Τι ρετσίνα κεχριμπάρι, ταβερνιάρη, ταβερνιάρη!

Το κρασί ήταν το νούμερο ένα κριτήριο της παλιάς ταβέρνας. Μερικοί ταβερνιάρηδες είχαν δικά τους αμπέλια και ο κράσος τους ήταν περιζήτητος. Άλλοι φέρνανε ξανθή ρετσίνα από τα Μεσόγεια και το Μενίδι. Το αγνό κρασί ήταν πόλος έλξης δυνατότερος κι από τον νοστιμότερο μεζέ. Οι κρασοπατέρες δεν πήγαιναν στην ταβέρνα για να φάνε, αλλά για να πιούν. Ένα στουμπιστό κρεμμύδι και μερικές θρούμπες ήταν για κείνους το εκλεκτό έδεσμα, που συνόδευε το κατοστάρι, το καρτούτσο, τη μισή. Εννοείται πως το κρασί πινόταν ανέρωτο και όσοι έκοβαν τη ρετσίνα με Σάριζα, περιφρονούνταν ως σαχλέ ολέδες και μπεκρήδες του γλυκού νερού.
Η φιγούρα του κρασοπατέρα ήταν αναπόσπαστα δεμένη με την παλιά ταβέρνα. Ύφος νυσταλέο, πουκάμισο χωρίς κολάρο, αρειμάνιο μουστάκι, ισόβια πίστη στον Βάκχο και οχτάρια στον δρόμο από την ταβέρνα ώς το σπίτι ή ώς την επόμενη ταβέρνα.
Διαβάστε τη συνέχεια

Advertisements

Μοσχολίβανο από το καλό, το προυσαλιό, και ο ηγούμενος που το μοίραζε στους τεκέδες της Δραπετσώνας

Ο πάτερ Δωσίθεος ήταν ηγούμενος στο μοναστήρι της Φανερωμένης στη Σαλαμίνα. Συχνά πυκνά πήγαινε στη Δραπετσώνα και στα Ταμπούρια. Από δρόμο σε δρόμο, από σπίτι σε σπίτι έδινε την ευλογία του στους πιστούς και σταματούσε σε κανένα καφενείο για να πάρει μια ανάσα από τον ποδαρόδρομο.
— Γυρίζει ο καημένος από εξομολογήσεις, τον συμπόνεσε ένα γραΐδιο.
Είχε γίνει περιζήτητος και άμα αργούσε να φανεί, ανυπομονούσαν.
— Δεν φάνηκε ακόμα ο παπάς.
Αυτοί που τον αναζητούσαν ήταν κυρίως τεκετζήδες και λοιποί χασισοπότες, γιατί ο πάτερ κουβαλούσε μέσα στο σακούλι του χασίσι Προύσας εξαιρετικό. Ήταν η εποχή που η Δραπετσώνα ήταν γεμάτη τεκέδες, που στεγάζονταν σε καφενεία, ουζάδικα και σπίτια. Ιδιοκτήτες και θαμώνες ήταν άνθρωποι της φάρας –σκύλοι μαύροι!

@παπα χασίς Ελεύθερος Άνθρω 4-2-1933 φωτο
Πάτερ Δωσίθεος

Έχει και συνέχεια…

Αντίο ντελ πατάτο

Είχα μάθει τον Τζογέ από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου Υπόκοσμος και Καραγκιόζης. Η Στήλη του Τζογέ, που έγραφε ο Σώτος Πετράς, δημοσιευόταν για πολλά χρόνια στη Βραδυνή. Χάρη στην ευκολία του διαδικτύου διάβασα πολλές στήλες του Τζογέ.

Βραδυνή 1-2-1931 Τζογές

Μου άρεσαν οι απόψεις, η γλώσσα, το πνεύμα και η ζωντάνια του. Ο Σώτος Πετράς δεν έγραφε απλώς· έφτιαχνε ζωντανές εικόνες! Κάποιες φορές με ξένισε ο τρόπος που αντιμετώπιζε ο Τζογές τις γυναίκες. Το πράγμα έχει την εξήγησή του: ήταν ο μπρούσκος τρόπος που τις αντιμετώπιζαν οι μάγκες. Το Κατινάκι είναι η επίσημη του Τζογέ. Φίλοι του είναι ο Λάθουρας, ο Χαμπλεχούρας, ο Μπρούτζος, ο Νίκουρδας, ο Γαρδούμπας… Άνθρωποι της φάρας, λάτρεις της ταβέρνας και βεβαίως γερά ποτήρια.
Ο Σώτος Πετράς γνώριζε τους μάγκες και τα στέκια τους. Αγαπούσε την ταβέρνα, το ζωντανό τραγούδι, τη μουσική, την Πλάκα, το Ψυρή, τη ζωή της αθηναϊκής γειτονιάς και κάθε τι αυθεντικό, που «τόσο προώρως επήρε ο χάρος του μοντερνισμού».
«Ήρθαν έτσι ζερβοδίμυτα τα πράματα και κανένας αφ’ τους λίγους παλιούς που ζούνε δεν αναγνωρίζουνε την παλιά και μοσκομυρισμένη Αθήνα. Αμάν, αρχαίο μου Ψυρρή».
Αναζήτησα και άλλα κείμενα του Σώτου Πετρά, εκτός του Τζογέ. Στο «Αντίο ντελ πατάτο» είναι σαν να παρακολουθούμε ένα νούμερο επιθεώρησης ή μια σκηνή από ταινία του παλιού αγαπημένου ελληνικού κινηματογράφου. Ζωντάνια, αμεσότητα, σάτιρα και πλήθος οι πληροφορίες που μπορούν να αντλήσουν οι εραστές του είδους, που βλέπουν ελληνικές ταινίες όχι μόνο για ψυχαγωγία.

Αν προτιμάτε το κείμενο πληκτρολογημένο, μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ.

Δημοσιεύτηκε στις 14 Ιανουαρίου 1932.


Ποιος ήταν αυτός ο Σώτος Πετράς που διάλεγε θέματα απλά και καθημερινά, που ήξερε να γράφει τόσο ζωντανά και που μπορούσε να ζωγραφίζει εικόνες με τις λέξεις, χωρίς να κουράζει με περιγραφές; Το ψάχνω χωρίς να βιάζομαι, για να είναι απολαυστικό. Ήταν δημοσιογράφος, άνθρωπος του θεάτρου κι έχει γράψει βιβλία για το θέατρο και τους ανθρώπους του. Θα τα αναζητήσω στο Μοναστηράκι. Και βάζω κι ένα στοίχημα ότι του άρεσε ο Σταμ. Σταμ.
Κομάν; 

Ο Τζογές , το αθάνατο γελεκάκι και το καλλίγραμμο ναυτάκι

Το γελεκάκι
Η λαϊκή έμπνευση, η μούσα του λαουτζίκου, ρε Κατινάκι μου, εφέτος έβαλε τα γυαλιά στους μουσουργούς και ποιητάς που με ρούμπες, χαβάγιες και χίλια δυο άλλα νέα μουσικά είδη, μας σερβίρουν κάθε χρόνο ένα σωρό τραγούδια, που με δαύτα μας ξεκουφαίνουνε τα καβουρντιστήρια της μόδας που λέγονται γραμμόφωνα. Κάτω λοιπόν τα σαχλοτράγουδα κι οι ανοησίες και ζήτω το φετεινό μεγάλο μερακλοειδές «Ντούρου ντούρου», το νέο «Καλογεράκι», το «Γελεκάκι», ρε Κατινάκι μου, φρέσκο φρέσκο τραγούδι, μάγκικο τραγούδι που όλης της Αθήνας τα στόματα τραγουδάνε:

Το γελεκάκι που φορείς
εγώ το ’χω ραμμένο,
με πίκρες και με βάσανα
το ’χω φοδραρισμένο.

Όλοι σε λένε μέλισσα,
μα εγώ σε λέω σφήκα,
της σφήκας έχεις το κεντρί
της μέλισσας τη γλύκα.

Άντε ρε, το μαλώνω, το μαλώνω,
κι ύστερα το μετανιώνω.
Συνεχίστε, έχει κι άλλο

Όταν ξαναζωντάνεψε η παλιά αθηναϊκή αποκριά και κάηκε το πελεκούδι στην Πλάκα και στου Ψυρή

Μετά τους Βαλκανικούς και το Πρώτο Παγκόσμιο επικρατούσε μελαγχολία και κατήφεια. Η ανακωχή δεν έφερε πίσω ούτε το παλιό καρναβάλι ούτε την ευθυμία και το κέφι. Ο πόλεμος άφησε πολλή δυστυχία και φτώχεια. Από το 1920 και για μια δεκαετία δεν γινόταν καρναβάλι στην Αθήνα παρά μόνον αποκριάτικοι χοροί, που συνδύαζαν τη φιλανθρωπία με την ψυχαγωγία. Οι Αθηναίοι του μεσοπολέμου φορώντας φράκα και τουαλέτες το είχαν ρίξει στον χορό πάνω στα παρκέ και κόντευαν να ξεχάσουν τα γλέντια στους δρόμους και στις γειτονιές. Ώσπου το 1931 το Κομιτάτο της Αποκριάς είχε την ιδέα να αναβιώσει την παλιά αθηναϊκή αποκριά, όπως γιορταζόταν πριν έρθουν εξ Εσπερίας τα άρματα και οι μασκαράτες.
Ας την παρακολουθήσουμε!


Στην Παλιά Αθήνα, στις γειτονιές του Ψυρή και της Πλάκας, ξαναζωντανεύει η αποκριά του παλιού καιρού με φουστανέλες, σουραύλια, πίπιζες, ζουνάρια και φέσια καπετανέικα, λυχνάρια αθηνέικα με τα πέντε φιτίλια, με στολισμένες ταβέρνες να συναγωνίζονται ποια θα είναι η καλύτερη, Συνεχίστε το διάβασμα

Ο Τζογές, ο Λάθουρας και το μεγαλείο της κοιλιακής χώρας – παραμονή μιας παλιάς πρωτοχρονιάς

Για το στομάχι
Ε, ρε κοιλία μου, μεγάλο τ’ όνομά σου. Έπρεπε να ’ρθουνε τα πράματα έτσι, για να δοκιμάσει ο κοσμάκης και να καταλάβει κάργα το μεγαλείο της κοιλιακής χώρας! Πώς; Ούλα τα μεγάλα ζητήματα, τα φλέγοντα, ούλα τα αισθήματα τα παρδαλοπίτσιλα, η υψηλή φιλαλογία του έρωτα, τα τραγούδια και η ποίηση, ούλα μετατοπιστήκανε και μπήκανε τσιφ στομάχι! Ορίστε; Ούλη η πλάση μιλάει το σήμερον για φαΐ.

— Δε μου λες, κύριος; (Σταματάς κάποιονε και τον αρωτάς στο δρόμο). Μήπως και ξέρεις τι ώρα είναι;

Συνεχίστε το διάβασμα