Τοιχογραφία από την κατεδαφισμένη εκκλησία της Αγίας Φωτίδας στη Βέροια

Μια εικόνα εκπληκτικής απλότητας και ομορφιάς, που ζωγράφισε κάποιος ανώνυμος στις αρχές του 15ου αιώνα στην εκκλησία της αγίας Φωτίδας, στη Βέροια. Η Αγία Φωτίδα ήταν μία από τις 78 εκκλησίες της «μικρής Ιερουσαλήμ». Τιμούσε την αγία Φωτίδα, αδελφή της αγίας Φωτεινής, της αγίας Φωτώς, της αγίας Ανατολής – μερικά από τα μέλη μιας αγίας οικογένειας, που συνεορτάζουν στις 26 Φεβρουαρίου.
Η εκκλησία δεν υπάρχει πια. Κατεδαφίστηκε αυτή και άλλες 23. Ευτυχώς όμως η ζωγραφιά αποτοιχίστηκε και σώζεται στο Βυζαντινό Μουσείο της πόλης.

Η φωτογραφία προέρχεται από τον ιστότοπο του Βυζαντινού Μουσείου Βέροιας.

Το μνήμα του Γκιουλ μπαμπά

Την εποχή της άλωσης της Θεσσαλονίκης, πίσω από το Γεντί Κουλέ υπήρχε μετόχι της μονής Χορταΐτου. Όταν το 1422 οι Τούρκοι ερήμωσαν το μοναστήρι του Χορτιάτη και μετέβαλαν σε στάβλους τους νάρθηκές του, οι μοναχοί κατέφυγαν στο μετόχι της μονής πίσω από τα τείχη της πόλης και συνέχισαν εκεί τον ασκητικό τους βίο.
Τον καιρό της τουρκοκρατίας, το μετόχι μετατράπηκε σε τεκέ δερβίσηδων. Στον περίβολο του τεκέ υπήρχε το μνήμα του Γκιουλ μπαμπά. Πάνω του άναβαν κεριά τις νύχτες και προσεύχονταν ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο περαστικοί μουσουλμάνοι.
Τις πληροφορίες αυτές καθώς και τη φωτογραφία του μνήματος δίνει ο Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος.
Ο Ηλίας Πετρόπουλος γράφει ότι την εποχή του Ανταρτοπόλεμου Τά μοναδικά πράγματα πού ἔβλεπες πίσω ἀπό το Γεντί-Κουλέ ἤσανε τό γκρεμισμένο μνῆμα του Μπαμπά, ἕνα μαρμαρένιο κολονάκι καί μιά κερασιά. Αὐτός ὁ Μπαμπάς ἤταν κάποιος ἅγιος δερβίσης. Στον τάφο του ἔκαιγε ἕνα ἀκοίμητο καντήλι, πού το τροφοδοτούσανε μέ λάδι οἱ τοῦρκοι προσκυνητές (ἐρχόντουσαν ἀπό τήν Ξάνθη καί τήν Κομοτινή), ἀλλά καί δικές μας γριοῦλεςΤό κολονάκι φαίνεται να ἦταν κατάλοιπο ἀπό κάποιο ἄλλο μνῆμα. Ὅσο γιά τήν κερασιά λέγανε πώς ἐκεῖ, ἀκριβῶς μπροστά της, ἔστηναν τούς μελλοθάνατους.
Τις σεβαστικές γριούλες που άναβαν το καντήλι του δερβίση, ακολούθησε μια στρατιά από μαυροφόρες μανάδες, γιατί, σ’ εκείνη τη μαύρη εποχή των φρικαλεοτήτων, ο τόπος έγινε το επισήμως ανύπαρκτο νεκροταφείο εκτελεσμένων κομμουνιστών.
Μέχρι το 1955 υπήρχαν σκόρπια μάρμαρα και σπασμένοι τάφοι. Σήμερα τίποτα.

Γιανγκίν βαρ! – Οι πυρκαγιές της Θεσσαλονίκης πριν από το 1917

Σκηνή από την πυρκαγιά του 1890, που δημοσιεύτηκε στη βρετανική εφημερίδα «The Graphic» τον Σεπτέμβριο του 1890.

Πυρκαγιές, ένα τραγικό αλλά συνηθισμένο φαινόμενο
Είναι αδύνατο να μιλήσεις για τη Θεσσαλονίκη χωρίς να κάνεις αναφορά στις πυρκαγιές που τη δοκίμασαν. Η φωτιά ήταν εκείνη που έβαλε τέλος στην ιστορική διαδρομή συνοικιών και μνημείων της πόλης κι έκλεισε κεφάλαια της ιστορίας της ανοίγοντας καινούργια.


Για τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, που άλλαξε τη μορφή της πόλης, έχουμε μιλήσει παλιότερα σε εκτενές άρθρο, που μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ. Πολλές φωτογραφίες θα βρείτε ΕΔΩ.


Η παλιά Θεσσαλονίκη δεν διέθετε κρατική πυροσβεστική υπηρεσία. Η πυρόσβεση γινόταν από τις πυροσβεστικές ομάδες των ασφαλιστικών εταιρειών. Όταν έπιανε φωτιά κάπου, έβλεπαν από το Επταπύργιο τον καπνό ή τις φλόγες κι έριχναν κανονιές. Οι τουλουμπατζήδες άκουγαν τις κανονιές και έσπευδαν. Δύο κανονιές σήμαινε ότι η πυρκαγιά ήταν στο κέντρο. Τρεις ότι ήταν ανατολικά.

Συνεχίστε το διάβασμα

Μασκαράδες και δικτάτορες

Σας γνωρίσαμε!

Μια Κολομπίνα είναι γυναίκα,
που όταν, βρε παιδιά, μας ερωτεύεται,
φοράει μάσκα πάντα η ζεβζέκα
κι αφού μας παντρευτεί, ξεμασκαρεύεται.
Τουτέστι, το οποίον,
πέφτει το προσωπείον!

Έχει δυο πρόσωπα κι αιώνιο καρναβάλι.
Ποιος τ’ όλπιζε βρε τέτοια ρεζιλίκια;
Δυο πρόσωπα, χωρίς όμως κεφάλι,
που κάνουν διαρκώς μασκαραλίκια!

Όλο το χρόνο είναι ίδια Κολομπίνα,
διαρκώς να μας χορεύει καταλήγει,
αλλά και δίχως να κρατάει σερπαντίνα,
με ψεύτικα λογάκια μας τυλίγει.

Μα τι παραπονιόμαστε και κλαίμε
και γράφουμε τραγούδια και νταλκάδες,
αφού ’μαστε, εδώ όπου τα λέμε,
κι οι άντρες στην αγάπη μασκαράδες.
Ο ΤΖΟΓΕΣ

Έχει και συνέχεια

Παγκόσμια ημέρα ραδιοφώνου σήμερα

Είχα μάθει και πατούσα το τρίτο κουμπί από αριστερά, φωτιζόταν η οθόνη, άναβε το πράσινο λαμπάκι και γύριζα το δεξιό κουμπί να πάει στη θέση που είχα σημαδέψει. Την πρώτη φορά που τα κατάφερα ήταν σαν να κατάκτησα έναν ολόκληρο κόσμο. Και μήπως έτσι δεν ήταν;
Το ραδιόφωνο Philips ήταν το οικογενειακό μας ραδιόφωνο. Δεν έχω όμως τέτοιας λογής αναμνήσεις. Το ραδιόφωνο ήθελα να είναι εγωιστικά δική μου υπόθεση, αλλά δεν πέρναγε το δικό μου, γιατί ήμουνα μικρή και με στέλνανε για ύπνο νωρίς. Νεύρα και πίκρα, μέχρι που απόκτησα τρανζίστορ και άκουγα τις «Λογοτεχνικές Σελίδες» και τα θεατρικά στη ζούλα, με μαξιλάρι το τρανζίστορ και κανείς δεν απορούσε που το πρωί το μάγουλό μου είχε κόκκινα σημάδια από τη δερμάτινη θήκη.

Στους παρακάτω συνδέσμους μπορείτε να διαβάσετε μερικά άρθρα για τα παλιά ραδιόφωνα και τον πρωτοπόρο της ελληνικής ραδιοφωνίας Χρίστο Τσιγγιρίδη.

Χρίστος Τσιγγιρίδης – ο πρωτοπόρος οραματιστής που ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη τον πρώτο ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό

Το ραδιόφωνο με τις λυχνίες στα βραχέα, μεσαία και μακρά

Ραδιόφωνα αγορασμένα και δηλωμένα

Η Τελεφούνκεν, ο Μέρκελ, ο Γκέμπελς και το δίκτυο κατασκόπων

Ραδιόφωνο Tesla

Ο Άγιος Δημήτριος της παραλίας, η μυστική κρύπτη και οι μακεδονομάχοι

Θέα από τη θάλασσα της παραλίας και του μητροπολιτικού ναού της Θεσσαλονίκης, αφιερωμένου στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, κατά την περίοδο 1925-1930.

Όταν ο ναός του Αγίου Δημητρίου μετατράπηκε σε τζαμί, η χριστιανική κοινότητα μετέφερε τη λατρεία του αγίου στην εκκλησία της Παναγίας, που βρισκόταν στη θέση της σημερινής μητρόπολης. Η εκκλησία αφιερώθηκε και στον άγιο Δημήτριο και γιόρταζε στη μνήμη του αγίου και της Παναγίας. Όταν ο ναός των Αγίων Ασωμάτων (η Ροτόντα), μητρόπολη της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1590, μετατράπηκε στο Χορτάτς Σουλεϊμάν τζαμί, η εκκλησία της Παναγίας και του Αγίου Δημητρίου έγινε μητρόπολη της Θεσσαλονίκης. Αφιερώθηκε επίσης και στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, καθώς αργότερα και στην αγία Θεοδώρα. Όλοι όμως την αποκαλούσαν Άγιο Δημήτριο.
Σημειωτέον ότι όλες οι αναφορές στον ναό του Αγίου Δημητρίου μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, εννοούν τον Άγιο Δημήτριο της παραλίας .

Συνεχίστε το διάβασμα

Αχιλλέας Μαδράς

Ο Αχιλλέας Μαδράς με μπέρτα και πούρο, όπως εμφανίστηκε στην ταινία-ντοκιμαντέρ του 1964 «Τον παλιό εκείνο τον καιρό». Δίπλα του ο Αλέκος Σακελλάριος και ανάμεσά τους μία από τις πρώτες κάμερες.

Όταν ο Αχιλλέας Μαδράς γύριζε τις ταινίες «Ο μάγος της Αθήνας» και «Μαρία Πενταγιώτισσα», ήταν, όπως είπε ο ίδιος, πενήντα πέντε χρονών παλικαράκι.
Ο Αλέκος Σακελλάριος παρουσίασε τον ιδιόρρυθμο καλλιτέχνη στην ταινία-φόρο τιμής στους πρωτεργάτες του ελληνικού κινηματογράφου «Τον παλιό εκείνο τον καιρό». Από κει ο παρακάτω διάλογος:
— Τα αληθινά νιάτα, νομίζω και είμαι βέβαιος, ότι αρχίζουν μόνον στα πενήντα πέντε χρόνια.
— Και τα γεράματα, κύριε Μαδρά; τον ρώτησε ο Σακελλάριος.
— Ας μη μιλούμε από τώρα για γεράματα. Έχουμε καιρό.
Έτσι απάντησε ο Μαδράς, που ήταν τότε ογδόντα εννέα χρονών παλικαράκι.