Γιανγκίν βαρ! – Οι πυρκαγιές της Θεσσαλονίκης πριν από το 1917

Σκηνή από την πυρκαγιά του 1890, που δημοσιεύτηκε στη βρετανική εφημερίδα «The Graphic» τον Σεπτέμβριο του 1890.

Πυρκαγιές, ένα τραγικό αλλά συνηθισμένο φαινόμενο
Είναι αδύνατο να μιλήσεις για τη Θεσσαλονίκη χωρίς να κάνεις αναφορά στις πυρκαγιές που τη δοκίμασαν. Η φωτιά ήταν εκείνη που έβαλε τέλος στην ιστορική διαδρομή συνοικιών και μνημείων της πόλης κι έκλεισε κεφάλαια της ιστορίας της ανοίγοντας καινούργια.


Για τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, που άλλαξε τη μορφή της πόλης, έχουμε μιλήσει παλιότερα σε εκτενές άρθρο, που μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ. Πολλές φωτογραφίες θα βρείτε ΕΔΩ.


Η παλιά Θεσσαλονίκη δεν διέθετε κρατική πυροσβεστική υπηρεσία. Η πυρόσβεση γινόταν από τις πυροσβεστικές ομάδες των ασφαλιστικών εταιρειών. Όταν έπιανε φωτιά κάπου, έβλεπαν από το Επταπύργιο τον καπνό ή τις φλόγες κι έριχναν κανονιές. Οι τουλουμπατζήδες άκουγαν τις κανονιές και έσπευδαν. Δύο κανονιές σήμαινε ότι η πυρκαγιά ήταν στο κέντρο. Τρεις ότι ήταν ανατολικά.

Συνεχίστε το διάβασμα

Ο Άγιος Δημήτριος της παραλίας, η μυστική κρύπτη και οι μακεδονομάχοι

Θέα από τη θάλασσα της παραλίας και του μητροπολιτικού ναού της Θεσσαλονίκης, αφιερωμένου στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, κατά την περίοδο 1925-1930.

Όταν ο ναός του Αγίου Δημητρίου μετατράπηκε σε τζαμί, η χριστιανική κοινότητα μετέφερε τη λατρεία του αγίου στην εκκλησία της Παναγίας, που βρισκόταν στη θέση της σημερινής μητρόπολης. Η εκκλησία αφιερώθηκε και στον άγιο Δημήτριο και γιόρταζε στη μνήμη του αγίου και της Παναγίας. Όταν ο ναός των Αγίων Ασωμάτων (η Ροτόντα), μητρόπολη της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1590, μετατράπηκε στο Χορτάτς Σουλεϊμάν τζαμί, η εκκλησία της Παναγίας και του Αγίου Δημητρίου έγινε μητρόπολη της Θεσσαλονίκης. Αφιερώθηκε επίσης και στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, καθώς αργότερα και στην αγία Θεοδώρα. Όλοι όμως την αποκαλούσαν Άγιο Δημήτριο.
Σημειωτέον ότι όλες οι αναφορές στον ναό του Αγίου Δημητρίου μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, εννοούν τον Άγιο Δημήτριο της παραλίας .

Συνεχίστε το διάβασμα

Το ρολόι της Παλιάς Αγοράς – δώρο του λόρδου αρχαιοκάπηλου

Οι Αέρηδες, το Ωρολόγιο του Κυρρήστου, σε φωτογραφία του 1853. Πίσω από το μνημείο διακρίνεται το Ρολόι της Παλιάς Αγοράς. Το ρολόι –ένας μηχανισμός με τέσσερις έδρες, λονδρέζικης κατασκευής– ήταν το δώρο που μας έστειλε ο Έλγιν το 1814, για να μας γλυκάνει για τις αρχαιότητες που μας βούτηξε.

Ο αρχαιοκάπηλος και οι ο κλεπταποδόχος
Επί μία δεκαετία ο Έλγιν κατάκλεβε θησαυρούς, που έφευγαν μέσα σε μεγάλα κιβώτια για τον Πειραιά κι από κει για το Λονδίνο. Συνολικά έκλεψε 253 γλυπτά μεγάλου μεγέθους, ανυπολόγιστες αρχαιότητες μικρού μεγέθους και μία από τις Καρυάτιδες του Ερεχθείου, προκαλώντας συγχρόνως μεγάλες καταστροφές στα μνημεία.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο «Οψοκομιστής», οι ανήλικοι βιοπαλαιστές, τα αλάνια των δρόμων, οι μάγκες του Ρολογιού και η Σχολή Απόρων Παίδων του «Παρνασσού»

Πριν μιλήσουμε για τον πίνακα με τον τίτλο «Οψοκομιστής», ας ανατρέξουμε στο λεξικό του Δημητράκου, για να δούμε τι σημαίνει η λέξη.
Οψοκομιστής είναι «αχθοφόρος μεταφέρων οψώνια εκ της αγοράς εις τας οικίας». Οψώνιον είναι «η δι’ αγοράς προμήθεια τροφίμων, τα ώνια». Όψον σημαίνει «έδεσμα, τροφή».
Η λέξη οψοκομιστής αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1887. Είναι από τις δύστροπες λέξεις, που τόσο άρεσαν στους καθαρευουσιάνους. Στην «Παλιόγλωσσα» ο Νικόλαος Λάσκαρης αναφέρει τη λέξη γραμματοκομιστής.

Ο πίνακας παρουσιάζει μια εικόνα της αθηναϊκής ζωής στις αρχές του 20ου αιώνα. Ένα εργαζόμενο αγόρι, που προέρχεται από την επαρχία όπως φανερώνουν η φορεσιά του και τα τσαρούχια του, με το ψάθινο ζεμπίλι που μεταφέρει τα ψώνια φορεμένο στην πλάτη, σε κάποια στιγμή ανάπαυλας, έχει καθίσει σ’ ένα κασόνι, σε μια ήσυχη γωνιά κάπου στην αγορά και διαβάζει ένα φθαρμένο βιβλίο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Το Σουφλί και το μετάξι

Το Σουφλί ήταν ένα χωριό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που ανήκε στο βιλαέτι της Αδριανούπολης. Πότε ακριβώς δημιουργήθηκε δεν γνωρίζουμε, γιατί δεν υπάρχει συστηματική καταγραφή της ιστορίας του. Υποθέτουμε ότι ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα. Η πρώτη αναφορά που γίνεται σε αυτό είναι από τον Εβλιγιά Τσελεμπί το 1667. Αναφέρει μόνον το όνομα του χωριού, αλλά η πληροφορία του είναι πολύτιμη, γιατί τουλάχιστον μαθαίνουμε ότι το 1667 το Σουφλί, Σοφουλού (Sofulu) στα τούρκικα, υπήρχε.

Το Σουφλί και ο Έβρος, ανυπόγραφο έργο ντόπιου ζωγράφου, δεκαετία ’30. Ιδιωτική συλλογή.

Η χαμένη ιστορία
Όταν ο Σταμ. Σταμ. επισκέφθηκε το Σουφλί, τον Ιούνιο του 1936, παραξενεύτηκε από τις ονομασίες που είχαν δώσει οι Σουφλιώτες σε δρόμους και συνοικίες, όπως Λέκκα, Κακοσουλίου. Ρώτησε «τον σοφόν φίλον και πολιτευτή του τόπου κ. Κωνσταντίνον Κουρτίδην, ιατρόν, άλλοτε γερουσιαστήν και υπουργόν και πάντοτε φιλόλογον και συγγραφέα», αλλά εκείνος δεν ήξερε να του απαντήσει.
«Είναι δηλωτικόν της ηπειρωτικής των Σουφλιωτών καταγωγής;» αναρωτιέται ο Σταμ. Σταμ. «Περίεργο μ’ αυτή την πόλη που ζητάει την ιστορία της, που δεν είναι μακρινή και δεν τη βρίσκει πουθενά. Το Σουφλί δεν είναι πόλις και πολύ παλαιά. Ούτε έχει ιστορία που ν’ ακουμπάει στην αρχαιότητα. Πώς έχασε τη σύγχρονή του; Πρώτα ήταν χωριό. Εδώ και εξήντα χρόνια με τον σιδηρόδρομο που πέρασε από εκεί αναδείχθηκε σε πόλη. Και σαν έγινε πλέον πόλις, λησμόνησε το παρελθόν».

Διαβάστε περισσότερα

Το παμπάλαιο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που εξαφανίστηκε στην πυρκαγιά του 1890 και ο σοφός Πέτρος Ν. Παπαγεωργίου

Ο ναός του πολιούχου της Θεσσαλονίκης βρίσκεται στο τετράγωνο των οδών Αγίου Δημητρίου, Σελεύκου, Κασσάνδρου, Αγίου Νικολάου.
Η οδός Αγίου Νικολάου δεν τιμά τον άγιο Νικόλαο, αλλά ένα εκκλησάκι του, που υπήρχε μέχρι το 1890 πίσω από το Κασιμιέ τζαμί (δηλαδή πίσω από τον ναό του αγίου Δημητρίου, ο οποίος επί οθωμανικής κυριαρχίας είχε μετατραπεί σε τζαμί).
Οι Σαλονικιοί έχοντας έντονα χαραγμένο στη μνήμη τους τον σφαγιασμό των εφτά χιλιάδων άμαχων στο Ιπποδρόμιο, τόσο που ακόμα και σήμερα κάποιοι λένε ότι ακούν απελπισμένες κραυγές και ποδοβολητό αλόγων, έπλασαν την παράδοση ότι το εκκλησάκι χτίστηκε από τον μετανιωμένο αυτοκράτορα Θεοδόσιο, το 390.

Στα χρόνια του Θεοδόσιου Α΄ (379-395) επιβλήθηκε ο χριστιανισμός ως επίσημη και μοναδική θρησκεία του κράτους. Η ανεξιθρησκεία πήγε περίπατο. Ο Θεοδόσιος έθεσε εκτός νόμου την παλιά θρησκεία, κυνήγησε άγρια τους οπαδούς της, δήμευσε τις περιουσίες τους, κατεδάφισε ναούς και μνημεία τους και κατάργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Διαβάστε τη συνέχεια

Βρομεροί κουλουρτζήδες, ασελγείς στραγαλατζήδες και αναιδείς νέοι πολιορκούν τις Αρσακειάδες – ένα απόσπασμα από μυθιστόρημα και πολλές σημειώσεις για το Αρσάκειο

Το Αρσάκειο στα 1886.

Ο Στανάς, φοιτητής και ήρωας του μυθιστορήματος, συνοδεύει την Πόθα, την κόρη της σπιτονοικοκυράς του, στο σχολείο που φοιτά, στο Αρσάκειο. Ακολουθεί περιγραφή της κίνησης γύρω από το Αρσάκειο περί τα τέλη του 19ου αιώνα.

[…] Αντικρύ εφαίνετο το Αρσάκειον, με την αρχαϊκωτάτην και αληθώς εν στιγμή εμπνεύσεως συλληφθείσαν πρόσοψιν.
Το προ αυτού πεζοδρόμιον ήν κατάμεστον κορασίδων. Εξ όλων των πέριξ οδών, της οδού Σανταρόζα, Πινακωτών, Παρθεναγωγείου, Ιπποκράτους, Αρσάκη συνέρρεον κοράσια μικρά και μεγάλα, με ποικιλόσχημα καπέλα, με πολυχρώμους ποδιάς, με τα καλαθάκια τους, με ταις σάκκαις των, εύθυμα, γελαστά, πλήρη ευθυμίας, πάντα όμως φέροντα αποτυπωμένα επί του προσώπου των τα ίχνη της αναιμίας και της χλωρώσεως, υφ’ ων καταβασανίζεται πάσα η μαθητεύουσα θήλεια νεολαία των Αθηνών.

Κατά μήκος της κυρίας προσόψεως και του Προτύπου, παλαιού οικοδομήματος, κειμένου εις την γωνίαν των οδών Αρσάκη και Πανεπιστημίου ίσταντο εις παράταξιν οι κουλουρτζήδες με τα πλατέα ξύλινα τεψιά των και τα τριγωνοειδείς βάσεις των, εκθέτοντες τα κουλούρια των και εκθειάζοντες την ποιότητά των, ενώ έτεροι προνομιούχοι, σύντροφοι ίσως του θυρωρού και της επιστάτριας, είχον στήσει τα φορητά κουλουροπωλεία των εντός αυτής της αυλής του Προτύπου.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η Χαμιδιέ, τα σουλτανικά και το Σιντριβάνι

Το 1889 ξεκίνησε η πρώτη σχεδιασμένη επέκταση της Θεσσαλονίκης έξω από τα τείχη, στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού των μεγάλων αστικών κέντρων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τότε κατεδαφίστηκε το νότιο τμήμα των ανατολικών τειχών. Στη θέση του δημιουργήθηκε η λεωφόρος Χαμιδιέ, ένας δρόμος με κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα και πολυτελή μέγαρα, τα λεγόμενα σουλτανικά.
Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ για να στολίσει τη νέα περιοχή, δώρισε στην πόλη μια μαρμάρινη κρήνη με τρεις κρουνούς.

Σιντριβάνι

Τοποθετήθηκε εκεί που ήταν η παλιά Κασσανδρεωτική Πύλη, η Πύλη της Καλαμαριάς. (Καμία σχέση με τη σημερινή Καλαμαριά, που τότε ήταν ακατοίκητη). Η λεωφόρος Χαμιδιέ άρχιζε από τον Λευκό Πύργο, που ήταν περιοχή διασκέδασης και έντονης πολιτιστικής κίνησης, και κατέληγε στο Σιντριβάνι. Διαβάστε τη συνέχεια

Το μέγαρο Μελά

Το μέγαρο Μελά καταλαμβάνει το τετράγωνο μεταξύ των οδών Αιόλου-Σοφοκλέους-Στρέιτ-Κρατίνου. Το έχτισε ο Βασίλειος Μελάς, ηπειρωτικής καταγωγής, ομογενής από την Κωνσταντινούπολη και πλούσιος έμπορος στο Λονδίνο. Εμφανίστηκε δυναμικά στην ελληνική οικονομική σκηνή· επένδυσε τα κεφάλαιά του στα θειωρυχεία της Μήλου, αγόρασε μετοχές στα μεταλλεία του Λαυρίου, στους σιδηροδρόμους, σε τράπεζες, στο Αεριόφως Αθηνών και ακίνητα στην περιοχή μεταξύ Καπνικαρέας και Αγίας Ειρήνης.
Το 1873 αγόρασε τρία οικόπεδα στην πλατεία Λουδοβίκου, επιφάνειας 1.600 τετραγωνικών μέτρων και ανέθεσε στον Τσίλερ Διαβάστε τη συνέχεια

Από τους βοσκούς που κατέβηκαν απ’ τα Βαρδούσια κι έγιναν βιομήχανοι στην Αθήνα ξεκινήσαμε, στη Μαρία την Πενταγιώτισσα καταλήξαμε

Μαρία Πενταγιώτισσα λεπτ

Στα Πατήσια, κοντά στον Άγιο Λουκά, λειτουργούσε ένα βουστάσιο, που προμήθευε τα νοικοκυριά με φρέσκο γάλα, ανάδινε όμως και ανυπόφορες μυρωδιές. Ο Φιλίππου, που είχε το βουστάσιο, άνοιξε στο Λυσσιατρείο –τρεις στάσεις πιο κάτω– ένα γαλατάδικο, που απόχτησε τόσο μεγάλη φήμη, ώστε είχε πελάτες από διάφορες περιοχές της Αθήνας.
Έτσι ξεκίνησε η γαλακτοβιομηχανία ΦΑΓΕ: από έναν πρόγονο που ήταν βοσκός στα Βαρδούσια κι έστησε βουστάσιο και γαλατάδικο στην πρωτεύουσα.
Συμπτωματικά από τα Βαρδούσια κατέβηκε στην Αθήνα κι ένας άλλος βοσκός, ο Δασκαλόπουλος. Αυτός άνοιξε γαλατάδικο στα Εξάρχεια. Ήταν παππούς των Δασκαλόπουλων, που δημιούργησαν τη γαλακτοβιομηχανία ΔΕΛΤΑ (νυν Vivartia).
Το χωριό του Δασκαλόπουλου, η Γρανίτσα (σήμερα λέγεται Διακόπι), ήταν κοντά στους Πενταγιούς, το χωριό της Μαρίας της Πενταγιώτισσας, που στην ποδιά της σφάζονταν παλικάρια και που το επώνυμό της ήταν Δασκαλοπούλου. Διαβάστε τη συνέχεια