Αντίο ντελ πατάτο

Είχα μάθει τον Τζογέ από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου Υπόκοσμος και Καραγκιόζης. Η Στήλη του Τζογέ, που έγραφε ο Σώτος Πετράς, δημοσιευόταν για πολλά χρόνια στη Βραδυνή. Χάρη στην ευκολία του διαδικτύου διάβασα πολλές στήλες του Τζογέ.

Βραδυνή 1-2-1931 Τζογές

Μου άρεσαν οι απόψεις, η γλώσσα, το πνεύμα και η ζωντάνια του. Ο Σώτος Πετράς δεν έγραφε απλώς· έφτιαχνε ζωντανές εικόνες! Κάποιες φορές με ξένισε ο τρόπος που αντιμετώπιζε ο Τζογές τις γυναίκες. Το πράγμα έχει την εξήγησή του: ήταν ο μπρούσκος τρόπος που τις αντιμετώπιζαν οι μάγκες. Το Κατινάκι είναι η επίσημη του Τζογέ. Φίλοι του είναι ο Λάθουρας, ο Χαμπλεχούρας, ο Μπρούτζος, ο Νίκουρδας, ο Γαρδούμπας… Άνθρωποι της φάρας, λάτρεις της ταβέρνας και βεβαίως γερά ποτήρια.
Ο Σώτος Πετράς γνώριζε τους μάγκες και τα στέκια τους. Αγαπούσε την ταβέρνα, το ζωντανό τραγούδι, τη μουσική, την Πλάκα, το Ψυρή, τη ζωή της αθηναϊκής γειτονιάς και κάθε τι αυθεντικό, που «τόσο προώρως επήρε ο χάρος του μοντερνισμού».
«Ήρθαν έτσι ζερβοδίμυτα τα πράματα και κανένας αφ’ τους λίγους παλιούς που ζούνε δεν αναγνωρίζουνε την παλιά και μοσκομυρισμένη Αθήνα. Αμάν, αρχαίο μου Ψυρρή».
Αναζήτησα και άλλα κείμενα του Σώτου Πετρά, εκτός του Τζογέ. Στο «Αντίο ντελ πατάτο» είναι σαν να παρακολουθούμε ένα νούμερο επιθεώρησης ή μια σκηνή από ταινία του παλιού αγαπημένου ελληνικού κινηματογράφου. Ζωντάνια, αμεσότητα, σάτιρα και πλήθος οι πληροφορίες που μπορούν να αντλήσουν οι εραστές του είδους, που βλέπουν ελληνικές ταινίες όχι μόνο για ψυχαγωγία.

Αν προτιμάτε το κείμενο πληκτρολογημένο, μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ.

Δημοσιεύτηκε στις 14 Ιανουαρίου 1932.


Ποιος ήταν αυτός ο Σώτος Πετράς που διάλεγε θέματα απλά και καθημερινά, που ήξερε να γράφει τόσο ζωντανά και που μπορούσε να ζωγραφίζει εικόνες με τις λέξεις, χωρίς να κουράζει με περιγραφές; Το ψάχνω χωρίς να βιάζομαι, για να είναι απολαυστικό. Ήταν δημοσιογράφος, άνθρωπος του θεάτρου κι έχει γράψει βιβλία για το θέατρο και τους ανθρώπους του. Θα τα αναζητήσω στο Μοναστηράκι. Και βάζω κι ένα στοίχημα ότι του άρεσε ο Σταμ. Σταμ.
Κομάν; 

Λυκαβηττού και Σκουφά

Λυκαβηττού και Σκουφά, 1932
Οικία Κοσμαδόπουλου, 1932

Λυκαβηττού και Σκουφά, 1932
Σήμερα στη θέση αυτής της μονοκατοικίας, ιδιοκτησίας οικογένειας Κοσμαδόπουλου, έχει ανεγερθεί πολυκατοικία. Από τις όμορφες πολυκατοικίες της Αθήνας με στρογγυλεμένα τα γωνιακά μπαλκόνια, με παράθυρα, με άνετους και καλοφωτισμένους εσωτερικούς χώρους.

Dimitris Kamaras Σκουφά 45 & Λυκαβηττού 19
Photo: Dimitris Kamaras

Οι Κοσμαδόπουλοι ήταν τραπεζίτες. Μετά τη διάλυση των τραπεζών του Βόλου η Τράπεζα Κοσμαδόπουλου συγκέντρωσε όλη την οικονομική ικμάδα του τόπου.

Κοσμαδόπουλος τράπεζα_Ταχυδρόμος Βόλου 22-1-1931
Ταχυδρόμος του Βόλου, Ιανουάριος 1931.

Από τα 118 εκατομμύρια καταθέσεων τα 85 ανήκαν σε Βολιώτες και Πηλιορείτες. Τον Ιανουάριο του 1932 η τράπεζα έκανε στάση πληρωμών και στη συνέχεια κήρυξε πτώχευση. Η δόλια χρεωκοπία της παρέσυρε και τις τράπεζες Λάρισας και Τρικάλων. Χαμός στη Θεσσαλία! Παραμονές της πτώχευσης οι Κοσμαδόπουλοι φρόντισαν να μεταβιβάσουν τις περιουσίες τους στις συζύγους τους. Η κυβέρνηση Βενιζέλου τους διευκόλυνε το κατά δύναμιν.

Ο Τζογές , το αθάνατο γελεκάκι και το καλλίγραμμο ναυτάκι

Το γελεκάκι
Η λαϊκή έμπνευση, η μούσα του λαουτζίκου, ρε Κατινάκι μου, εφέτος έβαλε τα γυαλιά στους μουσουργούς και ποιητάς που με ρούμπες, χαβάγιες και χίλια δυο άλλα νέα μουσικά είδη, μας σερβίρουν κάθε χρόνο ένα σωρό τραγούδια, που με δαύτα μας ξεκουφαίνουνε τα καβουρντιστήρια της μόδας που λέγονται γραμμόφωνα. Κάτω λοιπόν τα σαχλοτράγουδα κι οι ανοησίες και ζήτω το φετεινό μεγάλο μερακλοειδές «Ντούρου ντούρου», το νέο «Καλογεράκι», το «Γελεκάκι», ρε Κατινάκι μου, φρέσκο φρέσκο τραγούδι, μάγκικο τραγούδι που όλης της Αθήνας τα στόματα τραγουδάνε:

Το γελεκάκι που φορείς
εγώ το ’χω ραμμένο,
με πίκρες και με βάσανα
το ’χω φοδραρισμένο.

Όλοι σε λένε μέλισσα,
μα εγώ σε λέω σφήκα,
της σφήκας έχεις το κεντρί
της μέλισσας τη γλύκα.

Άντε ρε, το μαλώνω, το μαλώνω,
κι ύστερα το μετανιώνω.
Συνεχίστε, έχει κι άλλο