Λουκούμι στο καφενείο του Μπαλτά, στο Μεσολόγγι

Το καφενείο του Μπαλτά ήταν ονομαστό στο Μεσολόγγι. Η φωτογραφία τραβήχτηκε κάποια χειμωνιάτικη μέρα, γιορτινή ή Κυριακή. Ο χώρος ανάμεσα στο καφενείο και τις γραμμές του τρένου είναι φίσκα από τον κόσμο που απολαμβάνει τον καφέ του και τον χειμωνιάτικο ήλιο. Ακόμα και τα ακριανά τραπέζια είναι πιασμένα.

Μερικοί έχουν έρθει με τις συζύγους και τα παιδιά τους, όπως ο αξιωματικός που κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό παιδί. Οι πολίτες φοράνε κουστούμι, γραβάτα, καπέλο και παλτό. Οι κυρίες, με καπέλο όπως απαιτούσε η κομψή εμφάνιση της εποχής, έχουν γυρισμένη την πλάτη στον φωτογράφο.

Τις καθημερινές μπορεί να φορούσαν μαντίλι και οι άντρες τραγιάσκα, αλλά για μια τέτοια περίσταση έχουν βάλει όλοι τα καλά τους.
Ο σκύλος, που βρήκε ανθρώπινη συντροφιά και ζεστασιά, κοιμάται του καλού καιρού δίπλα στις γραμμές.
Οι Κυριακές και οι γιορτές ήταν πανηγύρι για τα παιδιά. Περίμεναν με λαχτάρα την επίσκεψη στο καφενείο του Μπαλτά, γιατί θα έτρωγαν ολόγλυκο λουκούμι. Εκεί, στη δεκαετία του ’30, ένα λουκούμι ήταν μεγάλη υπόθεση.
Τα λέω καλά, βρε Κατερίνη;


Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Της αγίας Αικατερίνης σήμερα. Χρόνια πολλά, ρε Κατινάκι!

Η Κατίνα ήταν η επίσημη του Τζογέ. Ο Τζογές ήταν μάγκας και όπως όλοι μάγκες ήταν εχθρός του γάμου, οπότε, παρ’ όλο που ήταν δικός της μέχρι Παναγία, όλα τα χρόνια που δημοσιευόταν η «Στήλη του Τζογέ», την Κατίνα την είχε αστεφάνωτη.

Βραδυνή 1-2-1931 Τζογές

Συνήθως την αποκαλούσε Κατινάκι, κυρίως λόγω μαγκιάς και όχι τρυφερότητας, όπως για παράδειγμα αποκαλούσε και τον φίλο του τον Νίκουρδα, Νικουρδάκι. Τα δώρα που της  κάνει τη μέρα της γιορτής της δείχνουν ότι η ζωή της με τον Τζογέ δεν είναι καθόλου ανέφελη.
Ο Τζογές ήταν δημιούργημα του Σώτου Πετρά και δημοσιευόταν από το 1925 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40 στην εφημερίδα Βραδυνή.

tzoges_vradinis_1926
Εικονογράφηση του Κλεόβουλου Κλώνη, από το βιβλίο «Τζογές», 1926.

Τα δώρα μου
Σήμερα γιορτάζεις. Είναι, ρε Κατίνα μου, μα την αγία Κατήγκω, για μένα η μεγαλύτερη γιορτή στο εμερολόγιο που την αισθάνομαι ψυχικώς και την πονάω. Αφ’ τον καιρό που έμπλεξα μετά σένανε απ’ όλες τις άγιες συμπαθάω τη σήμερον εορτάζουσαν για χατίρι σου κι έχω μοιραίως κάθε μέρα της Αγίας Αικατερίνης. Σήμερις είναι για μένα αργία και φόνων κατάλυσις. Σπάω το κεφάλι μου, ρε εορτάζουσα, τι δώρο να χαρίσω σένα που μου ’χεις χαρίσει το μόνο δώρο εκ Θεού… την ομορφιά σου. Να σου χαρίσω την Αθήνα ολόκληρη, το Παρίσι, την Κενωνία των Εθνώνε, τον Ινδικό Ωκεανό, τι διάλο; Αφ’ τις λίγες οικονομίες που ’χω σου στέρνω σήμερις με τους δυο δωρηφόρους μου, τον Γαλέρα και το Μάριο, τα φτωχά μου δώρα. Φοβού τους μάγκες και δώρα φέροντας.
Άνοιξε το ζεμπιλάκι και θα γδεις περιεχόμενο μια βολά. Διαβάστε τη συνέχεια