Στο γύρισμα της ταινίας «Αδέρφια μου, αλήτες, πουλιά»

Making of Αδέρφια μου αλήτες πουλιά.jpg

Στην παραπάνω φωτογραφία δεν πρωταγωνιστεί  ο Λαυρέντης Διανέλλος, ο γέρος αρχηγός της τσιγγάνικης φυλής ούτε η γυναίκα του, η Φρόσω Κόκκολα, αλλά ούτε και ο Τόλης Βοσκόπουλος, που θα πάρει το σκήπτρο της αρχηγίας από τον πατέρα του. Πρωταγωνιστεί μια μηχανή. Η κάμερα που χειρίζεται ο οπερατέρ Βαγγέλης Καραμανίδης, μια Arri 2c βουβή.
Arriflex, από το 1937. Ήταν η πρώτη reflex 35mm, γερμανικής κατασκευής. Το καλοκαίρι του 1936, που η Λένι Ρίφενσταλ γύρισε στην Ελλάδα την ταινία «Ολυμπία», το φιλμ των Ολυμπιακών Αγώνων του 1936, η μηχανή δεν ήταν ακόμα σε χρήση.

Ολυμπία 1936 Ρίφενσταλ.jpg

Χρησιμοποιήθηκε αργότερα, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από τον γερμανικό στρατό και τη γερμανική αντικατασκοπεία για την κινηματογράφηση των πολεμικών επιχειρήσεων. Ήταν απίστευτης αντοχής, δεν πάθαινε τίποτα στους μείον 30 βαθμούς, γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκε και στην εκστρατεία κατά της Ρωσίας. Τα φιλμ που τραβήχτηκαν με την Arriflex 35 χρησίμεψαν ως αποδεικτικά στη δίκη της Νυρεμβέργης. Η μηχανή απόκτησε ιστορική σημασία.
Αργότερα χρησιμοποιήθηκε από την κινηματογραφική βιομηχανία της Αμερικής, για να γυριστούν ταινίες, όπως Easy Rider, Enter the Dragon, A Clockwork Orange.
Είχε πολύ ωραίο βιομηχανικό σχεδιασμό και ο μηχανισμός της ήταν πολύ απλός. Δεν είναι τυχαίο που, παρά την ψηφιακή επανάσταση, αντέχει ακόμα.


Ευχαριστώ τον Δημήτρη Μπέλλο για τη φωτογραφία από τα γυρίσματα της ταινίας «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά» και τις πληροφορίες.
Advertisements

Το πουλί της χούντας, ο διαφημιστής του και η ιστορία μιας διαφημιστικής

Το έμβλημα της χούντας, ο φαντάρος μπροστά στον φοίνικα που αναγεννιέται, ήταν δημιούργημα του διορισμένου χουντικού δήμαρχου του Πειραιά Αριστείδη Σκυλίτση. Βρισκόταν παντού: σε δρόμους, σε πλατείες, σε κτίρια, σε γραφεία, σε σχολεία, σε σπιρτόκουτα, στην πόλη και στο ύπαιθρο.

Έμβλημα χούντας Πανεπιστημίου
Η πρόσοψη της Τράπεζας της Ελλάδος στην Πανεπιστημίου.

Υπήρχε κι ένας αυτοδίδακτος ζωγράφος και διαφημιστής, που ειδικευόταν στις γιγάντιες διαφημίσεις και στις τοιχογραφίες που κάλυπταν μια ολόκληρη πλευρά πολυκατοικίας.

Ο Παύλος Γκίκας, σκαρφαλωμένος σε σκαλωσιές ή αναβατόρια ζωγράφισε διαφημίσεις για την μπίρα και τα αναψυκτικά Φιξ, τη ρετσίνα Πλάκα, Διαβάστε τη συνέχεια

Μαντάμ Σουσού, μια επιτυχημένη σειρά της ασπρόμαυρης τηλεόρασης από την οποία δεν σώζεται ούτε ένα επεισόδιο

Πρώτη τηλεοπτική Μαντάμ Σουσού ήταν η Άννα Παϊτατζή. Ο ρόλος της πήγαινε γάντι και το ταλέντο της τον απογείωσε. Η επιτυχία της ήταν μεγάλη, όπως και η πρόκληση, γιατί τον ρόλο είχαν σφραγίσει μεγάλες πρωταγωνίστριες: η Μαρίκα Νέζερ στην επιθεώρηση και στον κινηματογράφο, η Κατερίνα Ανδρεάδη και η Μαίρη Αρώνη στο θέατρο και η Γεωργία Βασιλειάδου στο ραδιόφωνο.
Η Άννα Παϊτατζή ήταν μια πολύ εύστοχη επιλογή του ίδιου του Δημήτρη Ψαθά, ο οποίος, για να καταλήξει, πέρασε οντισιόν γνωστές ηθοποιούς της εποχής. Κοντινουέ

Το πατάρι του Λουμίδη

Λουμίδης 7-1-1938
7 Ιανουαρίου 1938

Το Σάββατο 8 Ιανουαρίου του 1938, στις 11.30 το πρωί, εγκαινιάστηκε το νέο καφεκοπτείο των αδελφών Λουμίδη στην οδό Σταδίου 42, δίπλα στην είσοδο της στοάς Νικολούδη. Καλεσμένη ήταν όλη η Αθήνα, αφού η πρόσκληση των εγκαινίων δημοσιευόταν τις προηγούμενες μέρες στις εφημερίδες.
Οι πελάτες μπορούσαν ν’ αγοράσουν γλυκά, φρεκοκαβουρδισμένο, μυρωδάτο καφέ ή να πιούν έναν καφέ στο πόδι. Για εκείνους που ήθελαν να απολαύσουν τον καφέ τους καθιστοί, υπήρχαν τραπεζάκια στο πατάρι.
Για να εξυπηρετεί τους φίλους του θεάτρου και του κινηματογράφου (η Σταδίου, άλλωστε, ήταν ο δρόμος των κινηματογράφων), που ευχαρίστως θα τελείωναν τη βραδιά τους πίνοντας τον καινούργιο, δυνατό καφέ, τον εσπρέσο, το κατάστημα έμενε ανοιχτό μέχρι τις δύο το πρωί.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ξυρίζει, ανάβει, γράφει

«Ξυρίζει, ανάβει, γράφει κι απλουστεύει τη ζωή» έλεγε μια παλιά διαφήμιση για τα ξυραφάκια, τους αναπτήρες και τα στιλό Bic. Χρονολογικά η σειρά πάει ανάποδα. Πρώτα έγραψε, ύστερα άναψε και τέλος ξύρισε.

BIC 1960
1960

Διαβάστε τη συνέχεια

Σόλωνος και Θεμιστοκλέους

Περνώντας από τη γωνία Σόλωνος και Θεμιστοκλέους παρατηρούσα το ζαχαροπλαστείο «Η αλήθεια». Ήταν παλιό κατάστημα κι ένα από τα τελευταία με χειρόγραφο λογότυπο παλιάς μόδας. Καμιά φορά σκεφτόμουν να μπω και ν’ αγοράσω κάτι, για να έχω το χαρτί περιτυλίγματος ή το κουτί με το λογότυπό του. Επαγγελματική διαστροφή. Χωρίς να περιφρονώ καθόλου τα γλυκά, κάθε φορά το ανέβαλα. Αναβολή στην αναβολή δεν μπήκα ποτέ. Την τελευταία δεκαετία το ζαχαροπλαστείο έκλεισε και η φίρμα κατέβηκε. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, τα γράμματα άφησαν ένα καθαρό αποτύπωμα πάνω στον μαυρισμένο τοίχο και μπορούσες να διαβάσεις καθαρά το όνομα «Η αλήθεια». Ύστερα άνοιξε άλλο κατάστημα (ζαχαροπλαστείο και πάλι) κι ύστερα άλλο κι ύστερα άλλο…
Με εξαίρεση τη χρήση καταστημάτων που άλλαξε, έναν φωτεινό σηματοδότη που προστέθηκε και τα λεωφορεία που εκσυγχρονίστηκαν κατά τα άλλα η εικόνα του σημείου αυτού σήμερα είναι ίδια όπως στην παραπάνω φωτογραφία της δεκαετίας του ’70.

Η κόκα-κόλα, ο Τομ και η χούντα

Κόκα Κόλα 1931
1931

Στην Ελλάδα του 1931 η κόκα-κόλα διαφημιζόταν ως τονωτικός χυμός φρούτων. Ερχόταν συσκευασμένη σε μπουκάλια κατευθείαν από τα εργοστάσια της Αμερικής.

Οι Έλληνες αναζήτησαν την κόκα-κόλα ως αναψυκτικό στις δεκαετίες του ’50 και κυρίως του ’60. Επειδή όμως δεν επιτρεπόταν η παρασκευή της, για προστασία της ντόπιας παραγωγής αναψυκτικών, έπιναν Μπιράλ και Ταμ-Ταμ. Ιδιαίτερα το Ταμ-Ταμ έμοιαζε πολύ στην εμφάνιση. Όσοι είχαν γνωστούς στην αμερικάνικη βάση του Ελληνικού, έπιναν καμιά φορά αυθεντική κόκα-κόλα κι ύστερα κρατούσαν το μπουκάλι για ενθύμιο και για φιγούρα. Όσοι είχαν λεφτά έπιναν κόκα-κόλα στου Zonar’s, που ο ιδιοκτήτης την έφερνε σε βαρέλια από την Αμερική.

Για να φτάσει η κόκα-κόλα στα ψυγεία των καταστημάτων και των σπιτιών χρειάστηκε ένας ελληνοαμερικάνος επιχειρηματίας (βίος και πολιτεία!) και μία δικτατορία. Διαβάστε τη συνέχεια

Τα δάκρυα του Κοκού και αυτά που δεν πρέπει να ξεχνάμε

Βασιλευομένη ίσον δικτατορία

Να μην ξεχνάμε τον μπαμπά του Κοκού, που έβαζε μια υπογραφή κι έστελνε κόσμο και κοσμάκη στην εξορία και στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ούτε την προτομή του ρατσιστή Γιαν Σματς που έστησε στη Βουλή. Να μην ξεχνάμε τη «βασίλισσα μητέρα» του, τις σκευωρίες και το παρακράτος. Ούτε εκείνη την προκλητική κρουαζιέρα-υπερπαραγωγή, στην οποία προσκλήθηκαν όλα τα γαλαζοαίματα σόγια της Ευρώπης, για να κάνουν κονέ τα πριγκιπόπουλα εις ηλικίαν γάμου, και που πληρώθηκε από το υστέρημα ενός λαού που δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Να μην ξεχνάμε την προίκα της αδερφής του της Σοφίας και πόσα δώσαμε για τα… όργανα. Να μην ξεχνάμε την αργομισθία που κόψανε στον Κοκό για τα όμορφά του μάτια ούτε τον γάμο του με την Άννα Μαρία, τις χρυσοποίκιλτες άμαξες και τις εξωφρενικές πολυτέλειες, που επίσης πληρώθηκαν από το ίδιο υστέρημα. Να μην ξεχνάμε ούτε και το επίδομα που δόθηκε στη «βασίλισσα μητέρα», όταν χήρεψε. Να μην ξεχνάμε τα πραξικοπήματα του Κοκού και τη χούντα που κάθισε στον σβέρκο μας εφτά χρόνια. Να μην ξεχνάμε τα κοντέινερ που έφυγαν νύχτα από το Τατόι γεμάτα με πράγματα που ανήκαν στον ελληνικό λαό ούτε την τεράστια αποζημίωση που έλαβε ο Κοκός επί ΠΑΣΟΚ –πάλι από την τσέπη του ελληνικού λαού.

%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd-%cf%83%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%82-%ce%b4%cf%8e%cf%81%ce%b1-1948
1948

Ξέρεις, Κοκέ, πόσα δάκρυα πόνου και απελπισίας χύθηκαν από τότε που έπαιζες με το ξύλινο αλογατάκι σου μέχρι τότε που φτιάχτηκε η αφίσα με το στέμμα ανάποδα; Ξέρεις πόσα νιάτα τουφεκίστηκαν εις τον συνήθη τόπον των εκτελέσεων και πόσες οικογένειες ντύθηκαν στα μαύρα; Ξέρεις πόσοι έφυγαν μετανάστες για να ζήσουν τις οικογένειές τους και να παντρέψουν τις αδερφές τους; Ξέρεις πόσα παιδιά άρπαξε η βασίλισσα μητέρα σου από τους γονείς τους επειδή είχαν το θράσος να είναι κομουνιστές;

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%ac%ce%b5%ce%b9-%cf%83%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%84%ce%ad%ce%bc%ce%bc%ce%b1
Η πασίγνωστη αντιβασιλική αφίσα του Σπύρου Ορνεράκη.

Σου είπα μερικά που σηκώνουν μαύρο δάκρυ. Γι’ αυτά μάλιστα, να κλάψεις έστω και με καθυστέρηση. Αλλά για εκείνη την ευσυγκινησία σου στη βράβευση… Δεν βρέθηκε κανείς να σου πει: Έλα, βρε Κοκέ, μην κλαις και κλαις κι άσχημα!