Η αξέχαστη Μαρίκα Νίνου

Φέτος συμπληρώνονται 62 χρόνια από τη νύχτα 22 προς 23 Φλεβάρη που σίγησε για πάντα η μοναδική φωνή της Μαρίκας Νίνου. Έφυγε νεότατη, μόλις 35 χρόνων. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό της, ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραψε το παρακάτω κείμενο για να τιμήσει την αλησμόνητη τραγουδίστρια. Το αναδημοσιεύουμε στη μνήμη της.


Ακριβώς πριν τριάντα χρόνια ξεψύχησε η Μαρίκα Νίνου, μια από τις μεγαλύτερες φωνές που γέννησε η χώρα μας. Η θλιβερή επέτειος πέρασε, απ’ όσο ξέρω, απαρατήρητη. Γράφω αυτό το σημείωμα για να τιμήσω, από μακριά, την αλησμόνητη τραγουδίστρια που εξακολουθεί να μας δίνει κουράγιο.

Μαρίκα Νίνου

Και πρώτα-πρώτα, η Μαρίκα Νίνου δεν ήτο ελληνίδα. Η Μαρίκα Νίνου είχε αρμένικη καταγωγή. Οι γονείς της, Γκιούλα (Τριανταφυλλιά) και Οβανές (Γιάννης), ήσανε αρμένηδες της Σμύρνης, που, ως εκ θαύματος, γλιτώσανε από τη μεγάλη σφαγή. Η Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1922, πάνω στο βαπόρι Ευαγγελία, που έφερνε την οικογένεια Αταμιάν στον Πειραιά. Οι Αταμιάν κατέληξαν στην Κοκινιά. Ο πατέρας της Μαρίκας Νίνου, που ήτανε χύτης, έψαξε για δουλειά. Η οικογένεια πέρασε πολύ δύσκολα χρόνια. Διαβάστε τη συνέχεια

Advertisements

Στου Τζίμη του Χοντρού

Η φήμη της ταβέρνας του Τζίμη του Χοντρού έφτασε σ’ εκείνους που δεν την πρόλαβαν από τον δίσκο κυκλοφορίας 1977 «Η Μαρίκα Νίνου στου Τζίμη του Χοντρού», με τραγούδια που ηχογραφήθηκαν ερασιτεχνικά από κάποιον άγνωστο πελάτη μεταξύ 1951 και 1955. Η ταβέρνα βρισκόταν στην Αχαρνών 77, στο ύψος του ΟΤΕ της πλατείας Βικτωρίας, και από κει παρέλασαν μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού.

Μαρίκα Νίνου και Βασίλης Τσιτσάνης, που εμφανίζονταν εκεί όταν έγινε η ηχογράφηση, Σωτηρία Μπέλλου, Σεβάς Χανούμ, Απόστολος Χατζηχρήστος, Γιώργος Μητσάκης, Στέλλα Χασκίλ, Πόλυ Πάνου, Ευαγγελία Μαργαρώνη, Πάνος Γαβαλάς, Ρία Κούρτη, Σταύρος Τζουανάκος, Ρένα Ντάλια, Μπέμπα Μπλανς, Χρηστάκης, Δημήτρης Ευσταθίου, Πάνος Μιχαλόπουλος… είναι ελάχιστοι από τους καλλιτέχνες του λαϊκού τραγουδιού που εμφανίστηκαν στου Τζίμη του Χοντρού. Διαβάστε τη συνέχεια

Με το τραπέζι στα δόντια

Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2018
Τι ρεβεγιόν και λούσα κάθεσαι και λες; Να ’τανε, λέει, να κατεβαίναμε στην Αχαρνών, στου Τζίμη του χοντρού, να ’τανε ο βλάχος με το μπουζούκι, να το κελάηδαγε η Μαρίκα (όλα εξόν από το «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα», μη μας κάνει την καρδιά αλοή, χρονιάρα μέρα), να σηκωνότανε ο μάγκας να χορέψει, να σήκωνε και το τραπέζι με τα δόντια και να ’φερνε τις βόλτες του. Να ’τανε κι η Γιωργία από μια μεριά και να του βαράγαμε ομού τα παλαμάκια.
Τότενες να σε φιλήσω, αδρεφέ μου, εγκαρδίως και να σου ευχηθώ «Ευτυχές το νέον έτος!»

Πιάσαμε την καλή_Γεωργία Βασιλειάδου.jpg

Φουτουρισμός, φασισμός και μπανάνες στιφάδο!

ταβέρνα Σιλιβάνη Έθνος 15-2-1938.jpg
1938

Η ταβέρνα του Σιλιβάνη, βρισκόταν στο Κουκάκι, στη συμβολή Δυοβουνιώτου και Αμυνάνδρου, και ήταν ονομαστό μαγαζί. Η ταβέρνα δεν υπάρχει πια, αλλά, αν δεν κάνω λάθος, το όνομα Σιλιβάνης συνεχίζει δραστηριότητα στη Λούτσα. Στην περίοδο του Μεσοπολέμου η ταβέρνα του Σιλιβάνη ήταν καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό στέκι. Κώστας Βάρναλης, Φώτος Γιοφύλλης, Πωλ Νορ… Μετά τον πόλεμο, το 1947, εκεί έκανε την πρώτη επαγγελματική του εμφάνιση ο Άκης Πάνου. Καλές συστάσεις.
Μια βραδιά, όμως, στις αρχές του Φλεβάρη του 1933, οι θαμώνες δεν εμφανίστηκαν, γιατί η ταβέρνα φιλοξένησε μια περίεργη παρέα με ανάλογα γούστα.

Για αρχή ήρθαν θαλασσινά με φύκια σε σάλτσα πορτοκάλι και ποτήρια γεμάτα ξίδι.
Ακολούθησαν καναπεδάκια με ταραμά πάνω σε επτάζυμο αγριοπαξιμάδι, που ονομάζονταν «Κυρία επί καναπέ».
Έπειτα ήρθαν τα κυρίως φαγητά, που ήταν ψητά ψάρια και αρνάκι του γάλακτος. Μόνο που τα ψάρια είχαν εκρηκτική σάλτσα και το αρνάκι ήταν γαρνιρισμένο με ψητά ζουμπούλια, στυπόχαρτο και χαρτάκια.

τίτλος 04-2-1933 Ακρόπολις Μαρινέτι
4 Φεβρουαρίου 1933

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο Έλατος ο ξακουστός

Ο Έλατος ήταν το πρώτο μαγαζί με δημοτική μουσική στην Αθήνα. Ναός της δημοτικής μουσικής όχι μόνον στην Αθήνα, αλλά σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, κατά τον Πάνο Γεραμάνη. Φημισμένο κέντρο διασκέδασης, με ιστορία που ξεκίνησε το 1918 και κράτησε σχεδόν ενενήντα χρόνια.
Πρόσφερε φαγοπότι και παραδοσιακό γλέντι, σε μια εποχή που το δημοτικό τραγούδι δεν έβρισκε θέση στην πρωτεύουσα –ούτε στις ευρωπαϊκού τύπου διασκεδάσεις της αστικής τάξης ούτε στα στέκια της μαγκιάς ούτε στα μινόρε των συνοικισμών ούτε στης Πλάκας της ανηφοριές.
Οι πρώτοι που έμαθαν τον Έλατο ήταν οι εργάτες των μεταλλείων, που έπαιρναν το τρένο από τον σταθμό Λαυρίου. Όταν επέστρεφαν από το Λαύριο, σταματούσαν για μεζέ και κρασί μετά την κούραση της δουλειάς. Το ίδιο και οι εργάτες που γύριζαν από τον Πειραιά με τον σιδηρόδρομο Αθηνών-Πειραιώς. Ο Έλατος βρισκόταν σε κομβικό σημείο –στην πλατεία Λαυρίου, δυο βήματα από την Ομόνοια, οδός 3ης Σεπτεμβρίου αριθμός 16.
Τον αγάπησαν αμέσως οι επαρχιώτες, που είχαν έρθει στην πρωτεύουσα για να βρουν την τύχη τους. Λίγες ευκαιρίες είχαν ν’ ακούσουν τις αγαπημένες τους μουσικές· κυρίως στα γλέντια, που γίνονταν σε σπίτια με την ευκαιρία κάποιου αρραβώνα ή γάμου ή ονομαστικής γιορτής. Αν δεν υπήρχαν όργανα όλο και κάποιος βρισκόταν να φέρει ένα γραμμόφωνο και πλάκες με κλαρίνα.
Το ραδιοφωνικό πρόγραμμα είχε εκπομπές με δημοτική μουσική, αλλά κρατούσαν μόνον λίγα λεπτά. Εξάλλου το ραδιόφωνο ήταν μια ακριβή συσκευή και χρειάστηκε να περάσουν χρόνια μέχρι να γίνει προσιτή.

Γρήγορα η φήμη του υπόγειου μαγαζιού έφτασε εκεί όπου η ξενιτιά και η απόσταση έκαναν τη νοσταλγία δυνατότερη –στους Έλληνες της διασποράς.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η ταβέρνα του Γιαβρούμ στου Ψυρή ήταν η πιο παλιά και μακροβιότερη ταβέρνα που υπήρξε στην Αθήνα

Όσοι αναζητούμε παλιές και ξεχασμένες γωνιές της Αθήνας έχουμε ακουστά την ταβέρνα του Γιαβρούμ, που βρισκόταν στου Ψυρή, στην παράξενη οδό Ωγύγου. Ανατρέχοντας σε παλιές πηγές είχα την τύχη να βρω κάποιες πληροφορίες για τον Γιαβρούμ και την ταβέρνα του. Επιτέλους!
Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Huffington Post στις 26 Νοεμβρίου  2017.


Αν δεν κάτσεις στης ταβέρνας το σκαμνί, δεν ξέρεις πόσες γωνιές έχει ο κόσμος.
Τούρκικη παροιμία

Η παλιά ταβέρνα, που ήταν σχολείο και καταφύγιο, αποθετήριο πόνου και χαράς, εδώ και χρόνια έχει εξαφανιστεί. Εξαφανίστηκε μαζί μ’ έναν ολόκληρο κόσμο για τον οποίο η χρονική ακρίβεια δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας και που η καθημερινότητα δεν είχε ευκολίες, αλλά είχε ήρεμο ρυθμό.
Σήμερα σώζονται κάποιες ταβέρνες που αριθμούν κάμποσες δεκαετίες ζωής, διακρίνονται για την κουζίνα τους, αλλά οι δόξες των παλιών ημερών δύσκολα ανιχνεύονται.
Ταβέρνα σήμαινε βαρέλια, κρασί, τσούγκρισμα, μυρωδιά ρετσινιού, κνίσα, όργανα, μεράκι, συντροφικότητα, τραγούδι. «Στην ταβέρνα μαζί με το τραγούδι άκουγες και την ψυχή», είχε πει κάποιος παλιός μουσικός.

Γελοιογ Πρωία 15-2-1931 1.jpg
Γλέντι με λατέρνα και ντέφι σε παλιά αθηναϊκή ταβέρνα. Στον τοίχο τσότρες και πορτρέτα ηρώων της Επανάστασης, στο βάθος τα βαρέλια, η ψησταριά και η σούβλα με το κοκορέτσι και μπροστά ο μάγκας που χορεύει.

Η Πλάκα και του Ψυρή, οι δύο παλιότερες γειτονιές της Αθήνας, ήταν κρασογειτονιές. Κάθε στενό και ταβέρνα. Εκεί βρίσκονταν οι περισσότερες και παλιότερες ταβέρνες.  Η πιο παλιά βρισκόταν στου Ψυρή. Ήταν η ταβέρνα του Γιαβρούμ. Διαβάστε τη συνέχεια

Τι ρετσίνα κεχριμπάρι, ταβερνιάρη, ταβερνιάρη!

Το κρασί ήταν το νούμερο ένα κριτήριο της παλιάς ταβέρνας. Μερικοί ταβερνιάρηδες είχαν δικά τους αμπέλια και ο κράσος τους ήταν περιζήτητος. Άλλοι φέρνανε ξανθή ρετσίνα από τα Μεσόγεια και το Μενίδι. Το αγνό κρασί ήταν πόλος έλξης δυνατότερος κι από τον νοστιμότερο μεζέ. Οι κρασοπατέρες δεν πήγαιναν στην ταβέρνα για να φάνε, αλλά για να πιούν. Ένα στουμπιστό κρεμμύδι και μερικές θρούμπες ήταν για κείνους το εκλεκτό έδεσμα, που συνόδευε το κατοστάρι, το καρτούτσο, τη μισή. Εννοείται πως το κρασί πινόταν ανέρωτο και όσοι έκοβαν τη ρετσίνα με Σάριζα, περιφρονούνταν ως σαχλέ ολέδες και μπεκρήδες του γλυκού νερού.
Ο κρασοπατέρας συνήθως έπινε βερεσέ και ο ταβερνιάρης έγραφε τα βερεσέδια πάνω σε πλάκα με κιμωλία. Όταν ο κρασοπατέρας εξοφλούσε, ο ταβερνιάρης έσβηνε με το σφουγγάρι το χρέος.
Βρε Λινάρδο, ταβερνιάρη,
γράφ’ τα κάτω απ’ το σφουγγάρι.
λέει κάποιος πότης στον ταβερνιάρη, ζητώντας του, με άλλα λόγια, να μην γράψει το χρέος.

Διαβάστε τη συνέχεια

Όταν ξαναζωντάνεψε η παλιά αθηναϊκή αποκριά και κάηκε το πελεκούδι στην Πλάκα και στου Ψυρή

Μετά τους Βαλκανικούς και το Πρώτο Παγκόσμιο επικρατούσε μελαγχολία και κατήφεια. Η ανακωχή δεν έφερε πίσω ούτε το παλιό καρναβάλι ούτε την ευθυμία και το κέφι. Ο πόλεμος άφησε πολλή δυστυχία και φτώχεια. Από το 1920 και για μια δεκαετία δεν γινόταν καρναβάλι στην Αθήνα παρά μόνον αποκριάτικοι χοροί, που συνδύαζαν τη φιλανθρωπία με την ψυχαγωγία. Οι Αθηναίοι του μεσοπολέμου φορώντας φράκα και τουαλέτες το είχαν ρίξει στον χορό πάνω στα παρκέ και κόντευαν να ξεχάσουν τα γλέντια στους δρόμους και στις γειτονιές. Ώσπου το 1931 το Κομιτάτο της Αποκριάς είχε την ιδέα να αναβιώσει την παλιά αθηναϊκή αποκριά, όπως γιορταζόταν πριν έρθουν εξ Εσπερίας τα άρματα και οι μασκαράτες.
Ας την παρακολουθήσουμε!


Στην Παλιά Αθήνα, στις γειτονιές του Ψυρή και της Πλάκας, ξαναζωντανεύει η αποκριά του παλιού καιρού με φουστανέλες, σουραύλια, πίπιζες, ζουνάρια και φέσια καπετανέικα, λυχνάρια αθηνέικα με τα πέντε φιτίλια, με στολισμένες ταβέρνες να συναγωνίζονται ποια θα είναι η καλύτερη, Συνεχίστε το διάβασμα

Στην ταβέρνα

%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%b2%ce%ac%cf%81%ce%bd%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%82-%cf%84%cf%83%ce%af%cf%81%ce%ba%ce%b1%cf%82-1955

Ο Μ.Μ. Παναϊωάννου, ο Κώστας Βάρναλης και ο Στρατής Τσίρκας τρώνε, πίνουν και καπνίζουν σε ταβέρνα της Αθήνας το 1955.

Τι Τουρκολίμανο, τι Μικρολίμανο; Αλλού είναι η ουσία και χάνεται.

Tourkolimano-1916-Leipziger-Presse-Büro

Το όμορφο λιμανάκι που χωρίζει τον Πειραιά από το Φάληρο λεγόταν λιμήν Μουνιχίας στα χρόνια του Θεμιστοκλή, Φανάρι στα βυζαντινά χρόνια, Τουρκολίμανο επί τουρκοκρατίας, λιμένας Κουμουνδρούρου κατά τους νεότερους χρόνους, ακτή Κανάρη για ένα μικρό διάστημα στη δεκαετία του ’60 (αυτό το τελευταίο βρίσκεται τυπωμένο σε κάποια τουριστικά φυλλάδια της εποχής και πουθενά αλλού).
Το Τουρκολίμανο ήταν ένας ψαράδικος συνοικισμός με βάρκες, δίχτυα και παράγκες χωρίς ηλεκτρικό. Είχε δυο τρία καφενεδάκια και άλλες τόσες ταβερνούλες για τους ψαράδες. Εκεί ζούσαν και οι γιαλούρηδες –απόκληροι της ζωής που δεν είχαν στέγη και κοιμόντουσαν στον γιαλό και στις βάρκες. Συνεχίστε το διάβασμα