Συνάδελφος του Χουντίνι

Φωτογραφία από το βιβλίο «Η Ελλάδα του μόχθου, 1900-1960», συλλογή Νίκου Πολίτη, έκδοση Ριζάρειον Ίδρυμα, Ίδρυμα Σταύρου Σ. Νιάρχου.

Ο μισόγυμνος αλυσοδεμένος άντρας, ένας υπαίθριος Χουντίνι της Ελλάδας, χωρίς τη λάμψη και τις ικανότητες του φημισμένου συναδέλφου του, προτείνει στο κοινό ένα γυαλιστερό γκιούμι, για να πέσει μέσα το «ό,τι προαιρείσθε». Ανώνυμος άνθρωπος του μόχθου, που με τη δύναμη των μυών του κερδίζει το ψωμί του.
Μια ιδέα της υπαίθριας παράστασής του μπορούμε να πάρουμε από την ταινία του 1964 «Ό,τι θέλει ο λαός». Εμφανίζεται σε μία σκηνή, γυρισμένη στην πλατεία Βικτωρίας, με φόντο το γλυπτό του Γιοχάνες Πφουλ «Θησεύς σώζων την Ιπποδάμειαν». Ισιώνει ένα πέταλο, αποκρούει με τους κοιλιακούς του ένα μαχαίρι, αλυσοδένεται για να ελευθερωθεί…

Αν εξασφάλισε ένα καλό μεροκάματο από αυτή του την εμφάνιση, τότε η ταινία έπιασε τόπο. Η συμμετοχή γνωστών και αγαπητών ηθοποιών, δεν μπόρεσε να σώσει το ανύπαρκτο σενάριο και την κουραστική σκηνοθεσία.
Στις μέρες μας, κάποιοι που ξέρουν από παγκόσμιες συνωμοσίες ανακάλυψαν ότι υπάρχουν στο σενάριο αριθμοί, τοποθετημένοι δήθεν αθώα σε διευθύνσεις ή τηλέφωνα, με σκοπό να περάσουν μηνύματα στο υποσυνείδητο των θεατών.

Γρηγόρης Λαμπράκης – 57 χρόνια από τη δολοφονία του

Μακεδονία, 23 Μαΐου 1963

Μακεδονία, 24 Μαΐου 1963

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες… Ο Μίκης Θεοδωράκης μας μιλάει για τις τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Λαμπράκη στο ΑΧΕΠΑ. Μια μοναδική μαρτυρία στη συνέντευξη που είχε δώσει στον Κωνσταντίνο Μπλιάτκα τον Μάιο του 1998 για την εκπομπή «Με Μια Τρίτη Ματιά». Την ώρα που ο μαραθωνοδρόμος της Ειρήνης χαροπάλευε βρέθηκαν στο πλευρό του ο Μίκης, ο Γιάννης Ριτσος, ο Μανώλης Γλέζος, ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο ποιητής και ακτινολόγος γιατρός Μανόλης Αναγνωστάκης. Η συγκλονιστική παρουσία μερικών δεκάδων γενναίων φοιτητών έξω από το νοσοκομείο, στην μπούκα του αυταρχικού κράτους. Μόλις είδαν τους δυο δημιουργούς του «Επιτάφιου», τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γιάννη Ρίτσο άρχισαν να τραγουδούν δακρυσμένοι το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες».

Μακεδονία, 25 Μαΐου 1963

Μακεδονία, 26 Μαΐου 1963

Μακεδονία, 29 Μαΐου 1963

Φαντασία και φουστανέλα

Το 1959 κυκλοφόρησε το περιοδικό «Φαντασία και αίσθημα» από τον Νίκο Μόσχο, που ήταν συγγραφέας και μεταφραστής. Το περιοδικό έβγαινε κάθε Τετάρτη και πουλιόταν δύο δραχμές. Η ύλη του ήταν φωτορομάντσα, ελληνικές και διεθνείς καλλιτεχνικές ειδήσεις, γελοιογραφίες, διηγήματα και μυθιστορήματα και η πρωτοτυπία του: στο εξώφυλλό του παρουσίαζε αποκλειστικά και μόνον Έλληνες καλλιτέχνες. Τα περισσότερα εξώφυλλα, βέβαια, τα έκανε η Αλίκη.
Στο εξώφυλλο του τεύχους για την 25η Μαρτίου 1961, η Άννα Φόνσου με φουστανέλα, τσαρούχι, φούντα, φέσι και φόντο την αρχαιότητα, συνδέει τον λαμπρό πολιτισμό με τους ένδοξους αγώνες. Τέλος πάντων!
Είναι η περίοδος που στον τίτλο δεν υπάρχει το «και αίσθημα» και τα τεύχη κυκλοφορούν χωρίς αρίθμηση.
Το περιοδικό ξεκίνησε στις 26 Αυγούστου 1959 με εξώφυλλο την Τζένη Καρέζη και ολοκλήρωσε τον κύκλο του, ύστερα από 313 τεύχη, στις 29 Ιανουαρίου 1966, με εξώφυλλο πάλι την Τζένη Καρέζη.

Αν θέλετε να δείτε εξώφυλλα του περιοδικού και λεπτομερή καταγραφή τους (ημερομηνία, αριθμός τεύχους, καλλιτέχνης), στο Retromaniax κάποιος έχει ασχοληθεί πολύ.

Ερμής – ένα ελληνικό σαπούνι ογδόντα χρόνων

Ολοσέλιδη διαφήμιση σε γυναικείο περιοδικό, το καλοκαίρι του 1966.

Πώς έγινε και ο Ερμής έδωσε το όνομά του σε μάρκα σαπουνιού; Τα παιδιά μιας τάξης έδωσαν την απάντηση: «Ο Ερμής πλένεται συνέχεια για να είναι καθαρός, γιατί όλο βγαίνει έξω. Άμα πάμε βόλτα, πλενόμαστε».
Άραγε τι είχαν υπόψη τους οι Ντίκος και Βουτσινάς όταν ίδρυσαν στην Αθήνα τη αρωματική σαπωνοποιία Ερμής το 1924, με σήμα τον Ερμή;

Συνεχίστε το διάβασμα

Τα σεμεδάκια του ΟΜΟ

OMO 1966

Ολοσέλιδη διαφήμιση του ΟΜΟ σε γυναικείο περιοδικό, καλοκαίρι 1966

Η διαφήμιση του Όμο ήταν πιο κοντά στις σύγχρονες διαφημίσεις από την άποψη ότι πρόβαλε ιδιαίτερα τα δώρα που έδινε το απορρυπαντικό. Για τις ιδιότητές του αρκούσε μία αράδα στο κάτω μέρος της σελίδας: «Το Όμο πλένει πεντακάθαρα».
Η νοικοκυρά μάζευε τα κουπόνια με τα τετράφυλλα τριφύλλια, τα πήγαινε στο μπακάλικο κι έπαιρνε ένα σταμπωτό σεμέν με τυρολέζικο, πολωνικό ή σουηδικό θέμα. Σιγά τον πολυέλαιο! Οι νοικοκυρές της εποχής, που είχαν στο σπίτι τους καλοφτιαγμένα κεντήματα και χειροποίητα σεμέν από την προίκα τους, δεν θα καταδέχονταν να ρίξουν δεύτερη ματιά στο σταμπωτό πανάκι του Όμο, αν η λέξη «δώρο» δεν λειτουργούσε τόσο… γαργαλιστικά.

Αχιλλέας Μαδράς

Ο Αχιλλέας Μαδράς με μπέρτα και πούρο, όπως εμφανίστηκε στην ταινία-ντοκιμαντέρ του 1964 «Τον παλιό εκείνο τον καιρό». Δίπλα του ο Αλέκος Σακελλάριος και ανάμεσά τους μία από τις πρώτες κάμερες.

Όταν ο Αχιλλέας Μαδράς γύριζε τις ταινίες «Ο μάγος της Αθήνας» και «Μαρία Πενταγιώτισσα», ήταν, όπως είπε ο ίδιος, πενήντα πέντε χρονών παλικαράκι.
Ο Αλέκος Σακελλάριος παρουσίασε τον ιδιόρρυθμο καλλιτέχνη στην ταινία-φόρο τιμής στους πρωτεργάτες του ελληνικού κινηματογράφου «Τον παλιό εκείνο τον καιρό». Από κει ο παρακάτω διάλογος:
— Τα αληθινά νιάτα, νομίζω και είμαι βέβαιος, ότι αρχίζουν μόνον στα πενήντα πέντε χρόνια.
— Και τα γεράματα, κύριε Μαδρά; τον ρώτησε ο Σακελλάριος.
— Ας μη μιλούμε από τώρα για γεράματα. Έχουμε καιρό.
Έτσι απάντησε ο Μαδράς, που ήταν τότε ογδόντα εννέα χρονών παλικαράκι.

Ησυχία, γυρίζουμε!

Οι πρώτες ταινίες γυρίστηκαν με μηχανή λήψης μικρή σαν βαλιτσάκι, που συνήθως έμενε ακίνητη στηριγμένη σε τρίποδο. Ο οπερατέρ γύριζε με το χέρι τη μανιβέλα κι έτσι βγήκε η έκφραση «γυρίζω ταινία».
Αυτή την πληροφορία τη δίνει η ταινία του 1964 «Τον παλιό εκείνο τον καιρό». Η συγκεκριμένη ταινία δεν είχε πολλά γυρίσματα, παρά μόνον τις σκηνές του παρουσιαστή, που γυρίστηκαν στο στούντιο με σύγχρονη κάμερα. Περιλάμβανε αποσπάσματα από τις πρώτες ελληνικές ταινίες, της δεκαετίας 1920-1930, που τα παρουσίαζε με χιούμορ ο πνευματώδης Αλέκος Σακελλάριος.

Η ταινία, παραγωγή του Κλέαρχου Κονιτσιώτη, ήταν φόρος τιμής «στους πρωτοπόρους και πρωτεργάτες του ελληνικού κινηματογράφου» και αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών.
Απόσπασμά της υπάρχει στο διαδίκτυο και μπορείτε να το δείτε ΕΔΩ.

Οικόπεδα με δόσεις

οικόπεδα Ακρόπολις 3-1-1940

1940

Η ανάγκη των ανθρώπων ν’ αποκτήσουν «ένα κεραμίδι για να βάλουν από κάτω το κεφάλι τους» έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους επιτήδειους. Στήθηκαν μεγάλες επιχειρήσεις που αγόραζαν ή καταπατούσαν κομμάτια γης κοντά στην Αθήνα ή κοντά σε χωριά της Αθήνας ή ακόμα και σε έρημες περιοχές· τα χώριζαν σε όσο γινόταν περισσότερα τμήματα, τα βάφτιζαν οικόπεδα και τα πούλαγαν με μηνιαίες δόσεις.

1954 και 1964
Το τρεχούμενο νερό, οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, οι πλατείες και οι λεωφόροι, το σχολείο, η τακτική συγκοινωνία και ο ηλεκροφωτισμός θα παραμείνουν «υπό μελέτην».

Διαβάστε περισσότερα

Σεντόνια, πετσέτες, μινιατούρες, βινύλια και βιβλία, όλα δώρα του Ρολ

ROL 1966
Ολοσέλιδη διαφήμιση του Ρολ σε γυναικείο περιοδικό, 1966

Το Ρολ ήταν spotless, γραφόταν στη διαφήμιση με ελληνικούς χαρακτήρες, γιατί ακόμα δεν ξέραμε καλά αγγλικά και επεξηγούσε ότι σπότλες είναι το λευκό χωρίς λεκέδες. Το περίεργο είναι ότι το Ρολ ήταν προϊόν ελληνικής εταιρείας, της ΒΙΑΝΥΛ.

ROL δώρα
Λεπτομέρεια της παραπάνω διαφήμισης του Ρολ.

Διαβάστε τη συνέχεια

Πικρό, μικρό μου Τάιντ, αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα

Το Tide, στη δεκαετία του ’50, διαφημιζόταν στην Αμερική με τετράχρωμη εικόνα. Στην Ελλάδα του 1959 με απλή διχρωμία, για λόγους οικονομίας.

Ήταν απορρυπαντικό σε σκόνη για πλύσιμο στο χέρι. Σκάφη, τρίψιμο, μπουγαδόνερα, σκύψιμο και ξεμέσιασμα. Η νοικοκυρά της ελληνικής διαφήμισης είναι μες στην καλή χαρά, γιατί δεν κόβεται η μέση της και δεν χαλάνε τα χέρια της.

Το Tide κυκλοφορούσε σε κουτί και σε φακελάκι. Αν δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της, η νοικοκυρά είχε το δικαίωμα να επιστρέψει όσο «πλυντικό μέσο» περίσσεψε και να πάρει πίσω τα λεφτά της διπλά. Πλυντικό μέσον, γιατί παρ’ όλο που το Tide διέθετε «απορρυπαντικότητα», όπως αναφέρει η διαφήμιση, η λέξη απορρυπαντικό δεν χρησιμοποιούταν.

Διαβάστε τη συνέχεια