικολάου δεν τιμά τον άγιο Νικόλαο, αλλά ένα εκκλησάκι του, που υπήρχε μέχρι το 1890 πίσω από το Κασιμιέ τζαμί (δηλαδή πίσω από τον ναό του αγίου Δημητρίου, ο οποίος επί οθωμανικής κυριαρχίας είχε μετατραπεί σε τζαμί).
Οι Σαλονικιοί έχοντας έντονα χαραγμένο στη μνήμη τους τον σφαγιασμό των εφτά χιλιάδων άμαχων στο Ιπποδρόμιο, τόσο που ακόμα και σήμερα κάποιοι λένε ότι ακούν απελπισμένες κραυγές και ποδοβολητό αλόγων, έπλασαν την παράδοση ότι το εκκλησάκι χτίστηκε από τον μετανιωμένο αυτοκράτορα Θεοδόσιο, το 390.

Στα χρόνια του Θεοδόσιου Α΄ (379-395) επιβλήθηκε ο χριστιανισμός ως επίσημη και μοναδική θρησκεία του κράτους. Η ανεξιθρησκεία πήγε περίπατο. Ο Θεοδόσιος έθεσε εκτός νόμου την παλιά θρησκεία, κυνήγησε άγρια τους οπαδούς της, δήμευσε τις περιουσίες τους, κατεδάφισε ναούς και μνημεία τους και κατάργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο τουρμπές του Μουσά μπαμπά

Ο τουρμπές του Μουσά μπαμπά σε επιχρωματισμένη καρτ ποστάλ. Η λεζάντα τον αναφέρει ως ορθόδοξο μοναστήρι.

Η σημερινή πλατεία Τερψιθέας στην Άνω Πόλη ήταν άλλοτε ο περίβολος ενός τεκέ δερβίσηδων του τάγματος των μπεκτασήδων. Απομεινάρι αυτού του τεκέ είναι ο τουρμπές του Μουσά μπαμπά – ένας οκτάγωνος θολοσκέπαστος τάφος, ο μοναδικός τουρμπές που σώζεται ακέραιος στη Θεσσαλονίκη και ο ένας από τους δύο τάφους που έχουν απομείνει στην πόλη. Ο άλλος είναι στη Ροτόντα, όπου αναπαύεται ο Χορτάτζ Σουλεϊμάν εφέντης, σεΐχης και άγιος στον οποίο αποδίδονται πολλά θαύματα.
Ο δερβίσης Μουσά μπαμπά ήταν προφανώς θρησκευτικός πατέρας και φωτισμένος άνθρωπος που με την αγιοσύνη του δόξασε την πίστη του, γι’ αυτό και τάφηκε στην αυλή του μοναστηριού.

Διαβάστε περισσότερα

Τα μουσουλμανικά νεκροταφεία της παλιάς Θεσσαλονίκης

Μνήματα στο εκτός των ανατολικών τειχών μεγάλο μουσουλμανικό νεκροταφείο .

Έχουμε μιλήσει για τα νεκροταφεία στα ανατολικά τείχη. Καταλάμβαναν μια τεράστια έκταση, που άρχιζε από Γεντί Κουλέ κι έφτανε στο πάρκο της ΧΑΝΘ. Μια απέραντη περιοχή ήταν καλυμμένη με τάφους χριστιανών, μουσουλμάνων, εβραίων, ντονμέδων…

Εκτός από το μεγάλο και παμπάλαιο νεκροταφείο, έξω από τα ανατολικά τείχη, που συνόρευε με το ντονμέδικο και τα Εβραϊκά Μνήματα, στην παλιά Θεσσαλονίκη υπήρχαν και άλλα μουσουλμανικά νεκροταφεία:

Διαβάστε περισσότερα

Το πέρασμα του Έβρου

Η φωτογραφία είναι σπάνια και ανήκει στη σειρά φωτογραφιών που τράβηξε ο Θεόδωρος  Νικολέρης όταν πήγε στο Σουφλί, στη δεκαετία του ’30.
Στη δεξιά όχθη είναι ελληνικό έδαφος, στην αριστερή τούρκικο και στη μέση κυλάει ο Έβρος, το φυσικό σύνορο ανάμεσα στις δύο χώρες (εκτός από το σημείο Καστανιών-Αδριανούπολης, που μπαίνει στο τούρκικο έδαφος σχηματίζοντας το τρίγωνο του Καραγάτς).
Το ποτάμι έχει γίνει ο υγρός τάφος πολλών απελπισμένων ανθρώπων που επιχείρησαν να περάσουν μέσω Τουρκίας στην Ελλάδα. Είναι επικίνδυνο να περάσεις απέναντι νύχτα με τη βάρκα, και σχεδόν ακατόρθωτο να κολυμπήσεις στα σκοτεινά νερά για να βγεις στην αντίπερα όχθη.
Ο Έβρος είναι ένας ιδιόμορφος ποταμός με λασπώδη βυθό όπου προχωράς στο ένα μέτρο και βρίσκεσαι σε μια τρύπα τριών μέτρων. Έχει μέσα νησίδες, κορμούς δένδρων, δίνες που σε ρουφάνε και γι’ αυτό αναποδογυρίζουν εύκολα οι βάρκες.
Τα πτώματα σκαλώνουν στον λασπώδη βυθό οπότε μένουν μεγάλο διάστημα μέσα στο νερό. Πολλά κατατρώγονται από τα ψάρια, ειδικά τα παιδιά που είναι μικρά τα σώματά τους. Όταν ο Έβρος πλημμυρίζει και ανακατεύονται τα νερά, τότε τα πτώματα ανεβαίνουν στην επιφάνεια και βρίσκουμε αρκετούς.


Το κείμενο με τα πλάγια γράμματα είναι από το άρθρο Τραγωδίες στο «ποτάμι των νεκρών» του Σταύρου Τζίμα, από την Καθημερινή 11 Νοεμβρίου 2019.
Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Ένας φίλος που χάνεται

Γενναίο, πιστό, έξυπνο, δυνατό και ακούραστο. Το τσοπανόσκυλο είναι ένα ζώο πολύτιμο! Από τα αρχαία χρόνια η φυλή του ελληνικού ποιμενικού συντροφεύει τον τσοπάνο, φυλάει το κοπάδι, προστατεύει από τον κίνδυνο, χύνεται στον εισβολέα.
Όταν ο Σταμ. Σταμ. ανέβηκε στο Καϊμακτσαλάν και είδε τα σκυλιά των Σαρακατσάνων τα αποκάλεσε αρκουδόσκυλα. Τα τσοπανόσκυλα φτάνουν τα 60 με 70 κιλά βάρος και τους 75 πόντους ύψος.
Η κλειστή νομαδική ζωή των αφεντικών τους τα προφύλαξε από την επαφή με άλλα σκυλιά και η φυλή διατηρήθηκε καθαρή για αιώνες. Όμως η αστικοποίηση των νομάδων και οι ανεξέλεγκτες διασταυρώσεις είχαν σαν αποτέλεσμα να γίνει ο ελληνικός ποιμενικός είδος υπό εξαφάνιση.

Άξια χέρια

Πόση τέχνη και ομορφιά στα ρούχα αυτής της Λευκαδίτισσας –ηλικιωμένης, όπως δείχνουν τα σημάδια του χρόνου στο χέρι της. Το λεπτό μαντίλι με τη δαντέλα γύρω-γύρω, η μπέρτα πλεγμένη με βελονάκι κι από κάτω η ζακέτα πλεγμένη με βελόνες, όλα φτιαγμένα από τα δικά της άξια χέρια.

Η φωτογραφία αναρτήθηκε στην ομάδα του fb KONTARENA – LEFKADA – GREECE / ΚΟΝΤΑΡΑΙΝΑ – ΛΕΥΚΑΔΑ – ΕΛΛΑΔΑ