Να ’τα και τ’ αραπάκια!

Όταν έγραφα για το ρύζι μπάρμπα Μπεν και το τυρί Αραπάκι, μου είχε κολλήσει ο στίχος:
Πού ’ναι, μπάρμπα, τ’ αραπάκια,
πού ’ν’ ο Κόκκινος Στρατός.
..
Έψαξα πολύ να βρω το τραγούδι, αλλά δεν υπήρχε στο διαδίκτυο, ρώτησα και φίλους… τίποτα. Τη λύση έδωσαν για μια φορά ακόμα οι κασέτες (ξέρετε, εκείνα τα πλακέ πραγματάκια με τα δύο καρούλια μέσα). Και να, ορίστε το καταπληκτικό τραγούδι, από τα Τραγούδια του Καραγκιόζη, που ήταν και η πρώτη εμφάνιση του Στέλιου Διονυσίου στη δισκογραφία.

Έχει κι άλλο…

Η ανεπανάληπτη Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου

Στο άρθρο για τα «αντρικά», είχα υποσχεθεί φωτογραφία της Αγγέλας Λυκιαρδοπούλου στη χαρακτηριστική και πρωτοποριακή για την εποχή εμφάνισή της με σμόκιν.
Ιδού η ανεπανάληπτη Αγγέλα και λίγα λόγια για τη ζωή της.

Η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου ήταν η πρώτη Ελληνίδα καλλιτέχνιδα που εμφανίστηκε επί σκηνής φορώντας σμόκιν. (Φωτογραφία από το αρχείο του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου).

Συνεχίστε! Έχει κι άλλο…

Ο μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς, ο τενόρος, το σουξέ και η πονηρή Κολούμπια

Ο μπάρμπα-Γιάννης ο κανατάς ήταν τύπος της Παλιάς Αθήνας. Οι παππούδες των παππούδων των σύγχρονων Γκάγκαρων μπορεί και να τον γνώρισαν προσωπικά. Οι υπόλοιποι γνώρισαν τη φήμη του και το τραγούδι που γράφτηκε γι’ αυτόν, περί το 1870, από τον αρχιμουσικό της Βασιλικής Φρουράς Ανδρέα Σάιλερ, που διασκεύασε μια ιταλική μελωδία.
Τα χρόνια πέρασαν, η Παλιά Αθήνα έσβησε και ο μπάρμπα-Γιάννης ξεχάστηκε. Ώσπου, το 1933, ο τενόρος και συνθέτης Πέτρος Επιτροπάκης ανέσυρε από τη λήθη το παλιό τραγούδι, το διασκεύασε και το τραγούδησε σε μία ανεπανάληπτη, λυρική και ταυτόχρονα χιουμοριστική, εκτέλεση. Σε χρόνο ρεκόρ έγινε τεράστια επιτυχία, σε σημείο να ξεπεράσει το αθάνατο «Γελεκάκι» του Ολλανδέζου.

Η παρτιτούρα του τραγουδιού εκδόθηκε από τον Μουσικό Οίκο Γαϊτάνου.
(Φωτογραφία από το αρχείο του ΕΛΙΑ).

Το έπαιζαν στο πιάνο οι κόρες των καλών οικογενειών, το τραγουδούσαν οι συντροφιές «στις μάντρες της αθηναϊκής γειτονιάς που λέγονται ταβέρνες», το έλεγαν οι κανταδόροι (που τους κυνηγούσε η αστυνομία, γιατί κάποιος σοφός νους είχε αποφασίσει ότι τα άσματα διατάρασσαν την τάξη), το έπαιζαν τα γραμμόφωνα. Γενικά, όλη η Αθήνα τραγουδούσε «μπάρμπα Γιάννη κανατά».
Σε λίγο, λόγω της επιτυχίας του τραγουδιού, οι εφημερίδες άρχισαν να γράφουν για τον ξεχασμένο τύπο της Παλιάς Αθήνας, που τον θυμήθηκε και τον ανάστησε η σύγχρονη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Χρόνια πολλά, μαντάμ Σουσού!

MadamSousou_Prosthiki.indd

Χρειάζονται συστάσεις για τη μαντάμ Σουσού; Περιττό, γιατί η μαντάμ Σουσού είναι πασίγνωστη. Αλλά κι αν χρειάζονται, εκείνη ξέρει να τις κάνει με τον δικό της μοναδικό τρόπο:
— Μαντάμ Σουσού. Σνομπαρία.

Η μαντάμ Σουσού είναι μια ηρωίδα φαινόμενο. Όχι μόνο διατηρεί τη φρεσκάδα της σε πείσμα του χρόνου, αλλά η επικαιρότητά της συνεχώς ανανεώνει το κοινό που την αγαπά.
Τρεις γενιές θαυμαστών δεν είναι μικρό πράγμα, ακόμα και για την ακατάδεχτη μαντάμ Σουσού.
Τον Απρίλη έχει τα γενέθλιά της. Φέτος γίνεται ογδόντα ενός χρόνων!

Η μαντάμ Σουσού γεννήθηκε στις σελίδες του δημοφιλούς περιοδικού Θησαυρός, από την πένα του Δημήτρη Ψαθά, τον Απρίλη του 1938. Αγαπήθηκε αμέσως. Λένε πως ο Ψαθάς εμπνεύστηκε την ηρωίδα του από τη φαντασμένη σύζυγο ενός γνωστού του δημοσιογράφου. Για δύο χρόνια ο «Βίος και πολιτεία της Μαντάμ Σουσούς» κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον και το κέφι των αναγνωστών του Θησαυρού. Τον Οκτώβρη του 1940 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Μαντάμ Σουσού, η πυργοδέσποινα του Βούθουλα», από τις εκδόσεις Κασταλία. Εξώφυλλο και εικονογράφηση του Φωκίωνα Δημητριάδη. Η κήρυξη του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου δεν εμπόδισε την προέλαση της αγέρωχης μαντάμ Σουσούς. Η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε σ’ ένα μήνα.
Αμέσως έγινε μούσα. Ο Κώστας Μάνεσης και ο Κρέοντας Ρηγόπουλος έγραψαν τους στίχους και ο Λεό Ραπίτης τη μουσική του τραγουδιού «Μαντάμ Σουσού», που το ερμήνευσε ο Νίκος Γούναρης μαζί με τον Ρένο Τάλμα και τον Μπέμπη Βουγά και έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία. Αυτά δεν ήταν παρά μόνον η αρχή.
Από το περιοδικό στο βιβλίο, από το βιβλίο στην επιθεώρηση, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση· η επιτυχία ακολουθεί τη θρυλική μαντάμ Σουσού σε κάθε της βήμα εδώ και ογδόντα χρόνια.

Η γυναίκα που ψηφίζει – ένα ρεμπέτικο με τη Μαρίκα Νίνου

Μαρίκα Νίνου με μπαγλαμαδάκι
Η Μαρίκα Νίνου παίζει μπαγλαμαδάκι. Φωτογραφία από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου «Ρεμπέτικα Τραγούδια».

Η γυναίκα που ψηφίζει

Ο κόσμος άλλαξε και πάρτε το χαμπάρι
και η γυναίκα στο εξής θα κουμαντάρει.
Ήρθε καιρός να φύγω πια απ’ τη ρουτίνα,
απ’ του συζύγου τη σκλαβιά κι απ’ την κουζίνα.

Είμαι η γυναίκα η μοντέρνα που ψηφίζω,
γλεντώ στα κέντρα, πίνω ουίσκι και καπνίζω.
Στην εξουσία κανενός πια δεν ανήκω,
δεν έχει τώρα κάτσε-κάτσε, σήκω-σήκω.

Στις εκλογές θα βάλω κάλπη στην Αθήνα,
θα πάρω ψήφους και θα βγω και δημαρχίνα.
Στα υπουργεία με τουπέ θα μπαίνω μέσα
κι έτσι σε όλες τις δουλειές θα ’χω τα μέσα.

Το τραγούδι ερμήνευσε η αλησμόνητη Μαρίκα Νίνου. Ηχογραφήθηκε το 1950. Οι στίχοι είναι του Κώστα Μάνεση, μιας ιδιαίτερης περίπτωσης στιχουργού, που κινούταν με μεγάλη ευκολία από το λαϊκό στο ελαφρό τραγούδι, έγραψε επιτυχίες, εξέδωσε περιοδικά και κατάγγειλε την άνιση και άδικη αντιμετώπιση των στιχουργών από συνθέτες και εταιρείες δίσκων. Η μουσική είναι του Απόστολου Καλδάρα.
Απολαύστε το!

Μέχρι τη συνταγματική αναγνώριση της ισότητας των δύο φύλων, η γυναίκα βρισκόταν κάτω από την εξουσία του πατέρα, του αδερφού, ενίοτε και του ξαδέρφου, ή του συζύγου. Τα εγκλήματα τιμής έδιναν κι έπαιρναν. Τα δικαστήρια δεν δίκαζαν τον φονιά (κυρίως αν ανήκε σε οικογένεια με όνομα), αλλά την ηθική του θύματος. Η δικαιοπρακτική ικανότητα της γυναίκας, σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, ήταν περιορισμένη, όπως ήταν των ολιγοφρενών και των ανήλικων. Η αμοιβή της, για ίση δουλειά, ήταν μικρότερη από την αμοιβή των αντρών. Το επιχείρημα ήταν «Τι τα θέλει τα λεφτά η γυναίκα; Για λούσα;» Για να καταργηθεί η βλακεία του «πένθιμου ενιαυτού» και ο αναχρονιστικός θεσμός της προίκας, που είχε μεταβάλλει τον γάμο σε αγοραπωλησία, έπρεπε να φτάσει το 1982, που άλλαξε το Οικογενειακό Δίκαιο.
Στη δεκαετία του ’30 αναγνωρίστηκε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, αλλά μόνον στις δημοτικές εκλογές και υπό όρους, που δεν ίσχυαν για τους άντρες.

Η γυναικεία ψήφος έγινε αντικείμενο σαρκασμού, ειρωνείας, κρύων και σεξιστικών αστείων και πέρασαν δύο δεκαετίες για να αποκτήσουν οι γυναίκες το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι.

Δείτε περισσότερα στο Γυναικεία ψήφος. Άλλο φρούτο κι αυτό!

 

Εγώ είμαι η νέα γυναίκα – το πρώτο ελληνικό φεμινιστικό τραγούδι

Ακόμα και όταν οι γυναίκες απόκτησαν πλήρες δικαίωμα ψήφου, στη δεκαετία του ’50, η χειραφετημένη γυναίκα ήταν μια… κοινωνική ανωμαλία. Πόσο μάλλον την εποχή που η εικοσάχρονη Μαρίκα Κοτοπούλη τραγούδησε τη «Νέα Γυναίκα», στην επιθεώρηση «Παναθήναια 1908», φορώντας κοντή φούστα, κολάρο, γραβάτα, σακάκι, ρεπούμπλικα και κρατώντας μαγκούρα.

Κοτοπούλη 1908
Πρώτη καθιστή από αριστερά είναι η Μαρίκα Κοτοπούλη. Η φωτογραφία είναι του 1908 και πιθανότατα παρουσιάζει τον θίασο της επιθεώρησης «Παναθήναια 1908».

Η «Νέα Γυναίκα» θεωρείται το πρώτο ελληνικό φεμινιστικό τραγούδι και γνώρισε διάφορες εκτελέσεις από σημαντικές πρωταγωνίστριες.

Άννα Καλουτά
Η Άννα Καλουτά σε σκηνή από την ταινία «Εκείνες που δεν πρέπει ν’ αγαπούν».

Απολαύστε το με τη φωνή της αστραφτερής Άννας Καλουτά. Στο πιάνο τη συνοδεύει ο Αντώνης Τσίχλας.

 

• Η φωτογραφία της Μαρίκας Κοτοπούλη με τον θίασο της επιθεώρησης «Παναθήναια 1908» και οι πληροφορίες για το νούμερο, είναι από τη σελίδα του fb Μαρίκα Κοτοπούλη – Marika Kotopouli [1887-1954]. ΕΔΩ μπορείτε να δείτε την ανάρτηση και περισσότερες πληροφορίες.

Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα

Μαρίκα Νίνου Τι σήμερα τι αύριο
Δίφυλλο με τραγούδια του Τσιτσάνη, από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου Ρεμπέτικα Τραγούδια.

Η Μαρίκα Νίνου έφυγε από το κέντρο Φλώριδα όπου εμφανιζόταν με τον Στελάκη Περιπινιάδη και πήγε στου Τζίμη του Χοντρού, που της πρόσφερε μεγαλύτερο μεροκάματο. Οι 25 δραχμές του Φλώριδα, έγιναν 90 στου Τζίμη του Χοντρού. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι γνώρισε τον Τσιτσάνη. Αμέσως ξεκίνησε η συνεργασία τους που γνώρισε τεράστια επιτυχία. Το ένα τραγούδι διαδεχόταν το άλλο και το ένα ήταν καλύτερο από τ’ άλλο. Διαβάστε τη συνέχεια

Χαίρε, Παλιά Στρατώνα ♫

Εκεί όπου η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε τη Στοά της Βιβλιοθήκης του Αδριανού, βρισκόταν τμήμα από το βοεβοδαλίκι, την έδρα του  Τούρκου διοικητή της Αθήνας, του αιμοσταγούς Χασεκή. Επί Βαυαροκρατίας το τούρκικο διοικητήριο έγινε στρατώνας και κατόπιν φυλακή, που όλοι την έλεγαν Παλιά Στρατώνα.

Παλιά Στρατώνα 1932
Μάρτιος του 1932, η κατεδάφιση έχει αρχίσει.

Το 1929 αποφασίστηκε η κατεδάφισή της, για να γίνουν οι ανασκαφές. Παρ’ όλο που η Παλιά Στρατώνα ήταν τρισάθλια φυλακή, θεωρούταν απομεινάρι μιας ωραίας εποχής της παλιάς Αθήνας, που οι «γηραιοί Αθηναίοι» του ’30 νοσταλγούσαν με συγκίνηση. Διαβάστε και ακούστε♫ τη συνέχεια

«Τον ερχομό σου πάντα περιμένω»

αγναντεύοντας τη Μακρόνησο

Λαύριο, μνημείο Μακρονήσου. «Είναι η μάνα, η αδελφή, η σύζυγος, η μνηστή, του Μακρονησιώτη κρατούμενου, που ατενίζει το νησί».

Πέρασε από τη λογοκρισία σαν ερωτικό τραγούδι. Στην πραγματικότητα μιλάει για την αναμονή της επιστροφής του πολιτικού κρατούμενου.