Χαμιδιέ με Εγνατία, στο Σιντριβάνι

Μαλαμίδης_Σιντριβάνι
Από το αρχείο του Μάνου Μαλαμίδη.

Η λεζάντα της κάρτας λέει Πλατεία και Σιντριβάνι της Καλαμαριάς. Δεν πρόκειται για τη σημερινή Καλαμαριά, αλλά για την περιοχή μεταξύ Ευκλείδη και Θεαγένειου.
Ο λόγος που διάλεξα αυτή τη φωτογραφία δεν είναι επειδή δείχνει το Σιντριβάνι (άλλωστε δεν καλοφαίνεται), αλλά επειδή δείχνει ολόκληρο το κτίριο πίσω του. Στο ισόγειο στεγαζόταν το καφενείο του Μήττα και από πάνω η Καταδίωξη, που αργότερα έγινε Γενική Ασφάλεια (θάλαμος και καλοπέραση). Οι γραμμές του τραμ στρίβουν στον δρόμο που βρίσκεται το φορτηγό, στην Εγνατία.

Σιντριβάνι καταδίωξη
Το Σιντριβάνι, το καφενείο του Μήττα και η Καταδίωξη, τέλος 19ου αι.
Χαμιδιέ και συντριβάνι
Οι γραμμές του τραμ ανέβαιναν τη Χαμιδιέ κι έστριβαν στην Εγνατία. Δεξιά από το Σιντριβάνι ήταν το καφενείο Σουφλίον, όπου σύχναζε η διανόηση της Θεσσαλονίκης.

Στο Σιντριβάνι κατέληγε η λεωφόρος Χαμιδιέ, η σημερινή Εθνικής Αμύνης. Για την κατασκευή της κατεδαφίστηκε το νότιο τμήμα των ανατολικών τειχών. Είχε προηγηθεί η κατεδάφιση του τείχους της παραλίας και η Θεσσαλονίκη δεν είναι πλέον περίκλειστη πόλη.

περίκλειστη πόλη

Πικρό, μικρό μου Τάιντ, αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα

Το Tide, στη δεκαετία του ’50, διαφημιζόταν στην Αμερική με τετράχρωμη εικόνα. Στην Ελλάδα του 1959 με απλή διχρωμία, για λόγους οικονομίας.

Ήταν απορρυπαντικό σε σκόνη για πλύσιμο στο χέρι. Σκάφη, τρίψιμο, μπουγαδόνερα, σκύψιμο και ξεμέσιασμα. Η νοικοκυρά της ελληνικής διαφήμισης είναι μες στην καλή χαρά, γιατί δεν κόβεται η μέση της και δεν χαλάνε τα χέρια της.

Το Tide κυκλοφορούσε σε κουτί και σε φακελάκι. Αν δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της, η νοικοκυρά είχε το δικαίωμα να επιστρέψει όσο «πλυντικό μέσο» περίσσεψε και να πάρει πίσω τα λεφτά της διπλά. Πλυντικό μέσον, γιατί παρ’ όλο που το Tide διέθετε «απορρυπαντικότητα», όπως αναφέρει η διαφήμιση, η λέξη απορρυπαντικό δεν χρησιμοποιούταν.

Διαβάστε τη συνέχεια

Μπίρα Άλφα

Μπίρα Άλφα νοε 1968
Νοέμβριος 1968, ολοσέλιδη διαφήμιση σε οπισθόφυλλο περιοδικού.

Για εκατό χρόνια οι Έλληνες ήξεραν μόνον την μπίρα ΦΙΞ. Αρχές της δεκαετίας του ’60 έκανε την εμφάνισή της η Ελληνική Ζυθοποιία και η μπίρα Άλφα, η πρώτη μπίρα με ελληνικό όνομα, που γραφόταν με ελληνικούς χαρακτήρες. Η τρίτη μπίρα που ήπιαν οι Έλληνες ήταν η Άμστελ, της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, το 1965.
Η Άλφα, αφού πέρασε από τα χέρια του Μποδοσάκη και κατόπιν του Φιξ, σταμάτησε να κυκλοφορεί το 1982. Είκοσι χρόνια αργότερα ξανακυκλοφόρησε με την ίδια συνταγή και παρόμοιο σχήμα μπουκαλιού, από την πάλαι ποτέ ανταγωνίστρια Αθηναϊκή Ζυθοποιία.

Η παρακάτω σκηνή είναι από την ταινία «Η αδερφή μου θέλει ξύλο» 1966. Ο Γιάννης Γκιωνάκης εργάζεται σαν χημικός σε κάποιο εργοστάσιο. Στην είσοδο των γραφείων φιγουράρει ένα τεράστιο μπουκάλι της μπίρας ΑΛΦΑ. Δίπλα στον Γκιωνάκη είναι ο Γιώργος Βρασιβανόπουλος, ένας σεμνός και αγαπητός ηθοποιός που γνωρίσαμε σε δεύτερους ρόλους και που υπήρξε επίσης μεταφραστής θεατρικών έργων και διασκευαστής λογοτεχνικών κειμένων για το ραδιόφωνο.

Από το σώσμα στο γιοματάρι

Πριν τρυγηθούν τα σταφύλια, οι ταβερνιάρηδες είχαν τραβήξει το σώσμα και είχαν ξεκινήσει το καθάρισμα των βαρελιών. Μαζί μ’ αυτούς και οι μερακλήδες νοικοκυραίοι, που έβαζαν ένα-δυο βαρέλια κρασί στο κατώι για τις ανάγκες και τα ζέφκια της χρονιάς. Δρόμοι, πεζοδρόμια και αυλές γέμιζαν από άδεια κρασοβάρελα. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, ταβερνιάρηδες και παραπαίδια ανασκουμπώνονταν για να τα καθαρίσουν.

Η Πλάκα και του Ψυρή, οι κρασογειτονιές της Αθήνας όπου κάθε δρόμος είχε την ταβέρνα του και κάθε στενό το ταβερνάκι του, για λίγες μέρες άλλαζαν όψη και οσμή. Κυριαρχούσε η μυρωδιά του ρετσινιού και ακούγονταν οι κρότοι από το ξεφούντωμα των βαρελιών.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η θρυλική Κοκσινέλ, που η ομορφιά της γοήτευε άντρες και γυναίκες στο καμπαρέ Καρουσέλ του Παρισιού – όπως την περιγράφει ο Μίνως Αργυράκης

Τον Απρίλιο του 1959 ο Μίνως Αργυράκης μετέφερε στις σελίδες της εφημερίδας Ελευθερία με σκίτσα και με κείμενα τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στο Παρίσι. Το άρθρο του για τη Μονμάρτη, τα μιούζικ χολ, τα καμπαρέ και το στριπτίζ ήταν ένα πικάντικο θέμα που ευχάριστα σχολίασαν οι αναγνώστες.

ΚοκσινέλΤο να γράψει όμως για το καμπαρέ Καρουσέλ, για τις πανέμορφες τρανς γυναίκες, που κάτω από το μακιγιάζ, την περούκα και το στρας ήταν πανέμορφα αγόρια (ή ήταν κάποτε), και για την ωραιότερη απ’ όλες, τη θεϊκή Κοκσινέλ, εν έτει 1959, ήθελε κάποια τόλμη.
Το άρθρο έχει πολύ ενδιαφέρον και το παραθέτω ολόκληρο. Συνοδεύεται από τρία σκίτσα του Μίνου Αργυράκη και μία φωτογραφία της Κοκσινέλ από το πρόγραμμα του καμπαρέ. Είχα την τύχη να βρω κάποιες φωτογραφίες από το πρόγραμμα του La Carrousel και τις πρόσθεσα.

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΚΑΜΠΑΡΕ ΚΑΡΟΥΣΕΛ

Αργυράκης Κοκσινέλ τίτλος Ελευθερία 19-4-1959

Ένα από τα πιο περίεργα μα και τα πιο γοητευτικά θεάματα που μονάχα στο Παρίσι μπορεί κανείς να τα απολαύσει είναι αναμφισβήτητα αυτό που βλέπει κανείς στο καμπαρέ «Καρουσέλ».
Μετά τα μεσάνυχτα μέσα στο μικρό αλλά αριστοκρατικό αυτό κέντρο, σβήνουν σιγά σιγά τα πολλά φώτα, χαμηλώνει η ορχήστρα του χορευτικούς της ρυθμούς και οι προβολείς ρίχνουν τις χρωματιστές τους ακτίνες πάνω σε κάτι πολύ αλλόκοτο. Μπροστά στα μάτια σου παρελαύνουν η μια μετά την άλλη σειρά από γυναίκες εκπάγλου καλλονής, χορεύουνε, τραγουδάνε και κάνουνε τα νούμερά τους με μια τέτοια θηλυκότητα που σπάνια μπορεί να τη συναντήσει κανείς αλλού.
Κι όμως, εδώ είναι το περίεργο, όλες οι γοητευτικές αυτές γυναίκες είναι νεαροί. Μπορείς μάλιστα να δεις και τη φωτογραφία τους, πώς δηλαδή είναι στην πραγματικότητα και στο πρόγραμμα. Ναι, ναι, έχει και συνέχεια!

Πλατεία Διοικητηρίου

Κάθε φορά που βλέπω τη φωτογραφία της παλιάς πλατείας Διοικητηρίου, αναρωτιέμαι αν αυτή η μαρμάρινη τούρτα άρεσε στους παλιούς Σαλονικιούς, πώς της συμπεριφέρθηκαν και αν τη νοσταλγούν.

Ο Λεωνίδας Ζησιάδης γράφει:
«Την ίδια περίοδο, λίγο πριν τους σεισμούς της Ιερισσού, θεμελιώθηκε και ανηγέρθη το αγλάισμα της περιοχής, το «καλλιμάρμαρον» πάρκο του Διοικητηρίου. Ένα φρικαλέο αποτέλεσμα της αμηχανίας των μηχανικών να συνταιριάξουν την πλατεία που ήταν ψηλά, με την οδό Ολύμπου που ήταν χαμηλότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια

Τον καιρό που οι γυναίκες δεν φορούσαν «αντρικά» και το παντελόνι αποτελούσε προσβολή της δημοσίας αιδούς

Όταν η Ρένα έφυγε από το σπίτι του πλούσιου θείου της, όπου της φέρονταν άσχημα και τη μεταχειρίζονταν σαν υπηρέτρια, αναγκάστηκε να δουλέψει. Έψαχνε για μέρες στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων, αλλά μάταια. Άλλοτε τη θέση την είχε πάρει κάποια άλλη και άλλοτε ο εργοδότης είχε πονηρούς σκοπούς. Στην αγωνία της, της ήρθε η ιδέα να φορέσει κουστούμι και ν’ αναζητήσει δουλειά ως άντρας. Έκοψε τα μαλλιά της, συστήθηκε ως Περικλής και προλήφθηκε σαν βοηθός σοφέρ σε κάποιο πλούσιο σπίτι.
Αυτά συνέβαιναν στα Τέσσερα σκαλοπάτια, μια από τις αγαπημένες ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που γυρίστηκε το 1950. 

Τα τέσσερα σκαλοπάτια

Η Ζινέτ Λακάζ με κοντό μαλλί και «αντρικά» στην ταινία «Τα τέσσερα σκαλοπάτια».

Για πολλές δεκαετίες το παντελόνι ήταν αποκλειστικά αντρικό ρούχο και σημάδι ανδρισμού. Η φράση «εγώ φοράω παντελόνια», σήμαινε ότι αυτός που την έλεγε διέθετε εντιμότητα και ο λόγος του ήταν συμβόλαιο. Καααλά!

μόδα πλαζ 1932.jpg

1932

Εντυπωσιακές εικόνες, όπως η παραπάνω γαλλική, αναδημοσιεύονταν μεν στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά δεν είχαν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Γυναίκα με κοντά μαλλιά, τσιγάρο και παντελόνι μπορεί στη Γαλλία να θεωρούταν κομψή, αλλά στην Ελλάδα ήταν εξώλης και προώλης. Άσε που οι Έλληνες στις παραλίες εμφάνιζαν εικόνα προσφυγιάς με τις καλαθούνες, τις συμπεθέρες, τα πιτσιρίκια, τον πάτερ-φαμίλια, τα λουτρόπανα, τις ρόμπες και τα κεφτεδάκια.
Στη δεκαετία του ’30 οι γυναίκες δεν εμφανίζονταν δημόσια φορώντας παντελόνι και όσες το τόλμησαν ή τις μάζεψε η αστυνομία ή τις έγραψαν οι εφημερίδες – ή και τα δύο μαζί.
Τα άρθρα διανθίζονταν με πικρόχολα και χλευαστικά σχόλια και με επιεικώς απαράδεκτους χαρακτηρισμούς για το ποιόν της γυναίκας και την ψυχική της υγεία. Αν μάλιστα η συμπεριφορά της ήταν αντισυμβατική, ο χαρακτηρισμός «ψυχοπαθής» ήταν ψωμοτύρι· και πλάι του κολλούσαν την πληροφορία ότι επρόκειτο περί κομμουνίστριας, γιατί, ως γνωστόν, αυτές οι κομμουνίστριες, ανέκαθεν, ήταν
ικανές για όλα.

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα

Η Χριστίνα ως Θρασύβουλος.

Η Χριστίνα δεν χαρακτηρίστηκε ούτε ψυχοπαθής ούτε κομμουνίστρια, γιατί η ιστορία της συγκίνησε το πανελλήνιο.
Εγκατέλειψε τη φτώχεια του χωριού της και την οικογενειακή εστία, που μετά τον θάνατο των γονιών μόνο δυστυχία είχε προσφέρει, φόρεσε αντρικά κι έγινε Θρασύβουλος για να κερδίσει τον επιούσιο. Έψαξε ακούραστα για δουλειά από πόλη σε πόλη της Πελοποννήσου, μέχρι που έφτασε και στην πρωτεύουσα.
Το καλοκαίρι του 1938 που ξεκίνησε η περιπέτεια, η Χριστίνα δεν ήταν παρά δεκατριών χρόνων. Δούλεψε σκληρά, έκανε φιλίες με συναδέλφους και βγήκε ραντεβού με κορίτσι, για το… ξεκάρφωμα. Ήταν ένα δυνατό κι έξυπνο πλάσμα που, όταν μαθεύτηκε η ιστορία της, κέρδισε τη συμπάθεια της κοινής γνώμης, των εφημερίδων και των αρχών, λέγοντας ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος που είχε για να κερδίσει τη ζωή της, χωρίς να κινδυνέψει η τιμή της. 

κορίτσι δούλευε σαν αγόρι 1939.jpg

1939


ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την περιπέτεια της Χριστίνας.


Η ιστορία της Μαίρης

Η Μαίρη, 1933.

Η Μαίρη ήταν διαφορετική περίπτωση. Προερχόταν από πλούσια οικογένεια, είχε ζήσει στο εξωτερικό, ήταν μορφωμένη και δεν την απασχολούσε το θέμα της τιμής και της επιβίωσης, αλλά της αυτοδιάθεσης.  Με τα μαλλιά κομμένα κοντά, φορώντας μπερέ και παντελόνι, κατέβηκε ένα βράδυ στον Πειραιά και διασκέδασε σε ύποπτα κέντρα. Κάποιοι θεώρησαν ότι πήγαινε γυρεύοντας και της επιτέθηκαν «με ευνόητους σκοπούς». Εκείνη όχι μόνον αντιστάθηκε, αλλά τράβηξε μαχαίρι και κυνήγησε τους επίδοξους βιαστές. Κατέληξε στο αστυνομικό τμήμα. Στον ντόρο που ακολούθησε κανείς δεν αναρωτήθηκε γιατί κατέληξε μόνον η Μαίρη στο τμήμα και όχι οι επίδοξοι βιαστές. Τα περί αυτοδιάθεσης της Μαίρης ήταν ψιλά γράμματα για τους αστυνομικούς και τους δημοσιογράφους, που τη χαρακτήριζαν «ηρωίδα των τεκέδων», «πράκτορα της Γκεπεού» και που είχαν βγάλει τη διάγνωση ότι είναι ψυχοπαθής και ότι πρέπει να εγκλειστεί στο Δαφνί.

ψυχοπαθής αντρικά 1933

Οι μόνες γυναίκες που ο πουριτανισμός της εποχής ανεχόταν να φοράνε παντελόνια ήταν οι καλλιτέχνιδες.

Η Αγγέλα

Η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που εμφανίστηκε επί σκηνής φορώντας φράκο.

Η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου

Η Αγγέλα ήταν από καλλιτεχνική οικογένεια, αδελφή του συνθέτη Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου.  Εμφανιζόταν με την κιθάρα της στην περίφημη Μάντρα του Αττίκ και συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής: Θεόφραστο Σακελλαρίδη, Κώστα Κοφινιώτη, Μιχάλη Σουγιούλ, Γιάννη Βέλλα, τη Δανάη, την Κάκια Μένδρη και τη Νινή Ζαχά. Τραγούδησε με τον Εντουάρντο Μπιάνκο, τον βασιλιά του τανγκό, κι έκανε παγκόσμια περιοδεία μαζί του. Συνέχισε την καριέρα της στο εξωτερικό κι εγκαταστάθηκε στο Χόλιγουντ, όπου πέρασε την υπόλοιπη ζωή της.


Κάποια ξένη ηθοποιός, τη δεκαετία του ’30, που κυκλοφόρησε με παντελόνι στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, πρέπει να αισθάνθηκε πολύ αμήχανα, γιατί όλοι την κοίταζαν σαν περίεργο φαινόμενο. Παραλίγο να την προγκάρουν, αλλά γλίτωσε, όταν έγινε γνωστό ότι ήταν εγγλέζα και όχι κάποια εκκεντρική Αθηναία.

γυναίκα με παντελόνια Αθήνα1939

1939

Βέβαια, εκείνη την εποχή ο συντηρητισμός όχι μόνον έφτανε στα όρια του παραλογισμού, αλλά τα ξεπέρναγε. Κάποιοι σοφοί εγκέφαλοι προβληματίζονταν αν ήταν σωστό οι γυναίκες ν’ ασχολούνται με τον αθλητισμό. Με τη γυμναστική δεν είχαν πρόβλημα, αλλά για τον αθλητισμό θεωρούσαν ότι ασχημίζει τις γραμμές του γυναικείου σώματος και κάνει τις γυναίκες να «αντροφέρνουν», να γίνονται «ζορμπάδες» και στην τελική να μένουν «γεροντοκόραι». 

η γυμναστική ασχημίζει 1930

1930

Οι γυναίκες έπρεπε να είναι το ωραίο φύλο και οι άντρες το ισχυρό. Τα περί ισότητας των δύο φύλων ανήκαν στη σφαίρα της τρελής φαντασίας. Ο άντρας ήταν η κεφαλή της οικογένειας και για να προστατεύσει την τιμή του δικαιούταν να φτάσει μέχρι φόνο. Ο νόμος ήταν με το μέρος του.
Τα γυναικεία ζητήματα ήταν πηγή κρύων και σεξιστικών αστείων. Όταν τον Μάρτιο του ’33 έκαναν φτερά από το πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 2000 εκλογικά βιβλιάρια γυναικών, που δεν είχαν παραληφθεί ακόμα από τις δικαιούχους, το θέμα δεν θεωρήθηκε ιδιαίτερα ανησυχητικό. Έδωσε όμως λαβή για έντυπες κρυάδες.

Κλοπή βιβλιαρίων γυναικών 3-1933

Μάρτιος 1933

Οι δημοσιογράφοι έβρισκαν γαργαλιστικό να διανθίζουν, ακόμα και στις πιο τραγικές ειδήσεις, με κάποια γυναικεία παρουσία, που δήθεν υπήρξε η πέτρα του σκανδάλου.
Στη δεκαετία του ’30, της κρίσης, της πτώχευσης και της συμφοράς, που οι πλημμύρες είχαν καταστρέψει τη σοδειά, που στην επαρχία άνθρωποι και ζώα πέθαιναν κυριολεκτικά από ασιτία, που γίνονταν πορείες πείνας και ντου απόγνωσης στους φούρνους, ο δαιμόνιος δημοσιογράφος ανακάλυψε ότι αφορμή των τραγικών γεγονότων της Νάουσας ήταν μία γυναίκα.

Ας επιστρέψουμε στο θέμα παντελόνι. Το θέαμα μιας γυναίκας με παντελόνι έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί προσβολή της δημοσίας αιδούς. Σε μερικούς κύκλους, όμως, εξακολουθεί να θεωρείται τολμηρό ή απρεπές. Κάποιοι ιεροί χώροι επιβάλλουν να εισερχόμαστε «ευπρεπώς ενδεδυμένοι». Επισκέπτριες με παντελόνι δεν θεωρούνται πάντοτε ευπρεπείς. Στα αυστηρά μοναστήρια τους δίνουν να φορέσουν μακριές μαύρες ρόμπες.
Στη σύγχρονη ζωή οι ακραιφνείς χριστιανές δεν φοράνε παντελόνια, γιατί είναι αμαρτία οι γυναίκες να μιμούνται τους άντρες. Άσε που το παντελόνι τονίζει σημεία του σώματος που πρέπει να είναι καλυμμένα.


Πριν μερικά χρόνια εικονογραφούσα ένα παιδικό βιβλίο για κάποιον «νηστίσιμο» εκδοτικό οίκο. Έφτιαξα μία παρέα παιδιών, αγοριών και κοριτσιών, να παίζουν μακριά γαϊδούρα. Όλα φορούσαν φόρμες. Έστειλα τα σκίτσα στη συγγραφέα, «νηστίσιμη» επίσης, και περίμενα τις παρατηρήσεις της.
Ντριν, το τηλέφωνο.
— Τέτη μου, είχα έναν λογισμό.
— Δεν αρχίζουμε καλά, σκέφτηκα.
— Τα κοριτσάκια καλύτερα να μη φοράνε παντελόνι.
— Γιατί;
— Ε, να, εμείς αποφεύγουμε το παντελόνι.
— Και πώς θα παίζουν μακριά γαϊδούρα; Θα φαίνεται το βρακί τους.
— Να μην παίζουν. Να παρακολουθούν μόνο.