Ο μπακαλιάρος και η παρέα του

Μπακαλιάρος ήταν το παρατσούκλι που κόλλησαν στον Μεταξά, όταν το ’σκασε στην Ιταλία, κρυμμένος σ’ ένα νορβηγικό φορτηγό, που μετέφερε μπακαλιάρους. Αυτό το έχουμε ξαναπεί. Αργότερα που έγινε εθνικός κυβερνήτης, έστελνε αξιωματούχους του στη Γερμανία για ειδική εκπαίδευση στην γκεστάπο (μάλιστα, στη γκεστάπο!) και ο ίδιος προσωπικώς δεξιώθηκε τον Γκέμπελς και τις δύο φορές που αυτό το απόπλυμα ήρθε στον τόπο μας. Και αυτό το έχουμε ξαναπεί.

Μεταξάς Γκέμπελς και Κοτζιάς-Σεπτ 36
Σεπτέμβριος 1936.

Αυτό που δεν έχουμε ξαναπεί αφορά τη χαμογελαστή συντροφιά της παραπάνω φωτογραφίας. Δεξιά είναι ο Μεταξάς και δίπλα του το ζεύγος Γκέμπελς. Ο ψηλός, πίσω, με το μουστάκι και το φριζέ μαλλί είναι ο Κώστας Κοτζιάς, υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης επί δικτατορίας Μεταξά. Πριν καταλάβει αυτό το αξίωμα, είχε χρηματίσει δήμαρχος Αθηναίων.
Ο Κοτζιάς ήταν φιλοβασιλικός, αντικομμουνιστής, υπήρξε θαυμαστής του φασισμού,  υποστηρικτής του ναζισμού, είχε αναπτύξει προσωπικές σχέσεις με εθνικοσοσιαλιστές και συνδεόταν δια προσωπικής φιλίας με τον Γκέμπελς. Την περίοδο της μαύρης Κατοχής την πέρασε στην Αμερική.
«Χαίρε που στρίψανε με ζούλα και πήγανε στην Αμερική» ♫ που λέει και το τραγούδι για τη φυλακή της Παλιάς Στρατώνας. Το θυμήθηκα παρεμπιπτόντως, η Παλιά Στρατώνα δεν έχει σχέση με το θέμα μας.

Μετά την Απελευθέρωση, ο Κοτζιάς επέστρεψε. Εκλέχτηκε βουλευτής και ξαναβγήκε δήμαρχος, αλλά πέθανε ξαφνικά λίγους μήνες μετά, το 1951. Από τότε και επί 26 χρόνια, η Αθήνα τον τιμούσε έχοντας δώσει το όνομά του στην κεντρική πλατεία, η οποία από το 1977 έχει μετονομαστεί σε πλατεία Εθνικής Αντίστασης.

Advertisements

Τα βάρβαρα της αγιαβαρβάρας – ένα γλυκό έθιμο από το Σουφλί

Οι γιορτές της αγίας Βαρβάρας, του αγίου Σάββα και του αγίου Νικολάου, οι τρεις συνεχόμενες γιορτές την πρώτη εβδομάδα του Δεκεμβρίου, στις 4, 5 και 6 του μήνα, λέγονται Νικολοβάρβαρα. Είναι οι μέρες που χειμώνας αρχίζει να γίνεται βαρύς. «Απ’ τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει ο χειμώνας» κατά την παροιμία.

Τα γενέθλια της μάνας μου πέφτανε της αγίας Βαρβάρας. Τα γιορτάζαμε με σπιτικούς λουκουμάδες. Η αγία Βαρβάρα είναι η προστάτιδα του πυροβολικού, οι λουκουμάδες πάλι είναι στρογγυλοί σαν τις μπάλες των κανονιών και παραδοσιακά οι λουκουμάδες είναι το γλυκό αυτής της γιορτής. Το 1829, στον πρώτο εορτασμό της αγίας Βαρβάρας ως προστάτιδας του πυροβολικού, προσφέρθηκαν λουκουμάδες στους επισκέπτες του Τάγματος Πυροβολιστών. Την επόμενη χρονιά επαναλήφθηκε το ίδιο και από τότε καθιερώθηκε. Οι λουκουμάδες που έφτιαχνε η μάνα μου έβγαιναν πλακέ σαν τηγανίτες.
Διαβάστε τη συνέχεια

Βρέχει και οι αχθοφόροι μεταφέρουν ανθρώπους – μια άγνωστη εικόνα της παλιάς Θεσσαλονίκης

χαμάλης 1Απόσπασμα από  χρονογράφημα του Σταμ. Σταμ.

Το σύστημα των υπονόμων της Θεσσαλονίκης είναι τόσον ατελές, που λίγο να φταρνιστεί ο ουρανός και η πόλις γίνεται θέαμα πόλεως πρωτοτύπου, με τους δρόμους της μεταβεβλημένους εις φουσκωμένους ποταμούς και τους κατοίκους της διαπεραιούμενους από το ένα πεζοδρόμιο εις το άλλο επί των ώμων αχθοφόρων της στιγμής και της πλημμυριστικής ανάγκης.
Επαγωγόν το θέαμα, όταν η εποχούμενη είναι κοπέλα ή κυρία και μάλιστα παχεία. Εις την γενικήν αναστάτωσιν των όρων της ζωής προστίθενται και τα απροσδόκητα θεάματα, τα οποία εις πάσαν άλλη περίστασιν θα εθεωρούντο άσεμνα και θα τα ημπόδιζε η αστυνομία. Τώρα η αστυνομία όχι μόνον δεν τα απαγορεύει, αλλά και τα υποβοηθεί.
— Έλα δω, βρε συ, να πάρεις και την κυρία από δω.
— Λίγο ψηλά, κυρία, τα φουστάνια σου, μη λερώσουν από τη θολούρα.
Η κυρία υψώνει τα φουστάνια της μη λερώσουν από τη θολούρα και πλημμυρίζουν οι δρόμοι από νερά και τα μάτια των θεατών από κρέατα καλοθρεμμένα.


Σε παλιές ηθογραφίες ο υποχρεωτικός κύριος βγάζει το σακάκι του και το στρώνει πάνω στα νερά του δρόμου για να πατήσει η κυρία σε στεγνό. Ο Σουρής στο ποίημα με την κυρία που κατεβαίνει από το αμάξι, βάζει έναν δανδή των δρόμων να παρακολουθεί τη σκηνή, μέχρι να φανεί ο αστράγαλος. Ύστερα ο δανδής αποχωρεί ευχαριστημένος.
Ο Σταμ. Σταμ. δίνει μια απροσδόκητη εικόνα της Θεσσαλονίκης με απροσδόκητα-άσεμνα θεάματα. Άσεμνο στα 1936, με τη θέση που είχε τότε η γυναίκα στην κοινωνία και τη λιγούρα που έδερνε το ισχυρό φύλο, μπορεί να ήταν ότι φάνηκε η δαντέλα του μεσοφοριού και λίγο πόδι πάνω από το γόνατο.

Το Hellas Special αγαπάει εξίσου τα χρονογραφήματα και τα σκίτσα του Σταμ. Σταμ. Μια που ο Σταμ. Σταμ. δεν είχε φτιάξει σκίτσο γι’ αυτή τη σκηνή, πήρα το θάρρος να φτιάξω εγώ ένα σεμνό.

Μελαχρινό χρώμα, sportif δέρμα

Την εποχή που δημοσιεύτηκαν αυτές οι διαφημίσεις, οι άνθρωποι έκαναν ηλιόλουτρο ή απλώς λιάζονταν. Οι λέξεις ηλιοθεραπεία και αντηλιακό ήταν άγνωστες, το ίδιο και οι ενάριθμοι δείκτες προστασίας. Οι υπεριώδεις ακτίνες ήταν υπεύθυνες για εγκαύματα, κοκκινίλες, σκληρό ή ξερό δέρμα. Η λύση ήταν επανειλημμένες εντριβές με Νιβέα, κρέμα ή λάδι, κυρίως στο πρόσωπο, τον λαιμό και τους ώμους. Το δέρμα δεν ξεραινόταν, αλλά έμενε λείο και μαλακό κι έπαιρνε μια sportive, μελαχρινή όψη.
Η Νιβέα ήταν κατάλληλη και για μεγάλους και για παιδιά. Πουλιόταν στα φαρμακεία και στα μυροπωλεία.

Στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, το 1936, με ένα χρονογράφημα του Σταμ.Σταμ.

Οι καιροί αλλάζουν, τα νεκροταφεία υπάγονται στους δήμους, νέοι κανόνες μεταβάλλουν παλιές συνήθειες, το χρώμα και οι εκδηλώσεις του πένθους ατονούν, οι κηδείες και τα μνημόσυνα μετατρέπονται σε κοινωνικές υποχρεώσεις, ο δήμος επωφελείται οικονομικά, ομοίως η εκκλησία, οι παπάδες, ο καφετζής.
Ο Σταμ.Σταμ. κατέγραψε εικόνες, εντυπώσεις, σκέψεις και συναισθήματα σ’ ένα χρονογράφημά του συνθέτοντας μια πολύτιμη εικόνα των κοινωνικών αλλαγών και της Ευαγγελίστριας του 1936, όταν ακόμα γίνονταν ταφές.

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, Νοέμβριος
Θλιβερόν καθήκον μ’ έφερε μίαν ημέραν εις την Ευαγγελίστριαν της Θεσσαλονίκης, όπου το ελληνικόν νεκροταφείον.
Η πρώτη εντύπωσις ενός επισκεπτομένου το νεκροταφείον της Θεσσαλονίκης είναι η καταπάτησις του νόμου περί αδιαχωρήτου των σωμάτων. Διαβάστε τη συνέχεια

Το μέγαρο ΤΣΑΥ και το θρυλικό «Πέτρογκραδ»

 

Πέτρογκραδ copy.jpg

Το θρυλικό Πέτρογκραδ βρισκόταν στην οδό Σταδίου 29, στο ισόγειο του Μεγάρου ΤΣΑΥ. Είναι μία από τις παιδικές μνήμες μου. Ο πατέρας μου είχε γραφείο στο Μέγαρο ΤΣΑΥ και τα ήσυχα απογεύματα του Σαββάτου μ’ έπαιρνε μαζί του. Θυμάμαι τον καφετζή του Μεγάρου με τον τσίγκινο δίσκο με το χερούλι. Συναντιόμασταν στο ασανσέρ κι όσο ν’ ανέβουμε μου έδειχνε πώς γράφει με το νύχι. (Το κόλπο ήταν πως έχωνε ένα κομματάκι από μύτη μολυβιού ανάμεσα στο νύχι και στο κρέας κι έγραφε στο μπλοκάκι που κουβάλαγε μαζί του. Όσο δεν έβρισκα το κόλπο, νικούσε αυτός). Θυμάμαι ακόμα και το όνομα του κουρέα του Μεγάρου. Οδυσσέας. Continue reading «Το μέγαρο ΤΣΑΥ και το θρυλικό «Πέτρογκραδ»»