Σόλωνος και Θεμιστοκλέους

Περνώντας από τη γωνία Σόλωνος και Θεμιστοκλέους παρατηρούσα το ζαχαροπλαστείο «Η αλήθεια». Ήταν παλιό κατάστημα κι ένα από τα τελευταία με χειρόγραφο λογότυπο παλιάς μόδας. Καμιά φορά σκεφτόμουν να μπω και ν’ αγοράσω κάτι, για να έχω το χαρτί περιτυλίγματος ή το κουτί με το λογότυπό του. Επαγγελματική διαστροφή. Χωρίς να περιφρονώ καθόλου τα γλυκά, κάθε φορά το ανέβαλα. Αναβολή στην αναβολή δεν μπήκα ποτέ. Την τελευταία δεκαετία το ζαχαροπλαστείο έκλεισε και η φίρμα κατέβηκε. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, τα γράμματα άφησαν ένα καθαρό αποτύπωμα πάνω στον μαυρισμένο τοίχο και μπορούσες να διαβάσεις καθαρά το όνομα «Η αλήθεια». Ύστερα άνοιξε άλλο κατάστημα (ζαχαροπλαστείο και πάλι) κι ύστερα άλλο κι ύστερα άλλο…
Με εξαίρεση τη χρήση καταστημάτων που άλλαξε, έναν φωτεινό σηματοδότη που προστέθηκε και τα λεωφορεία που εκσυγχρονίστηκαν κατά τα άλλα η εικόνα του σημείου αυτού σήμερα είναι ίδια όπως στην παραπάνω φωτογραφία της δεκαετίας του ’70.

Advertisements

Η κόκα-κόλα, ο Τομ και η χούντα

Κόκα Κόλα 1931
1931

Στην Ελλάδα του 1931 η κόκα-κόλα διαφημιζόταν ως τονωτικός χυμός φρούτων. Ερχόταν συσκευασμένη σε μπουκάλια κατευθείαν από τα εργοστάσια της Αμερικής.

Οι Έλληνες αναζήτησαν την κόκα-κόλα ως αναψυκτικό στις δεκαετίες του ’50 και κυρίως του ’60. Επειδή όμως δεν επιτρεπόταν η παρασκευή της, για προστασία της ντόπιας παραγωγής αναψυκτικών, έπιναν Μπιράλ και Ταμ-Ταμ. Ιδιαίτερα το Ταμ-Ταμ έμοιαζε πολύ στην εμφάνιση. Όσοι είχαν γνωστούς στην αμερικάνικη βάση του Ελληνικού, έπιναν καμιά φορά αυθεντική κόκα-κόλα κι ύστερα κρατούσαν το μπουκάλι για ενθύμιο και για φιγούρα. Όσοι είχαν λεφτά έπιναν κόκα-κόλα στου Zonar’s, που ο ιδιοκτήτης την έφερνε σε βαρέλια από την Αμερική.

Για να φτάσει η κόκα-κόλα στα ψυγεία των καταστημάτων και των σπιτιών χρειάστηκε ένας ελληνοαμερικάνος επιχειρηματίας (βίος και πολιτεία!) και μία δικτατορία. Διαβάστε τη συνέχεια

Τα δάκρυα του Κοκού και αυτά που δεν πρέπει να ξεχνάμε

Βασιλευομένη ίσον δικτατορία

Να μην ξεχνάμε τον μπαμπά του Κοκού, που έβαζε μια υπογραφή κι έστελνε κόσμο και κοσμάκη στην εξορία και στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ούτε την προτομή του ρατσιστή Γιαν Σματς που έστησε στη Βουλή. Να μην ξεχνάμε τη «βασίλισσα μητέρα» του, τις σκευωρίες και το παρακράτος. Ούτε εκείνη την προκλητική κρουαζιέρα-υπερπαραγωγή, στην οποία προσκλήθηκαν όλα τα γαλαζοαίματα σόγια της Ευρώπης, για να κάνουν κονέ τα πριγκιπόπουλα εις ηλικίαν γάμου, και που πληρώθηκε από το υστέρημα ενός λαού που δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Να μην ξεχνάμε την προίκα της αδερφής του της Σοφίας και πόσα δώσαμε για τα… όργανα. Να μην ξεχνάμε την αργομισθία που κόψανε στον Κοκό για τα όμορφά του μάτια ούτε τον γάμο του με την Άννα Μαρία, τις χρυσοποίκιλτες άμαξες και τις εξωφρενικές πολυτέλειες, που επίσης πληρώθηκαν από το ίδιο υστέρημα. Να μην ξεχνάμε ούτε και το επίδομα που δόθηκε στη «βασίλισσα μητέρα», όταν χήρεψε. Να μην ξεχνάμε τα πραξικοπήματα του Κοκού και τη χούντα που κάθισε στον σβέρκο μας εφτά χρόνια. Να μην ξεχνάμε τα κοντέινερ που έφυγαν νύχτα από το Τατόι γεμάτα με πράγματα που ανήκαν στον ελληνικό λαό ούτε την τεράστια αποζημίωση που έλαβε ο Κοκός επί ΠΑΣΟΚ –πάλι από την τσέπη του ελληνικού λαού.

%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd-%cf%83%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%82-%ce%b4%cf%8e%cf%81%ce%b1-1948
1948

Ξέρεις, Κοκέ, πόσα δάκρυα πόνου και απελπισίας χύθηκαν από τότε που έπαιζες με το ξύλινο αλογατάκι σου μέχρι τότε που φτιάχτηκε η αφίσα με το στέμμα ανάποδα; Ξέρεις πόσα νιάτα τουφεκίστηκαν εις τον συνήθη τόπον των εκτελέσεων και πόσες οικογένειες ντύθηκαν στα μαύρα; Ξέρεις πόσοι έφυγαν μετανάστες για να ζήσουν τις οικογένειές τους και να παντρέψουν τις αδερφές τους; Ξέρεις πόσα παιδιά άρπαξε η βασίλισσα μητέρα σου από τους γονείς τους επειδή είχαν το θράσος να είναι κομουνιστές;

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%ac%ce%b5%ce%b9-%cf%83%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%84%ce%ad%ce%bc%ce%bc%ce%b1
Η πασίγνωστη αντιβασιλική αφίσα του Σπύρου Ορνεράκη.

Σου είπα μερικά που σηκώνουν μαύρο δάκρυ. Γι’ αυτά μάλιστα, να κλάψεις έστω και με καθυστέρηση. Αλλά για εκείνη την ευσυγκινησία σου στη βράβευση… Δεν βρέθηκε κανείς να σου πει: Έλα, βρε Κοκέ, μην κλαις και κλαις κι άσχημα!