Χρόνια πολλά, μαντάμ Σουσού!

MadamSousou_Prosthiki.indd

Χρειάζονται συστάσεις για τη μαντάμ Σουσού; Περιττό, γιατί η μαντάμ Σουσού είναι πασίγνωστη. Αλλά κι αν χρειάζονται, εκείνη ξέρει να τις κάνει με τον δικό της μοναδικό τρόπο:
— Μαντάμ Σουσού. Σνομπαρία.

Η μαντάμ Σουσού είναι μια ηρωίδα φαινόμενο. Όχι μόνο διατηρεί τη φρεσκάδα της σε πείσμα του χρόνου, αλλά η επικαιρότητά της συνεχώς ανανεώνει το κοινό που την αγαπά.
Τρεις γενιές θαυμαστών δεν είναι μικρό πράγμα, ακόμα και για την ακατάδεχτη μαντάμ Σουσού.
Τον Απρίλη έχει τα γενέθλιά της. Φέτος γίνεται ογδόντα ενός χρόνων!

Η μαντάμ Σουσού γεννήθηκε στις σελίδες του δημοφιλούς περιοδικού Θησαυρός, από την πένα του Δημήτρη Ψαθά, τον Απρίλη του 1938. Αγαπήθηκε αμέσως. Λένε πως ο Ψαθάς εμπνεύστηκε την ηρωίδα του από τη φαντασμένη σύζυγο ενός γνωστού του δημοσιογράφου. Για δύο χρόνια ο «Βίος και πολιτεία της Μαντάμ Σουσούς» κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον και το κέφι των αναγνωστών του Θησαυρού. Τον Οκτώβρη του 1940 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Μαντάμ Σουσού, η πυργοδέσποινα του Βούθουλα», από τις εκδόσεις Κασταλία. Εξώφυλλο και εικονογράφηση του Φωκίωνα Δημητριάδη. Η κήρυξη του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου δεν εμπόδισε την προέλαση της αγέρωχης μαντάμ Σουσούς. Η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε σ’ ένα μήνα.
Αμέσως έγινε μούσα. Ο Κώστας Μάνεσης και ο Κρέοντας Ρηγόπουλος έγραψαν τους στίχους και ο Λεό Ραπίτης τη μουσική του τραγουδιού «Μαντάμ Σουσού», που το ερμήνευσε ο Νίκος Γούναρης μαζί με τον Ρένο Τάλμα και τον Μπέμπη Βουγά και έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία. Αυτά δεν ήταν παρά μόνον η αρχή.
Από το περιοδικό στο βιβλίο, από το βιβλίο στην επιθεώρηση, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση· η επιτυχία ακολουθεί τη θρυλική μαντάμ Σουσού σε κάθε της βήμα εδώ και ογδόντα χρόνια.

Advertisements

Ταξίδι με παλιό λεωφορείο, από κείνο με τη σκάλα και τον μουσαμά στη σχάρα

Σε κάποιο πρακτορείο υπεραστικών λεωφορείων, παλιά. Ο κόσμος που θα ταξιδέψει μαζεύεται κοντά στο λεωφορείο, για να παραδώσει τις αποσκευές. Βαλίτσες μονόχρωμες και καρό, βαλιτσάκια δερμάτινα, καλάθια με πεσκέσια που το άνοιγμα κλείνει με πανί ραμμένο με σακοράφα, καλαθούνες, μπόγοι, κούτες, σακιά, νταμιτζάνες, ντενεκέδες… τα είδη ταξιδιού της εποχής. Κάποιος έχει ανέβει τη σκάλα και περιμένει στον ουρανό του λεωφορείου και κάποιος άλλος παίρνει τα πράγματα που του δίνουν οι επιβάτες και αρχίζει το φόρτωμα. Ο ένας δίνει, ο άλλος παίρνει και συνεννοούνται με φωνές. Αυτός στην οροφή φορτώνει, ταχτοποιεί και δένει τις αποσκευές στη σχάρα. Όταν τελειώσει, ρίχνει από πάνω έναν μουσαμά για προστασία και κατεβαίνει.
Οι ταξιδιώτες επιβιβάζονται, η μηχανή μουγκρίζει, κάποιοι σταυροκοπιούνται και το ταξίδι ξεκινάει. Το παλιό υπεραστικό λεωφορείο δεν έχει καμία σχέση με τα σύγχρονα. Διαβάστε τη συνέχεια

Το πατάρι του Λουμίδη

Λουμίδης 7-1-1938
7 Ιανουαρίου 1938

Το Σάββατο 8 Ιανουαρίου του 1938, στις 11.30 το πρωί, εγκαινιάστηκε το νέο καφεκοπτείο των αδελφών Λουμίδη στην οδό Σταδίου 42, δίπλα στην είσοδο της στοάς Νικολούδη. Καλεσμένη ήταν όλη η Αθήνα, αφού η πρόσκληση των εγκαινίων δημοσιευόταν τις προηγούμενες μέρες στις εφημερίδες.
Οι πελάτες μπορούσαν ν’ αγοράσουν γλυκά, φρεκοκαβουρδισμένο, μυρωδάτο καφέ ή να πιούν έναν καφέ στο πόδι. Για εκείνους που ήθελαν να απολαύσουν τον καφέ τους καθιστοί, υπήρχαν τραπεζάκια στο πατάρι.
Για να εξυπηρετεί τους φίλους του θεάτρου και του κινηματογράφου (η Σταδίου, άλλωστε, ήταν ο δρόμος των κινηματογράφων), που ευχαρίστως θα τελείωναν τη βραδιά τους πίνοντας τον καινούργιο, δυνατό καφέ, τον εσπρέσο, το κατάστημα έμενε ανοιχτό μέχρι τις δύο το πρωί.

Διαβάστε τη συνέχεια

Μελαχρινό χρώμα, sportif δέρμα

Την εποχή που δημοσιεύτηκαν αυτές οι διαφημίσεις, οι άνθρωποι έκαναν ηλιόλουτρο ή απλώς λιάζονταν. Οι λέξεις ηλιοθεραπεία και αντηλιακό ήταν άγνωστες, το ίδιο και οι ενάριθμοι δείκτες προστασίας. Οι υπεριώδεις ακτίνες ήταν υπεύθυνες για εγκαύματα, κοκκινίλες, σκληρό ή ξερό δέρμα. Η λύση ήταν επανειλημμένες εντριβές με Νιβέα, κρέμα ή λάδι, κυρίως στο πρόσωπο, τον λαιμό και τους ώμους. Το δέρμα δεν ξεραινόταν, αλλά έμενε λείο και μαλακό κι έπαιρνε μια sportive, μελαχρινή όψη.
Η Νιβέα ήταν κατάλληλη και για μεγάλους και για παιδιά. Πουλιόταν στα φαρμακεία και στα μυροπωλεία.

Ο πιστός και αφοσιωμένος Ντικ. Ο σπαραγμός του για τον θάνατο του αφεντικού του συγκίνησε όλη την Αθήνα.

Ντικ 1938.jpg

Ο Γεώργιος Μπαλίδης ήταν διπλωμάτης και είχε υπηρετήσει ως πρόξενος της Ελλάδας στην Οδησσό. Αγαπούσε πολύ τα ζώα και ιδιαίτερα τα σκυλιά. Δεν είχε ούτε γυναίκα ούτε παιδιά και τα τελευταία δέκα χρόνια νοίκιαζε ένα δωμάτιο στο σπίτι της κυρα-Όλγας στην οδό Αριστίππου 22, στο Κολωνάκι. Ζούσε μόνος με τον πιστό του φίλο τον Ντίκ, ένα σκυλί που το είχε από κουτάβι. Ο Ντικ είχε μεγαλώσει με πολλή φροντίδα και αγάπη και ήταν αφοσιωμένος στον κύριό του. Όταν τα οικονομικά του στένεψαν, ο τέως πρόξενος προτιμούσε να αφαιρεί κάτι από το φαγητό του για να μην στερήσει τον Ντικ.
Ο σκύλος αγαπούσε τον κύριό του αδιαπραγμάτευτα και ανυστερόβουλα, όπως μόνον τα ζώα ξέρουν. Είχαν γεράσει πια και οι δύο και περνούσαν ήσυχα τις μέρες τους χαρίζοντας ο ένας στον άλλον γλυκιά συντροφιά και απέραντη αγάπη. Διαβάστε τη συνέχεια