Στου Χατζηκώστα

Κατεβαίνοντας την οδό Πειραιώς, στη γωνία με τη Θερμοπυλών, συναντάμε μια εκκλησία, που μοιάζει με μεσαιωνική. Είναι ο Άγιος Γεώργιος που κάποτε βρισκόταν, μαζί με τους γύρω του πανύψηλους φοίνικες, στον περίβολο του ιδρύματος Χατζηκώνστα. Είναι το μόνο κτίσμα που απομένει σήμερα από το μεγαλόπρεπο οικοδόμημα.

Άγιος Γεώργιος Πειραιώς

Ο Γεώργιος Χατζηκώνστας, πλούσιος ηπειρώτης, άφησε 43.000 αργυρά ρούβλια και εντολή στους εκτελεστές της διαθήκης του να αποκαταστήσουν εν καλόν κατάστημα, όπου και όπως το εγκρίνουν εύλογον, προς όφελος των πτωχών.
Όρισε πληρεξούσιό του τον Γεώργιο Σταύρου, τον ιδρυτή της Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος μαζί με τους εκτελεστές της διαθήκης αποφάσισε ν’ ανεγερθεί εντός του δήμου της πόλεως των Αθηνών ένα ορφανοτροφικό κατάστημα επ’ ονόματι Γεωργίου και Αικατερίνης Χατζηκώνστα προς περίθαλψιν και διατροφήν πτωχών και απόρων παίδων.
Η μέριμνα που ελήφθη ήταν μόνον για τ’ αγόρια. Το 1853 ο Όθωνας επικύρωσε με βασιλικό διάταγμα την ίδρυση και σε τρία χρόνια, το 1856, το ορφανοτροφείο δέχτηκε το πρώτο παιδί. Αρχικός πυρήνας του ήταν η οικία Βράνη επί της οδού Πειραιώς. Ακολούθησαν διάφορες δωρεές και αγορές γειτονικών οικοπέδων. Ανάμεσά τους ήταν και το σπίτι της δούκισσας της Πλακεντίας, στη Μυλλέρου και Πειραιώς, στο υπόγειο του οποίου κρατούσε το βαλσαμωμένο σώμα της κόρης της. Το σπίτι καταστράφηκε από τη φωτιά που ξέσπασε στο υπόγειο, το 1847.
Το 1870, το ορφανοτροφείο απέκτησε την οριστική του μορφή, καταλαμβάνοντας ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο του Μεταξουργείου, με πρόσοψη στην Πειραιώς.

Διαβάστε τη συνέχεια

Advertisements

Αι γυμναστικαί επιδείξεις

Σφυρίχτρα, παραγγέλματα, φορεσιές στα εθνικά χρώματα, γυμναστικές ασκήσεις, επίδειξη ομαδικού πνεύματος, ευγενούς άμιλλας, πατριωτισμού και ικανοτήτων, μουσική από τα μεγάφωνα, εθνικοί χοροί, θεατρικά έργα, εθνικές ενδυμασίες, απαγγελίες, οι γονείς, οι συγγενείς, οι δάσκαλοι, ο παπάς, κάποιοι επίσημοι. Οι γυμναστικές επιδείξεις ήταν το τελευταίο άγχος της σχολικής χρονιάς. Καταργήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Σήμαιναν άγχος για τους μαθητές, παρ’ όλο που η προετοιμασία ήταν διασκέδαση, γιατί γλίτωναν ώρες μαθήματος. Άγχος είχαν και οι εκπαιδευτικοί, που όλη τη χρονιά δεν είχαν ασχοληθεί και πολύ με την καλλιέργεια του ομαδικού πνεύματος και κοίταζαν να τα μπαλώσουν όπως όπως μετά τις διακοπές του Πάσχα. Έπρεπε όλοι να κάνουν καλή εντύπωση και το σχολείο να βγει ασπροπρόσωπο. Μετά τις γυμναστικές επιδείξεις και τα ενδεικτικά, έκλεινε το σχολείο και άρχιζε επίσημα το καλοκαίρι.
Κάποιοι τις θυμούνται με νοσταλγία. Κάποιοι δεν θέλουν ούτε να τις θυμούνται.

Γυμν Επιδείξ-Σουφλί 1936-1939
Σουφλί μεταξύ 1936 και 1939. Χορευτική επίδειξη στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Μαθητές και μαθήτριες φοράνε ποδιές με άσπρα γιακαδάκια. Οι θεατές κάθονται σε θρανία που έχουν τοποθετηθεί περιμετρικά στο προαύλιο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Στο Καϊμακτσαλάν, στις σαρακατσάνικες καλύβες

Τον Ιούλιο του 1936 ο Σταμ. Σταμ., μαζί με κάποιους εκλεκτούς Εδεσσαίους, ανέβηκε στην κορυφή του Καϊμακτσαλάν, για να πάρει μέρος στην ετήσια γιορτή στη μνήμη των Σέρβων πεσόντων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.


Για τη γιορτή και για τον σερβικό ναό στην ψηλότερη κορυφή του Καϊμακτσαλάν μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ. Προς το παρόν ας σταματήσουμε μαζί με τη συντροφιά του στα σαρακατσανέικα καλύβια. 


Το Καϊμακτσαλάν είναι το δεύτερο μετά τον Όλυμπο ψηλότερο βουνό της Μακεδονίας, με υψόμετρο 2524 μέτρα. Στα σύνορα της Ελλάδας με τη Σερβία. Τον περισσότερο καιρό είναι σκεπασμένο με χιόνια. «Βασίλειο ληστών, θηρίων, χιονιών και κεραυνών, κομιτατζήδων, καταιγίδων, ερημιάς, ανέμων δυνατών, αρκουδόσκυλων και Σαρακατσαναίων το Καϊμάκ-Τσαλάν». Έτσι το περιγράφει ο Σταμ. Σταμ. και δίνει την πληροφορία ότι το όνομα είναι τούρκικο και σημαίνει «κλέφτης του καϊμακιού». Οι Τούρκοι έλεγαν ότι από το πολύ κρύο που κάνει εκεί πάνω χειμώνα-καλοκαίρι, το καϊμάκι κόβεται και χάνεται σαν να το κλέβει κάποιος. Οι Σαρακατσαναίοι διαφωνούσαν με την εξήγηση των Τούρκων, αλλά παραδέχονταν ότι ούτε αυτοί μπόρεσαν ποτέ να κάνουν καϊμάκι. Βούτυρο μονάχα.

Σαρακατσανέικη καλύβα
Σχέδιο του Σταμ. Σταμ., 1936

Διαβάστε τη συνέχεια