Πάει ο φούρνος, παν κι οι γαλοπούλες – μια εκρηκτική χριστουγεννιάτικη ανάμνηση από την Κέρκυρα του Φώτου Γιοφύλλη

Η σαρακοστή των Χριστουγέννων παραδοσιακά τελειώνει σ’ ένα καλοστρωμένο τραπέζι με ροδοκόκκινη ευωδιαστή γαλοπούλα, άφθονες λιχουδιές και καλό κρασί. Αυτό το γευστικό πανηγύρι απολάμβαναν όσοι είχαν χρήματα. Οι φτωχοί που κρατούσαν σαρακοστή εξ ανάγκης –«Νηστεύει ο δούλος του Θεού, γιατί δεν έχει να φάει»– συνέχιζαν τη νηστεία και ανήμερα τα Χριστούγεννα και μετά. Οι λιγότερο φτωχοί έτρωγαν χοιρινό.
Ο Φώτος Γιοφύλλης περιγράφει ένα περιστατικό που έγινε στην Κέρκυρα, τη μέρα των Χριστουγέννων, που οι ευωδιές από τις γαλοπούλες που ψήνονταν στους φούρνους πλημμύριζαν τις γειτονιές.
Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ανεξάρτητος τα Χριστούγεννα του 1933.

[…] Καθώς περπατούσαμε, σταθήκαμε εκεί κατά το σταυροδρόμι της Πίνιας, εκεί που ήτανε τότες το χαρτοπωλείο ο «Κάδμος». Αντικρύ ήταν ένας μεγάλος φούρνος. Τα ταψιά με τις γαλοπούλες και τους γάλους πηγαινοέρχονταν και μια ευωδιά σκορπιώταν, μια ευωδιά…
Σταθήκαμε εκεί μια στιγμή να καμαρώσουμε και να μυριστούμε.
Ξαφνικά όμως γίνηκε κάτι τρομερό! Ένας κρότος δυνατός μας έσπασε τ’ αυτιά κι ένας φοβερός σεισμός ετράνταξε τη γη! Ξαφνιστήκαμε, τρομάξαμε και τρέξαμε να φύγουμε. Στο μέρος που ήταν ο φούρνος γίνηκε κάτι σαν έκρηξη σε ηφαίστειο. Πυκνός καπνός και απάσβεστα (κομμάτια από σοβάδες) και πέτρες και ξύλα επετάχτηκαν ψηλά. Και μέσα στον καπνό γαλοπούλες ψημένες και άψητες επετιώντουσαν στον αέρα, πατάτες και πέτρες μαζί και σαν λάβα άφθονες μοσχομυρισμένες σάλτσες… Τι ήταν εκείνο; Ένα ηφαίστειο τρομερό, που πετούσε από τον κρατήρα του γαλοπούλες, πατάτες, σάλτσες μαζί με πέτρες, χώματα και στάχτες. Κάτι τραγικό και αφάνταστο, μα και κάπως κωμικό μαζί.

Διαβάστε τη συνέχεια

Τα κάλαντα της παραμονής των Χριστουγέννων – Μικρασιάτικες αναμνήσεις του Φώτη Κόντογλου

Γράφει ο Κόντογλου για μια παραμονή Χριστουγέννων στην παλιά πατρίδα, που έκανε «κρύο τάντανο κι ο αγέρας σαν να ’τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήταν χαρούμενος και γεμάτος κέφι». Τα παιδιά λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά και στα καφενεία της αγοράς κι όταν σουρούπωνε γύριζαν στις γειτονιές κρατώντας φανάρια και τα έλεγαν στα σπίτια. «Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα που λένε μοναχά πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα και κείνα παράφωνα».

«Από δω κι από κει ακουγόντανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά. Η ώρα περνούσε κι ανάργευε σιγά-σιγά ο κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν ένα ένα, μοναχά μέσα στα μπαρμπεριά ξυριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι. Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι νοικοκυράδες και τα παιδιά τους όλοι ήτανε χαρούμενοι κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες κι εκείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σαν χοτζάδες:

Διαβάστε τη συνέχεια

Με το τραπέζι στα δόντια

Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2018
Τι ρεβεγιόν και λούσα κάθεσαι και λες; Να ’τανε, λέει, να κατεβαίναμε στην Αχαρνών, στου Τζίμη του χοντρού, να ’τανε ο βλάχος με το μπουζούκι, να το κελάηδαγε η Μαρίκα (όλα εξόν από το «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα», μη μας κάνει την καρδιά αλοή, χρονιάρα μέρα), να σηκωνότανε ο μάγκας να χορέψει, να σήκωνε και το τραπέζι με τα δόντια και να ’φερνε τις βόλτες του. Να ’τανε κι η Γιωργία από μια μεριά και να του βαράγαμε ομού τα παλαμάκια.
Τότενες να σε φιλήσω, αδρεφέ μου, εγκαρδίως και να σου ευχηθώ «Ευτυχές το νέον έτος!»

Πιάσαμε την καλή_Γεωργία Βασιλειάδου.jpg

Έρχεται το 1961

Σταδίου 1960 Κώστας Μπαλάφας

Φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα. Η Σταδίου από την Ομόνοια το 1960. Το τρόλεϊ έχει στρίψει από την Αιόλου και μπήκε στη Σταδίου. Στη θέση του διώροφου κτιρίου μπροστά από το τρόλεϊ χτίστηκε, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, το δωδεκαώροφο κατάστημα  ΚΑΤΡΑΝΤΖΟΣΠΟΡ.

Σταδίου κι Αιόλου

Το ίδιο ακριβώς σημείο σε ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Μέγαρο Μετoxικού Ταμείου από Σύνταγμα 1960

1960. Ο Κώστας Μπαλάφας φωτογραφίζει τη Σταδίου κοιτάζοντας προς την Ομόνοια. Δεξιά, το μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού.

Σταδίου Μέγαρο Μετοχικού Ταμείου Στρατού

Σταδίου προς Σύνταγμα. Το μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού.

Γιορτινό, αθηναϊκό, κατοχικό τραπέζι

Με την είσοδο των γερμανών στην Αθήνα, αμέσως εξαφανίζονται τα τρόφιμα και η πείνα ξεσπάει απότομα. Η επαρχία κάπως τα βολεύει. Οι μεγάλες πόλεις, όμως, υποφέρουν και πιο πολύ η Αθήνα.

ξηροί καρποί1941

Τα πράγματα έχουν αξία μόνον εφόσον μπορούν να μεταφραστούν σε τρόφιμα.

μικρές αγγελίες1941

Οι εφημερίδες, με αυτά που δημοσιεύουν, κάνουν μόνον για χαρτί περιτυλίγματος.

Καθημερινή 1941

εκδήλωση ευγνωμοσύνης 1941.jpg

Πόσο μάλλον που το χαρτί περιτυλίγματος έχει εξαφανιστεί.

χαρτί περιτυλίγ 1941

Ο σκληρός χειμώνας 1941-1942, ο χειμώνας της πείνας, έχει αρχίσει. Όσοι έχουν συγγενείς στην επαρχία, περιμένουν με λαχτάρα ένα δέμα, για να φάνε κανένα φαγητό της προκοπής.

δέματα 1941.jpg

Θα προσπαθήσουμε να συνθέσουμε ένα γιορτινό μενού από δημοσιεύματα της Βραδυνής του 1941 και κυρίως από τις στήλες «Αθηναϊκή ζωή» και «Η μαγειρική των περιστάσεων».

Διαβάστε τη συνέχεια

Κουραμπιές με τη γλυκιά έννοια

Παλιά όταν έλεγαν κάποιον κουραμπιέ, δεν εννοούσαν ότι είναι γλυκός και τραγανός, αλλά ότι είναι νωθρός και άτολμος. Κουραμπιέδες επίσης ήταν οι άκαπνοι φαντάροι των μετόπισθεν και των γραφείων. Καμία σχέση με του βζουνάκ’ του γουργό.
Ιγώ ίμι γω, βζουνάκ’ γουργό,
που ζει στουν κόσμου τιμημένα,
ποιος κουραμπιές, ποιος διστιγκές
τολμάει να βγει μπροστά σ’ ιμένα.

Κουραμπιέδες αγοραστοί με την οκά ή συσκευασμένοι. Μοσχοβολάνε φρέσκο βούτυρο.

Η μεγαλύτερη κατανάλωση γίνεται στην περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Κουραμπιέδες όμως, συνήθως συσκευασμένοι, πουλιούνται όλο τον χρόνο. Παλιά, ο κουραμπιές ήταν ένα από τα γλυκά των καφενείων, χειμώνα καλοκαίρι. Χαρά της πιτσιρικαρίας που θα γλυκαινόταν με κουραμπιέ ή λουκουμάκι στο χαρτί.

Για σπιτικούς κουραμπιέδες χρησιμοποιήστε φρέσκο βασιλικό βούτυρο από το βασιλικό κτήμα στο Τατόι.

%cf%84%ce%b1%cf%84%cf%8c%ce%b9-%ce%b5%ce%bc%cf%80%cf%81%cf%8c%cf%82-13-2-1954
1954

Ραδιόφωνο Tesla

Ξεχώρισα αυτή τη διαφήμιση για το σκίτσο της. Ποιος είναι ο σκιτσογράφος της διαφημιστικής εταιρείας; Η υπογραφή του δεν φαίνεται πουθενά.
Βλαχόπουλα με μακριές φουστανέλες και βλαχοπούλες με τσεμπέρι χαιρετίζουν τη σύγχρονη τεχνολογία που φτάνει σε κάποια μακρινή γωνιά της ελληνικής υπαίθρου. Από τις καπνοδόχους των σπιτιών βγαίνει καθησυχαστικά καπνός (ασφάλεια και ζεστασιά που τόσο είχαν λείψει), αλλά το χωριό δεν μοιάζει και πολύ για ελληνικό. Ούτε και το έλκηθρο που φέρνει τα ραδιόφωνα είναι, αλλά ούτε και τα ραδιόφωνα. Γενικά υπάρχει ένα γιορτινό ελληνο-ευρωπαϊκό ανακάτεμα.
Είμαστε ακόμα στην εποχή που η λέξη σπίτι γράφεται και με ήτα και με γιώτα, όπως η λέξη πίτα, που γράφεται και πήτα, αλλά και πίττα. Η λέξη ξέρω γράφεται και ξαίρω και λοιπά, και λοιπά.
Η διαφήμιση έχει κάποιο λάθος, αλλά δεν είναι το σπίτι με ήτα. Είναι που πιστεύει ότι στην Ελλάδα του 1954 κάποιος είναι σε θέση να κάνει σε κάποιον άλλον ένα τόσο ακριβό δώρο.
Μόνον ο θείος από την Αμερική!