Αναψυκτικά Φιξ

Το 1961 έχει ολοκληρωθεί η ανακατασκευή του εργοστασίου Φιξ, χωρίς να διακοπεί η λειτουργία του. Στη θέση του παλιού εργοστασίου στη λεωφόρο Συγγρού υψώνεται ένα υπερσύγχρονο βιομηχανικό κτίριο.
Η εταιρεία, εκτός από την περίφημη μπίρα Φιξ, κυκλοφορεί διάφορα αναψυκτικά: πορτοκαλάδα, φραουλίτα, χυμό μήλου. Αργότερα θα κυκλοφορήσει και το Ταμ-ταμ, που στο χρώμα και στη συσκευασία θυμίζει την απρόσιτη για τους Έλληνες κόκα κόλα. Τα αναψυκτικά Φιξ διαφημίζονται δυναμικά.

1961

1961

1961

1963. Ο χυμός πορτοκάλι της Χυμοφίξ εξάγεται στην Ευρώπη. Η εταιρεία Φιξ συνεχίζει την επί δεκαετίες επιτυχημένη πορεία της, αλλά τα σύννεφα δεν θ’ αργήσουν να φανούν.


Η φωτογραφία του εργοστασίου Φιξ προέρχεται από ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για το κτίριο Φιξ, που βρήκα στο σάιτ του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και που μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ.

Το πουλί της χούντας, ο διαφημιστής του και η ιστορία μιας διαφημιστικής

Το έμβλημα της χούντας, ο φαντάρος μπροστά στον φοίνικα που αναγεννιέται, ήταν δημιούργημα του διορισμένου χουντικού δήμαρχου του Πειραιά Αριστείδη Σκυλίτση. Βρισκόταν παντού: σε δρόμους, σε πλατείες, σε κτίρια, σε γραφεία, σε σχολεία, σε σπιρτόκουτα, στην πόλη και στο ύπαιθρο.

Έμβλημα χούντας Πανεπιστημίου
Η πρόσοψη της Τράπεζας της Ελλάδος στην Πανεπιστημίου.

Υπήρχε κι ένας αυτοδίδακτος ζωγράφος και διαφημιστής, που ειδικευόταν στις γιγάντιες διαφημίσεις και στις τοιχογραφίες που κάλυπταν μια ολόκληρη πλευρά πολυκατοικίας.

Ο Παύλος Γκίκας, σκαρφαλωμένος σε σκαλωσιές ή αναβατόρια ζωγράφισε διαφημίσεις για την μπίρα και τα αναψυκτικά Φιξ, τη ρετσίνα Πλάκα, Διαβάστε τη συνέχεια

Ο Έλατος ο ξακουστός

Ο Έλατος ήταν το πρώτο μαγαζί με δημοτική μουσική στην Αθήνα. Ναός της δημοτικής μουσικής όχι μόνον στην Αθήνα, αλλά σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, κατά τον Πάνο Γεραμάνη. Φημισμένο κέντρο διασκέδασης, με ιστορία που ξεκίνησε το 1918 και κράτησε σχεδόν ενενήντα χρόνια.
Πρόσφερε φαγοπότι και παραδοσιακό γλέντι, σε μια εποχή που το δημοτικό τραγούδι δεν έβρισκε θέση στην πρωτεύουσα –ούτε στις ευρωπαϊκού τύπου διασκεδάσεις της αστικής τάξης ούτε στα στέκια της μαγκιάς ούτε στα μινόρε των συνοικισμών ούτε στης Πλάκας της ανηφοριές.
Οι πρώτοι που έμαθαν τον Έλατο ήταν οι εργάτες των μεταλλείων, που έπαιρναν το τρένο από τον σταθμό Λαυρίου. Όταν επέστρεφαν από το Λαύριο, σταματούσαν για μεζέ και κρασί μετά την κούραση της δουλειάς. Το ίδιο και οι εργάτες που γύριζαν από τον Πειραιά με τον σιδηρόδρομο Αθηνών-Πειραιώς. Ο Έλατος βρισκόταν σε κομβικό σημείο –στην πλατεία Λαυρίου, δυο βήματα από την Ομόνοια, οδός 3ης Σεπτεμβρίου αριθμός 16.
Τον αγάπησαν αμέσως οι επαρχιώτες, που είχαν έρθει στην πρωτεύουσα για να βρουν την τύχη τους. Λίγες ευκαιρίες είχαν ν’ ακούσουν τις αγαπημένες τους μουσικές· κυρίως στα γλέντια, που γίνονταν σε σπίτια με την ευκαιρία κάποιου αρραβώνα ή γάμου ή ονομαστικής γιορτής. Αν δεν υπήρχαν όργανα όλο και κάποιος βρισκόταν να φέρει ένα γραμμόφωνο και πλάκες με κλαρίνα.
Το ραδιοφωνικό πρόγραμμα είχε εκπομπές με δημοτική μουσική, αλλά κρατούσαν μόνον λίγα λεπτά. Εξάλλου το ραδιόφωνο ήταν μια ακριβή συσκευή και χρειάστηκε να περάσουν χρόνια μέχρι να γίνει προσιτή.

Γρήγορα η φήμη του υπόγειου μαγαζιού έφτασε εκεί όπου η ξενιτιά και η απόσταση έκαναν τη νοσταλγία δυνατότερη –στους Έλληνες της διασποράς.

Διαβάστε τη συνέχεια

Τι ρετσίνα κεχριμπάρι, ταβερνιάρη, ταβερνιάρη!

Το κρασί ήταν το νούμερο ένα κριτήριο της παλιάς ταβέρνας. Μερικοί ταβερνιάρηδες είχαν δικά τους αμπέλια και ο κράσος τους ήταν περιζήτητος. Άλλοι φέρνανε ξανθή ρετσίνα από τα Μεσόγεια και το Μενίδι. Το αγνό κρασί ήταν πόλος έλξης δυνατότερος κι από τον νοστιμότερο μεζέ. Οι κρασοπατέρες δεν πήγαιναν στην ταβέρνα για να φάνε, αλλά για να πιούν. Ένα στουμπιστό κρεμμύδι και μερικές θρούμπες ήταν για κείνους το εκλεκτό έδεσμα, που συνόδευε το κατοστάρι, το καρτούτσο, τη μισή. Εννοείται πως το κρασί πινόταν ανέρωτο και όσοι έκοβαν τη ρετσίνα με Σάριζα, περιφρονούνταν ως σαχλέ ολέδες και μπεκρήδες του γλυκού νερού.
Ο κρασοπατέρας συνήθως έπινε βερεσέ και ο ταβερνιάρης έγραφε τα βερεσέδια πάνω σε πλάκα με κιμωλία. Όταν ο κρασοπατέρας εξοφλούσε, ο ταβερνιάρης έσβηνε με το σφουγγάρι το χρέος.
Βρε Λινάρδο, ταβερνιάρη,
γράφ’ τα κάτω απ’ το σφουγγάρι.
λέει κάποιος πότης στον ταβερνιάρη, ζητώντας του, με άλλα λόγια, να μην γράψει το χρέος.

Διαβάστε τη συνέχεια

Το εσκαλόπ, το γκρίζο και το μαύρο

ΦΙΞ_Εμπρός 20-03-1954 copy
1954

Φιξ_Εμπρός 17-5-1958 copy
1958

Λοιπόν, έχουμε και λέμε: κρέας, αυγά και τηγάνισμα με βούτυρο. Ύστερα ζαμπόν, τυρί, ράντισμα με βούτυρο, ψήσιμο όλα μαζί κι έτοιμα τα εσκαλόπ. Γαρνίρισμα με πουρέ (που σημαίνει πατάτα, γάλα, βούτυρο) και σερβίρισμα με παγωμένη μπίρα.

Και ο αρχιμάγειρος Παπίδας πιστεύει ότι επειδή μ’ αυτό το φαγητό θα πιούμε μπίρα Φιξ που μας κάνει καλό, οι θερμίδες και η χοληστερίνη θα μείνουν εντός ορίων ελέγχου.
Παπίδα, σοβαρέψου! Δεν θα χωράμε να περάσουμε από τις πόρτες! Έχει και συνέχεια…

Ταμ-Ταμ

TAM TAM.jpg

Όταν δεν υπήρχε η κόκα-κόλα στην Ελλάδα, πρωταγωνιστούσε το Ταμ-Ταμ. Το μπουκάλι του θύμιζε κόκα-κόλα, το χρώμα του επίσης και η γεύση του…  ποιος ξέρει και ποιος θυμάται; Φτιαχνόταν στο εργοστάσιο του Φιξ στην οδό Συγγρού. Γρήγορα έγινε πολύ αγαπητό στα παιδιά και στους νέους, που μάζευαν μετά μανίας τα τσιγκάκια. Τσιγκάκια ήταν τα καπάκια. Η πιτσιρικαρία τα μάζευε γιατί έπαιζε ένα παιχνίδι και η νεολαία γιατί μ’ αυτά πλήρωνε για να μπει στο Stork (ένα κλαμπ στον Άγιο Κοσμά). Μάλλον αυτό εννοεί η διαφήμιση αναφέροντας στο κάτω μέρος με ψιλά γράμματα «Μαζεύετε τα πώματα για την μεγάλη έκπληξι».

Ταμ ταμ καπάκια 20-08-1965
Αύγουστος 1965

Η κοπέλα στη φωτογραφία έχει γεμίσει ένα ποτήρι, ενώ στο μπουκάλι υπάρχει άλλο τόσο αναψυκτικό. Διαφημιστική υπερβολή. Ωστόσο το περίεργο με την παραπάνω διαφήμιση είναι ότι οι κοπέλες φοράνε μαγιό, ενώ οι δύο άντρες είναι φουλ ντυμένοι. Ο ένας φοράει πουκάμισο και παντελόνι και ο άλλος μακρυμάνικο ζιβάγκο. Γιατί άραγε;
Άντε τώρα να βρεις απάντηση ύστερα από πενήντα χρόνια!