Ταξίδι με παλιό λεωφορείο, από κείνο με τη σκάλα και τον μουσαμά στη σχάρα

Σε κάποιο πρακτορείο υπεραστικών λεωφορείων, παλιά. Ο κόσμος που θα ταξιδέψει μαζεύεται κοντά στο λεωφορείο, για να παραδώσει τις αποσκευές. Βαλίτσες μονόχρωμες και καρό, βαλιτσάκια δερμάτινα, καλάθια με πεσκέσια που το άνοιγμα κλείνει με πανί ραμμένο με σακοράφα, καλαθούνες, μπόγοι, κούτες, σακιά, νταμιτζάνες, ντενεκέδες… τα είδη ταξιδιού της εποχής. Κάποιος έχει ανέβει τη σκάλα και περιμένει στον ουρανό του λεωφορείου και κάποιος άλλος παίρνει τα πράγματα που του δίνουν οι επιβάτες και αρχίζει το φόρτωμα. Ο ένας δίνει, ο άλλος παίρνει και συνεννοούνται με φωνές. Αυτός στην οροφή φορτώνει, ταχτοποιεί και δένει τις αποσκευές στη σχάρα. Όταν τελειώσει, ρίχνει από πάνω έναν μουσαμά για προστασία και κατεβαίνει.
Οι ταξιδιώτες επιβιβάζονται, η μηχανή μουγκρίζει, κάποιοι σταυροκοπιούνται και το ταξίδι ξεκινάει. Το παλιό υπεραστικό λεωφορείο δεν έχει καμία σχέση με τα σύγχρονα. Διαβάστε τη συνέχεια

Advertisements

Αισιόδοξη και αξιαγάπητη με σπρέι, στικ ή μπίλια

Το 1966 το αποσμητικά είναι σπρέι (δηλαδή αεροζόλ, για εκείνους που δεν ξέρουν τι είναι το σπρέι), στικ και με περιστρεφόμενη σφαίρα επάλειψης, δηλαδή μπίλια. Μάλιστα αυτό με την μπίλια παίρνει και ανταλλακτικό, ενώ το αεροζόλ είναι μιας χρήσης· τελειώνει και το πετάς. Η διαφήμιση του Mum αναφέρει και την τιμή του. 23 δραχμές το στικ, 35 δραχμές η συσκευασία με την μπίλια και 25 δραχμές το ανταλλακτικό της. Τιμές μάλλον τσουχτερές, αν λάβουμε υπόψη ότι το περιοδικό που φιλοξενούσε τη διαφήμιση έκανε 7 δραχμές, οι εφημερίδες 1,5 δραχμή και η λίρα Αγγλίας 324,50 δραχμές.

Ο τσαγκάρης της γειτονιάς και τα κουζουλά παπούτσια του καθηγητή

Ο Λέων Αντύπας (Δήμος Σταρένιος), σεβάσμιος και πάμφτωχος καθηγητής, πηγαίνει στον τσαγκάρη της γειτονιάς (Γιώργος Παπαζήσης) και του δίνει για επισκευή ένα ζευγάρι παπούτσια, καταταλαιπωρημένα και γεμάτα τρύπες. Ο καθηγητής μιλάει ντροπαλά και στην καθαρεύουσα και ο τσαγκάρης με κρητική προφορά. Ο Γιώργος Παπαζήσης ήταν τόσο επιτυχημένος στον ρόλο του Κρητικού, σ’ αυτήν την ταινία και σε άλλες, που οι περισσότεροι πίστευαν ότι ήταν από την Κρήτη. Ο αγαπητός ηθοποιός μας άφησε τον Σεπτέμβριο του 2018. Ο Δήμος Σταρένιος, ένας εξαίρετος ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, καθιερώθηκε σε ρόλους κακών –ποιος δεν έχει ακούσει την ατάκα «Οι γερμανοί είναι φίλοι μας»; Αυτή όμως ήταν μόνο μία πλευρά της τεράστιας υποκριτικής του ικανότητας. Έφυγε από κοντά μας το 1983.
Η απολαυστική σκηνή είναι από την ταινία Ο Στρατής παραστράτησε, παραγωγή 1969.

— Τι κουζουλά παπούτσια είν’ αυτά, μωρέ δάσκαλε; Αυτά δεν είναι παπούτσια. Αυτά είν’ ένα μάτσο τρούπες δεμένες με πετσί.
— Βάλε τους, αγαπητέ μου, σόλες και τακούνια.
— Κι από πάνω, μωρέ, τι να τους βάλω; Σαντιγί;
— Εμβάλωσέ τα. Διαβάστε τη συνέχεια

Ένα ουζάκι θα το πιούμε. Μπακαλιάρο, όχι, δεν θα πάρουμε.

Ούζο με παγάκια σε ποτήρια «σουλήνες», όπως τα έλεγε ο μπακαλόγατος Ζήκος, και μεζές στην άκρη της οδοντογλυφίδας είναι μια απόλαυση. Θάλασσα, ούζο και μεζές είναι η γραφική εικόνα που έχουν αρκετοί ξένοι για το ελληνικό καλοκαίρι.

Οι σοβαροί πότες δεν βάζουν παγάκια ούτε αραιώνουν με νερό. Πίνουν το ποτό ανέρωτο και προτιμούν να δροσίζουν το λαρύγγι τους πίνοντας νερό από ξεχωριστό ποτήρι. Ο μεζές είναι ευπρόσδεκτος, γιατί το ξεροσφύρι πειράζει το στομάχι και χτυπάει άσχημα στο κεφάλι. Μάλιστα ο μεζές πρέπει να είναι αλατισμένος, για τον κίνδυνο της αφυδάτωσης.
Το ούζο κάνει καμιά φορά κακό μεθύσι, γι’ αυτό όσοι αγαπάνε τα άσπρα ποτά προτιμούν τη ρακή ή το τσίπουρο. Παρ’ όλ’ αυτά ένα ούζο Μεταξά δεν μας χαλάει. Ο μεζές μας χαλάει, αν είναι μπακαλιάρος Μεταξάς.

Μεταξάς ο μέγας μπακαλιάρος 1933 τίτλος
1933

Διαβάστε τη συνέχεια

Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα

Η δε γυνή-ταινία bw

Στις 28 Ιουνίου 1965 έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους η ανεπανάληπτη ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα». Τα ’χει τα χρονάκια της, πενήντα τρία τον αριθμό, κι όμως παραμένει αγέραστη και φρέσκια και απολαυστική.
Χρωματίστηκε το 2016. Είναι καλύτερη χωρίς μακιγιάζ!

Η δε γυνή-ταινία

Αθ Κορλός ΠαλΤερ και άλλα ακαταλαβίστικα

Οι ελληνικές επιγραφές είναι πηγή γέλιου και αντικείμενο σαρκασμού. Τον δρόμο άνοιξε ο Κυριάκος Ντελόπουλος, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, με τα βιβλία «Στραβά κι Ανάποδα» και «Επιχείρησις Μαργαριτάρια».

Κωνλεως
Μεγάλη η λέξη, μικρή η ταμπέλα. Λύση το κουτσούρεμα.

Με την ευκολία του διαδικτύου τα μαργαριτάρια έχουν γίνει ολόκληρος θησαυρός. Ίσως έχετε δει τη φωτογραφία της επιγραφής ενός καταστήματος που κάνει Βιντεοσκοπ/σεις. Κάποιοι λένε ότι είναι φωτοσοπαρισμένη. Δεν αποκλείεται. Η φωτογραφία ΣΧΟΛΚΟΝ όμως είναι αυθεντική. Πρόκειται για ένα από τα μαργαριτάρια που μάζεψε ο Ντελόπουλος.

σχολκόν
Άραγε ο επιγραφοποιός ξέχασε να γράψει το γιώτα; Συντόμευσε τη λέξη για τη φέρει περασιά με το παράθυρο του λεωφορείου; Άγνωστο.

Δέαρ ιζ μορ/Echei ki allo

Τα τσιγάρα Μπάιρον και Ζαπάντι

Παπαστράτος BYRON
1966

Τα Μπάιρον του Παπαστράτου ήταν τσιγάρα με φίλτρο, σε μαλακό πακέτο. Ίσως η εταιρεία Παπαστράτος, που γνώρισε στην Ελλάδα τα καπνά Αγρινίου, θέλησε να τιμήσει τον λόρδο Βύρωνα και την προσφορά του στο μαρτυρικό Μεσολόγγι. Το Μπάιρον πιθανόν είναι το μόνο ελληνικό τσιγάρο που πήρε το όνομά του από κάποια προσωπικότητα και χρησιμοποίησε το πορτρέτο της ως σήμα του.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ελληνικό σιγαρέττο Αύρα, τύπου μεντόλ

Κεράνης ΑΥΡΑ
1966

Δεν νομίζω ότι οι σοβαροί καπνιστές αγάπησαν ποτέ τα τσιγάρα μεντόλ, εγχώρια ή εισαγόμενα. Όχι γιατί ήταν ελαφριά, αλλά επειδή το «ευχάριστο δρόσισμα καθ’ όλην την διάρκειαν του καπνίσματος» ήταν μία περίεργη αίσθηση στο στόμα, που μεταβαλλόταν όσο θερμαινόταν το τσιγάρο. Επιπλέον το μεντόλ ερέθιζε τον λαιμό μέχρι  φαρυγγίτιδας.
Κράτησα αυτή τη διαφήμιση λόγω του σκίτσου της, που δυστυχώς είναι ανυπόγραφο, και της όμορφης διχρωμίας του πακέτου.

Διαβάστε τη συνέχεια

Καλοκαιρινό Άρωμα

Κεράνης Άρωμα ΕΛΕΥΘΕΡ 1960-6-08
1960

Μπορεί η λεζάντα να λέει «καλοκαιρινό χαρμάνι», γιατί ήρθε το καλοκαίρι και η καπνοβιομηχανία Κεράνης διαφήμιζε ανάλογα την παραγωγή της, όμως τα τσιγάρα Άρωμα είχαν σταθερή γεύση και ποιότητα, γι’ αυτό και παρέμειναν επί τέσσερις και πλέον δεκαετίες ψηλά στην προτίμηση των καπνιστών.

Είδομεν το φως το ηλεκτρικόν

Πριν από την ίδρυση της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, το 1950, η μερικώς ηλεκτροδοτούμενη Ελλάδα έπαιρνε ρεύμα από διάφορες εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Μερικώς ηλεκτροδοτούμενη παρέμεινε η Ελλάδα και μετά την ίδρυση της ΔΕΗ. Ας μην φανταστεί κανείς μόνον απομακρυσμένα ορεινά χωριά ή νησιά της άγονης γραμμής. Και στο λεκανοπέδιο της Αττικής υπήρχαν σπίτια χωρίς ηλεκτρικό. Αλλά και στις ηλεκτροδοτημένες περιοχές, η παροχή του ρεύματος δεν ήταν διαρκής και τα σπερματσέτα δεν έλειπαν από κανένα σπίτι.

Τα πράγματα έφτιαξαν από το 1970 και μετά, όταν δημιουργήθηκε το εθνικό δίκτυο ηλεκτροδότησης και το ηλεκτρικό ρεύμα έγινε κοινωνικό αγαθό για όλους.

Διαβάστε τη συνέχεια