Ο μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς, ο τενόρος, το σουξέ και η πονηρή Κολούμπια

Ο μπάρμπα-Γιάννης ο κανατάς ήταν τύπος της Παλιάς Αθήνας. Οι παππούδες των παππούδων των σύγχρονων Γκάγκαρων μπορεί και να τον γνώρισαν προσωπικά. Οι υπόλοιποι γνώρισαν τη φήμη του και το τραγούδι που γράφτηκε γι’ αυτόν, περί το 1870, από τον αρχιμουσικό της Βασιλικής Φρουράς Ανδρέα Σάιλερ, που διασκεύασε μια ιταλική μελωδία.
Τα χρόνια πέρασαν, η Παλιά Αθήνα έσβησε και ο μπάρμπα-Γιάννης ξεχάστηκε. Ώσπου, το 1933, ο τενόρος και συνθέτης Πέτρος Επιτροπάκης ανέσυρε από τη λήθη το παλιό τραγούδι, το διασκεύασε και το τραγούδησε σε μία ανεπανάληπτη, λυρική και ταυτόχρονα χιουμοριστική, εκτέλεση. Σε χρόνο ρεκόρ έγινε τεράστια επιτυχία, σε σημείο να ξεπεράσει το αθάνατο «Γελεκάκι» του Ολλανδέζου.

Η παρτιτούρα του τραγουδιού εκδόθηκε από τον Μουσικό Οίκο Γαϊτάνου.
(Φωτογραφία από το αρχείο του ΕΛΙΑ).

Το έπαιζαν στο πιάνο οι κόρες των καλών οικογενειών, το τραγουδούσαν οι συντροφιές «στις μάντρες της αθηναϊκής γειτονιάς που λέγονται ταβέρνες», το έλεγαν οι κανταδόροι (που τους κυνηγούσε η αστυνομία, γιατί κάποιος σοφός νους είχε αποφασίσει ότι τα άσματα διατάρασσαν την τάξη), το έπαιζαν τα γραμμόφωνα. Γενικά, όλη η Αθήνα τραγουδούσε «μπάρμπα Γιάννη κανατά».
Σε λίγο, λόγω της επιτυχίας του τραγουδιού, οι εφημερίδες άρχισαν να γράφουν για τον ξεχασμένο τύπο της Παλιάς Αθήνας, που τον θυμήθηκε και τον ανάστησε η σύγχρονη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο Κώστας της Αμαλίας

Σήμερα έφυγε πλήρης ημερών η Αμαλία Μεγαπάνου. Ξέχωρα από το συγγραφικό της έργο, τη γνωρίζουμε ως πρώην σύζυγο του εθνάρχη. Το ερώτημα είναι γιατί μια μεγαλοαστή, τόσο καλλιεργημένη, φινετσάτη και όμορφη του είπε το ναι.
Η φινέτσα της συζύγου του υπογράμμιζε την παντελή έλλειψή της στον εθνάρχη. Το «σκασμός, Αμαλία» είναι γνωστό. Ο εθνάρχης χαρακτηριζόταν από την ελευθεροστομία του και τη συχνή χρήση του ρε. Ο Μποστ τον σατίριζε αλύπητα.


Μια και δεν μπορώ να βρω τη γελοιογραφία του Μποστ με το λιοντάρι «Λέων, ο rex των ζώων» και δίπλα τον Καραμανλή «Καραμανλέων, ο ρε των Ελλήνων», βάζω δυο, που έχω πρόχειρες, για τη χρήση του ρε και μία ακόμη σχετική με την καταγωγή του. Διπλωματούχος πανεπιστημίου Κιούπ-κιοϊ γράφει η τσάντα, όπου Κιούπ-κιοϊ είναι το παλιό όνομα του χωριού του εθνάρχη, σήμερα Πρώτη Σερρών.

Για να δείτε ολόκληρες τις γελοιογραφίες του Μποστ, πατήστε ΕΔΩ, ΕΔΩ κι ΕΔΩ.

Για πείτε τώρα, εσείς που συγκρίνετε την Αμαλία Μεγαπάνου με την Τζάκι και τη Μαρέβα, το κάνετε για να γελάσουμε. Έτσι;

Δύο ζαχαροπλαστεία πολυτελείας, ένας ζαχαροπλάστης που δεν το ’βαζε κάτω και δυο χιλιάδες πιτσιρίκια

Είχαμε μιλήσει παλιότερα για το ζαχαροπλαστείο Δεσποτικό, που άνοιξε προπολεμικά ο Αντώνης Ακζιώτης στην οδό Μέρλιν στο Κολωνάκι, για τον άσχημο ρόλο του εκδότη Σαλίβερου, που του το άρπαξε μέσα απ’ τα χέρια, και για τον επίσης άσχημο ρόλο του Σπύρου Μελά, που παρασκηνιακά σιγοντάριζε το αφεντικό του. Το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ. Επανερχόμαστε βάζοντας στο σκηνικό τον Τσελεμεντέ, την εξωφρενική απόφαση της κυβέρνησης Τσαλδάρη για υποχρεωτική κατανάλωση σταφιδόψωμου και μια φιλανθρωπία που σταμάτησε την κυκλοφορία στο κέντρο της Αθήνας.

Η οδός Μέρλιν τη δεκαετία του ’30, όταν επί Κοτζιά γίνονταν έργα οδοποιίας. (Φωτογραφία από το αρχείο του ΕΛΙΑ)

Το 1932 ο Ακζιώτης είχε την ιδέα να ιδρύσει σχολή μέσα στο ζαχαροπλαστείο Δεσποτικό και να παραδίδει μαθήματα μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής. Η ιδέα του ήταν πρωτότυπη και τα μαθήματα είχαν μεγάλη επιτυχία. Τα παρακολούθησαν «περισσότεραι των χιλίων ατθίδων» – δεσποινίδες και κυρίες πλούσιων οικογενειών, που ήθελαν να βελτιώσουν τις γνώσεις τους και κρατούσαν σημειώσεις. Τα μαθήματα έμοιαζαν πιο πολύ με κοσμικές συγκεντρώσεις και όταν μάλιστα επρόκειτο να παρευρεθούν δημοσιογράφοι, η τουαλέτα και το παρφέν πήγαινε σύννεφο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο αφορισμός

Το Hellas Special αγαπάει τον Σταμ. Σταμ. για το χιούμορ του, την ευστροφία του, τη διεισδυτική ματιά του και την ακούραστη πένα του, που μας άφησε πάμπολλες σελίδες με απολαυστικά κείμενα και ζωντανά σκίτσα. Παρ’ όλο που κατείχε δημόσιες θέσεις, είναι ο άνθρωπος που, όπως έγραψε ο Ηλίας Πετρόπουλος, «ξεφτίλισε δια παντός το ελληνικό δημόσιο».
Το παρακάτω χρονογράφημα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία το 1939, δεν ασχολείται με το ελληνικό δημόσιο, αλλά με έναν αφορισμό. Το κείμενο του αφορισμού είναι ένα τρομακτικό μνημείο σκοταδισμού, μίσους και κακίας. Και μια που προχτές, το γνωστό φασιστοειδές υποκείμενο της Εκκλησίας αφόρισε (χωρίς πιστοποίηση ISO από τα κεντρικά) τρία πρόσωπα της πολιτικής σκηνής, θυμήθηκα αυτό το έξυπνο κείμενο και σας το παρουσιάζω.

Ο πάρεδρος. Σκίτσο του Σταμ. Σταμ., που συνόδευε το χρονογράφημα.

Σ’ όλα μερακλής ο πάρεδρος και η σκούφια του μετάξι, αλλά στα μανάρια που διέτρεφε δεν τον έφθανε κανένας στο χωριό.
Και ήταν το μανάρι του παρέδρου ο θαυμασμός και ο πειρασμός όλων, όταν περνούσε, δασύμαλλο, παχύμαλλο, μακρόμαλλο, καμαρωτό, με κέρατα στριμμένα και με γαλάζιες χάνδρες για το μάτι εις το μέτωπο.
Ο θαυμασμός κι ο πειρασμός και η λιχουδιά των πάντων!
Το διέτρεφε, καθώς έλεγε, με παξιμάδι για να κάμει το κρέας τρυφερό και με μυρωδικά βοτάνια, για να νοστιμίσει και ήτανε τετράπαχο, σκαστό και θα γινότανε ψητό λουκούμι, όταν, για τη γιορτή της Λέγκως, της κόρης του παρέδρου, θα θυσιαζόταν.
Άλλο λουκούμι η Λέγκω, μοσχομυριστό, δυσκολομύριστο, σκαστό και παχουλό.
Αλλά η Λέγκω δεν ήταν για τα δόντια όλων των συγχωριανών, ενώ το μανάρι ήταν τόσο για τους νέους όσο και για τους γέρους και ακόμα και για τις φαφούτες τις γριές…

Συνεχίστε, έχει κι άλλο…

Μασκαράδες και δικτάτορες

Σας γνωρίσαμε!

Μια Κολομπίνα είναι γυναίκα,
που όταν, βρε παιδιά, μας ερωτεύεται,
φοράει μάσκα πάντα η ζεβζέκα
κι αφού μας παντρευτεί, ξεμασκαρεύεται.
Τουτέστι, το οποίον,
πέφτει το προσωπείον!

Έχει δυο πρόσωπα κι αιώνιο καρναβάλι.
Ποιος τ’ όλπιζε βρε τέτοια ρεζιλίκια;
Δυο πρόσωπα, χωρίς όμως κεφάλι,
που κάνουν διαρκώς μασκαραλίκια!

Όλο το χρόνο είναι ίδια Κολομπίνα,
διαρκώς να μας χορεύει καταλήγει,
αλλά και δίχως να κρατάει σερπαντίνα,
με ψεύτικα λογάκια μας τυλίγει.

Μα τι παραπονιόμαστε και κλαίμε
και γράφουμε τραγούδια και νταλκάδες,
αφού ’μαστε, εδώ όπου τα λέμε,
κι οι άντρες στην αγάπη μασκαράδες.
Ο ΤΖΟΓΕΣ

Έχει και συνέχεια

Τα Φώτα και ο φωτισμός στην Κρήτη – παλιά και λησμονημένα κάλαντα

Ο Σταμ. Σταμ. σ’ ένα γράμμα του από την Κρήτη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος τον Γενάρη του 1938, αναφέρει ένα παμπάλαιο κρητικό τραγούδι των Φώτων, που εκείνα τα χρόνια δεν τραγουδιόταν παρά στα απόμερα της Κρήτης, διότι όλα αυτά τα παλαιά τοπικά Κάλανδα τα διεδέχθη η φυλλάδα των «Συριανών Καλήμερα».
Αν προπολεμικά ήταν σχεδόν λησμονημένο και δεν τραγουδιόταν παρά στα απόμερα, σήμερα ίσως να μην τραγουδιέται πουθενά. Το τραγούδι είναι μεγάλο και ο Σταμ. Σταμ. δημοσίευσε κάποιες περικοπές:

Διαβάστε τη συνέχεια

Εξαδάκτυλος

Ας ξεκινήσουμε το 2020 με ροκ και ελπίδα. Ροκ ελληνικό και ελπίδα ότι τη ζωή μας θα καθορίζει η αγάπη και η δικαιοσύνη.
Καλή χρονιά, αγαπητοί φίλοι!

Έχει συνέχεια

Πάει ο φούρνος, παν κι οι γαλοπούλες – μια εκρηκτική χριστουγεννιάτικη ανάμνηση από την Κέρκυρα του Φώτου Γιοφύλλη

Η σαρακοστή των Χριστουγέννων παραδοσιακά τελειώνει σ’ ένα καλοστρωμένο τραπέζι με ροδοκόκκινη ευωδιαστή γαλοπούλα, άφθονες λιχουδιές και καλό κρασί. Αυτό το γευστικό πανηγύρι απολάμβαναν όσοι είχαν χρήματα. Οι φτωχοί που κρατούσαν σαρακοστή εξ ανάγκης –«Νηστεύει ο δούλος του Θεού, γιατί δεν έχει να φάει»– συνέχιζαν τη νηστεία και ανήμερα τα Χριστούγεννα και μετά. Οι λιγότερο φτωχοί έτρωγαν χοιρινό.
Ο Φώτος Γιοφύλλης περιγράφει ένα περιστατικό που έγινε στην Κέρκυρα, τη μέρα των Χριστουγέννων, που οι ευωδιές από τις γαλοπούλες που ψήνονταν στους φούρνους πλημμύριζαν τις γειτονιές.
Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ανεξάρτητος τα Χριστούγεννα του 1933.

[…] Καθώς περπατούσαμε, σταθήκαμε εκεί κατά το σταυροδρόμι της Πίνιας, εκεί που ήτανε τότες το χαρτοπωλείο ο «Κάδμος». Αντικρύ ήταν ένας μεγάλος φούρνος. Τα ταψιά με τις γαλοπούλες και τους γάλους πηγαινοέρχονταν και μια ευωδιά σκορπιώταν, μια ευωδιά…
Σταθήκαμε εκεί μια στιγμή να καμαρώσουμε και να μυριστούμε.
Ξαφνικά όμως γίνηκε κάτι τρομερό! Ένας κρότος δυνατός μας έσπασε τ’ αυτιά κι ένας φοβερός σεισμός ετράνταξε τη γη! Ξαφνιστήκαμε, τρομάξαμε και τρέξαμε να φύγουμε. Στο μέρος που ήταν ο φούρνος γίνηκε κάτι σαν έκρηξη σε ηφαίστειο. Πυκνός καπνός και απάσβεστα (κομμάτια από σοβάδες) και πέτρες και ξύλα επετάχτηκαν ψηλά. Και μέσα στον καπνό γαλοπούλες ψημένες και άψητες επετιώντουσαν στον αέρα, πατάτες και πέτρες μαζί και σαν λάβα άφθονες μοσχομυρισμένες σάλτσες… Τι ήταν εκείνο; Ένα ηφαίστειο τρομερό, που πετούσε από τον κρατήρα του γαλοπούλες, πατάτες, σάλτσες μαζί με πέτρες, χώματα και στάχτες. Κάτι τραγικό και αφάνταστο, μα και κάπως κωμικό μαζί.

Διαβάστε τη συνέχεια

Της αγίας Αικατερίνης σήμερα. Χρόνια πολλά, ρε Κατινάκι!

Η Κατίνα ήταν η επίσημη του Τζογέ. Ο Τζογές ήταν μάγκας και όπως όλοι μάγκες ήταν εχθρός του γάμου, οπότε, παρ’ όλο που ήταν δικός της μέχρι Παναγία, όλα τα χρόνια που δημοσιευόταν η «Στήλη του Τζογέ», την Κατίνα την είχε αστεφάνωτη.

Βραδυνή 1-2-1931 Τζογές

Συνήθως την αποκαλούσε Κατινάκι, κυρίως λόγω μαγκιάς και όχι τρυφερότητας, όπως για παράδειγμα αποκαλούσε και τον φίλο του τον Νίκουρδα, Νικουρδάκι. Τα δώρα που της  κάνει τη μέρα της γιορτής της δείχνουν ότι η ζωή της με τον Τζογέ δεν είναι καθόλου ανέφελη.
Ο Τζογές ήταν δημιούργημα του Σώτου Πετρά και δημοσιευόταν από το 1925 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40 στην εφημερίδα Βραδυνή.

tzoges_vradinis_1926
Εικονογράφηση του Κλεόβουλου Κλώνη, από το βιβλίο «Τζογές», 1926.

Τα δώρα μου
Σήμερα γιορτάζεις. Είναι, ρε Κατίνα μου, μα την αγία Κατήγκω, για μένα η μεγαλύτερη γιορτή στο εμερολόγιο που την αισθάνομαι ψυχικώς και την πονάω. Αφ’ τον καιρό που έμπλεξα μετά σένανε απ’ όλες τις άγιες συμπαθάω τη σήμερον εορτάζουσαν για χατίρι σου κι έχω μοιραίως κάθε μέρα της Αγίας Αικατερίνης. Σήμερις είναι για μένα αργία και φόνων κατάλυσις. Σπάω το κεφάλι μου, ρε εορτάζουσα, τι δώρο να χαρίσω σένα που μου ’χεις χαρίσει το μόνο δώρο εκ Θεού… την ομορφιά σου. Να σου χαρίσω την Αθήνα ολόκληρη, το Παρίσι, την Κενωνία των Εθνώνε, τον Ινδικό Ωκεανό, τι διάλο; Αφ’ τις λίγες οικονομίες που ’χω σου στέρνω σήμερις με τους δυο δωρηφόρους μου, τον Γαλέρα και το Μάριο, τα φτωχά μου δώρα. Φοβού τους μάγκες και δώρα φέροντας.
Άνοιξε το ζεμπιλάκι και θα γδεις περιεχόμενο μια βολά. Διαβάστε τη συνέχεια

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα – μεταμφιέστηκε σε αγόρι για να βρει δουλειά και δημιούργησε ερωτικές σχέσεις με γυναίκες για να μην την υποψιαστούν

Χειμώνας του 1939. Στις πέντε τα ξημερώματα ένας νεαρός ποδηλάτης, μ’ ένα καλάθι με κούμαρα δεμένο στο ποδήλατο, πήγαινε αντικανονικά στην οδό Σικελιανού στους Αμπελόκηπους. Ένας αστυφύλακας τον σταμάτησε για να του κάνει έλεγχο. Ο ποδηλάτης δεν είχε άδεια, ο αστυφύλακας υποψιάστηκε ότι το ποδήλατο ήταν κλεμμένο και τον συνέλαβε. Νεαρός, ποδήλατο και κούμαρα βρέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Αμπελοκήπων.
— Είσαι ο και λέγεσαι.
— Θρασύβουλος Ανδριανόπουλος.

Ο νεαρός ποδηλάτης

Ο ενωμοτάρχης διέταξε την κράτησή του, γιατί ένα ποδήλατο είχε κάνει φτερά από τους Ποδαράδες και μάλλον ήταν αυτό με τα κούμαρα. Ο Θρασύβουλος κλείστηκε στο κρατητήριο. Το πρωί διατάχθηκε έρευνα στην κάμαρα που νοίκιαζε, Ηπείρου και Φυλής, μήπως βρεθούν και άλλα κλοπιμαία. Βρέθηκε μια βαλίτσα με γυναικεία ρούχα.
Άρχισε η ανάκριση.
— Τα ’κλεψες.
— Όχι.
— Βρε, τα ’κλεψες και λέγε από πού.
— Δεν τα ’κλεψα. Ορκίζομαι στα κόκαλα του πατέρα μου και της μάνας μου.
— Και πού τα βρήκες;
— Δικά μου είναι.
— Ποιον κοροϊδεύεις, ρε;
Στο σημείο αυτό ο Θρασύβουλος έφαγε μερικές σφαλιάρες, μέχρι που έβαλε τα κλάματα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του τόσο όσο…
— Δεν είμαι αγόρι. Κορίτσι είμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια