Μπισκότα Παπαδοπούλου – νόστιμα και τραγανά από το 1922 μέχρι σήμερα

Το 1916 η μητέρα μιας φτωχής ελληνικής οικογένειας της Πόλης, η Μαρία Παπαδοπούλου, για να βοηθήσει τα οικονομικά του σπιτιού, φτιάχνει κάθε μέρα μπισκότα βουτύρου και οι τρεις γιοί, ο Ευάγγελος, ο Νικόλαος και ο Θεόφιλος, γεμίζουν τα καλάθια τους και τα πουλάνε στους δρόμους. Είναι φρέσκα, νόστιμα, τραγανά και δεν λιγώνουν, γιατί δεν έχουν πολλή ζάχαρη. Το όνομά τους είναι γαλλικό: Πτι Μπέρ. Μικρά μπισκότα βουτύρου. Ο Γιάννης, ο πατέρας, που είναι ξυλουργός, φτιάχνει μια ξύλινη σφραγίδα και τα μπισκότα γίνονται αναγνωρίσιμα από το σχήμα, το σχέδιο και το όνομά τους.
Το 1922, στον μεγάλο ξεριζωμό, η μητέρα με τα τρία αγόρια μπαίνουν σ’ ένα καράβι με προορισμό τη Μασσαλία. Το πλοίο σταματάει μερικές μέρες στον Πειραιά για ανεφοδιασμό. Η οικογένεια κατεβαίνει για να γνωρίσει την πόλη, όπου με έκπληξη διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι δεν γνωρίζουν τι εστί μπισκότο.
Για την ακρίβεια οι Έλληνες γνωρίζουν το γαλλικό biscotte και το ιταλικό biscotto, δηλαδή τη φρυγανιά, που είναι νόστιμη και τραγανή, κλάσεις ανώτερη από το φρυγμένο ψωμί, αλλά δεν είναι γλύκισμα.
Αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει τα σχέδια· το ταξίδι για τη Μασσαλία ματαιώνεται και η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αθήνα.

Διαβάστε τη συνέχεια

Συνάδελφος του Χουντίνι

Φωτογραφία από το βιβλίο «Η Ελλάδα του μόχθου, 1900-1960», συλλογή Νίκου Πολίτη, έκδοση Ριζάρειον Ίδρυμα, Ίδρυμα Σταύρου Σ. Νιάρχου.

Ο μισόγυμνος αλυσοδεμένος άντρας, ένας υπαίθριος Χουντίνι της Ελλάδας, χωρίς τη λάμψη και τις ικανότητες του φημισμένου συναδέλφου του, προτείνει στο κοινό ένα γυαλιστερό γκιούμι, για να πέσει μέσα το «ό,τι προαιρείσθε». Ανώνυμος άνθρωπος του μόχθου, που με τη δύναμη των μυών του κερδίζει το ψωμί του.
Μια ιδέα της υπαίθριας παράστασής του μπορούμε να πάρουμε από την ταινία του 1964 «Ό,τι θέλει ο λαός». Εμφανίζεται σε μία σκηνή, γυρισμένη στην πλατεία Βικτωρίας, με φόντο το γλυπτό του Γιοχάνες Πφουλ «Θησεύς σώζων την Ιπποδάμειαν». Ισιώνει ένα πέταλο, αποκρούει με τους κοιλιακούς του ένα μαχαίρι, αλυσοδένεται για να ελευθερωθεί…

Αν εξασφάλισε ένα καλό μεροκάματο από αυτή του την εμφάνιση, τότε η ταινία έπιασε τόπο. Η συμμετοχή γνωστών και αγαπητών ηθοποιών, δεν μπόρεσε να σώσει το ανύπαρκτο σενάριο και την κουραστική σκηνοθεσία.
Στις μέρες μας, κάποιοι που ξέρουν από παγκόσμιες συνωμοσίες ανακάλυψαν ότι υπάρχουν στο σενάριο αριθμοί, τοποθετημένοι δήθεν αθώα σε διευθύνσεις ή τηλέφωνα, με σκοπό να περάσουν μηνύματα στο υποσυνείδητο των θεατών. Να ’χετε τον νου σας!

Ερμής – ένα ελληνικό σαπούνι ογδόντα χρόνων

Ολοσέλιδη διαφήμιση σε γυναικείο περιοδικό, το καλοκαίρι του 1966.

Πώς έγινε και ο Ερμής έδωσε το όνομά του σε μάρκα σαπουνιού; Τα παιδιά μιας τάξης έδωσαν την απάντηση: «Ο Ερμής πλένεται συνέχεια για να είναι καθαρός, γιατί όλο βγαίνει έξω. Άμα πάμε βόλτα, πλενόμαστε».
Άραγε τι είχαν υπόψη τους οι Ντίκος και Βουτσινάς όταν ίδρυσαν στην Αθήνα τη αρωματική σαπωνοποιία Ερμής το 1924, με σήμα τον Ερμή;

Συνεχίστε το διάβασμα

Αχιλλέας Μαδράς

Ο Αχιλλέας Μαδράς με μπέρτα και πούρο, όπως εμφανίστηκε στην ταινία-ντοκιμαντέρ του 1964 «Τον παλιό εκείνο τον καιρό». Δίπλα του ο Αλέκος Σακελλάριος και ανάμεσά τους μία από τις πρώτες κάμερες.

Όταν ο Αχιλλέας Μαδράς γύριζε τις ταινίες «Ο μάγος της Αθήνας» και «Μαρία Πενταγιώτισσα», ήταν, όπως είπε ο ίδιος, πενήντα πέντε χρονών παλικαράκι.
Ο Αλέκος Σακελλάριος παρουσίασε τον ιδιόρρυθμο καλλιτέχνη στην ταινία-φόρο τιμής στους πρωτεργάτες του ελληνικού κινηματογράφου «Τον παλιό εκείνο τον καιρό». Από κει ο παρακάτω διάλογος:
— Τα αληθινά νιάτα, νομίζω και είμαι βέβαιος, ότι αρχίζουν μόνον στα πενήντα πέντε χρόνια.
— Και τα γεράματα, κύριε Μαδρά; τον ρώτησε ο Σακελλάριος.
— Ας μη μιλούμε από τώρα για γεράματα. Έχουμε καιρό.
Έτσι απάντησε ο Μαδράς, που ήταν τότε ογδόντα εννέα χρονών παλικαράκι.

Το σκιάδιο του δικηγόρου

Η Θεώνη (Γεωργία Βασιλειάδου), η Λουκία (Ξένια Καλογεροπούλου) και ο ιδιόρρυμος δικηγόρος τους (Γιάννης Βογιατζής) στη μάντρα αυτοκινήτων με τον Ηρακλή (Στέφανος Ληναίος) και τη μνηστή του (Άντζελα Ζήλεια).

Ανάφερα, στην προηγούμενη ανάρτηση για το παλιό καφεκούτι, την ταινία «Ο Θησαυρός του μακαρίτη», ανεπανάληπτη κωμωδία του 1959, που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Νίκος Τσιφόρος.
Από τις αγαπημένες μου σκηνές είναι όταν η Θεώνη και η Λουκία πηγαίνουν μαζί με τον ιδιόρρυθμο δικηγόρο τους (ο οποίος δηλώνει με στόμφο ότι τα άχρηστα αυτοκίνητα τα αντιπαθεί και δεν εισέρχεται ποτέ) στη μάντρα αυτοκινήτων του Ηρακλή, για να εξακριβώσουν τι έχει γίνει με τις λίρες. Στο άσχετο τελείως γίνεται ο παρακάτω διάλογος μεταξύ Θεώνης και δικηγόρου:
— Δε μου λες, κύριε δικηγόρε, το ’χεις καιρό το σκιάδιο αυτό;
— Φοιτητόθεν!

Ένα παλιό καφεκούτι

Το καφεκούτι του σπιτιού της γιαγιάς, ηλικίας τουλάχιστον μισού αιώνα.

Ανάμεσα στα πράγματα που βρήκα όταν πήγα να μείνω στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, ήταν ένα παλιό καφεκούτι. Ήταν μεταλλικό και στο καπάκι είχε μια ζωγραφιά του Λευκού Πύργου. Στις πλαϊνές επιφάνειες είχε ένα σχέδιο μετρητού κεντήματος. Το εσωτερικό του χωριζόταν, μ’ ένα μεταλλικό φύλλο, σε δύο θήκες, μία για τον καφέ και μία για τη ζάχαρη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Μπίρα Άλφα

Μπίρα Άλφα νοε 1968
Νοέμβριος 1968, ολοσέλιδη διαφήμιση σε οπισθόφυλλο περιοδικού.

Για εκατό χρόνια οι Έλληνες ήξεραν μόνον την μπίρα ΦΙΞ. Αρχές της δεκαετίας του ’60 έκανε την εμφάνισή της η Ελληνική Ζυθοποιία και η μπίρα Άλφα, η πρώτη μπίρα με ελληνικό όνομα, που γραφόταν με ελληνικούς χαρακτήρες. Η τρίτη μπίρα που ήπιαν οι Έλληνες ήταν η Άμστελ, της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, το 1965.
Η Άλφα, αφού πέρασε από τα χέρια του Μποδοσάκη και κατόπιν του Φιξ, σταμάτησε να κυκλοφορεί το 1982. Είκοσι χρόνια αργότερα ξανακυκλοφόρησε με την ίδια συνταγή και παρόμοιο σχήμα μπουκαλιού, από την πάλαι ποτέ ανταγωνίστρια Αθηναϊκή Ζυθοποιία.

Η παρακάτω σκηνή είναι από την ταινία «Η αδερφή μου θέλει ξύλο» 1966. Ο Γιάννης Γκιωνάκης εργάζεται σαν χημικός σε κάποιο εργοστάσιο. Στην είσοδο των γραφείων φιγουράρει ένα τεράστιο μπουκάλι της μπίρας ΑΛΦΑ. Δίπλα στον Γκιωνάκη είναι ο Γιώργος Βρασιβανόπουλος, ένας σεμνός και αγαπητός ηθοποιός που γνωρίσαμε σε δεύτερους ρόλους και που υπήρξε επίσης μεταφραστής θεατρικών έργων και διασκευαστής λογοτεχνικών κειμένων για το ραδιόφωνο.

Στο γύρισμα της ταινίας «Αδέρφια μου, αλήτες, πουλιά»

Making of Αδέρφια μου αλήτες πουλιά.jpg

Στην παραπάνω φωτογραφία δεν πρωταγωνιστεί  ο Λαυρέντης Διανέλλος, ο γέρος αρχηγός της τσιγγάνικης φυλής ούτε η γυναίκα του, η Φρόσω Κόκκολα, αλλά ούτε και ο Τόλης Βοσκόπουλος, που θα πάρει το σκήπτρο της αρχηγίας από τον πατέρα του. Πρωταγωνιστεί μια μηχανή. Η κάμερα που χειρίζεται ο οπερατέρ Βαγγέλης Καραμανίδης, μια Arri 2c βουβή.
Arriflex, από το 1937. Ήταν η πρώτη reflex 35mm, γερμανικής κατασκευής. Το καλοκαίρι του 1936, που η Λένι Ρίφενσταλ γύρισε στην Ελλάδα την ταινία «Ολυμπία», το φιλμ των Ολυμπιακών Αγώνων του 1936, η μηχανή δεν ήταν ακόμα σε χρήση.

Ολυμπία 1936 Ρίφενσταλ.jpg

Χρησιμοποιήθηκε αργότερα, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από τον γερμανικό στρατό και τη γερμανική αντικατασκοπεία για την κινηματογράφηση των πολεμικών επιχειρήσεων. Ήταν απίστευτης αντοχής, δεν πάθαινε τίποτα στους μείον 30 βαθμούς, γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκε και στην εκστρατεία κατά της Ρωσίας. Τα φιλμ που τραβήχτηκαν με την Arriflex 35 χρησίμεψαν ως αποδεικτικά στη δίκη της Νυρεμβέργης. Η μηχανή απόκτησε ιστορική σημασία.
Αργότερα χρησιμοποιήθηκε από την κινηματογραφική βιομηχανία της Αμερικής, για να γυριστούν ταινίες, όπως Easy Rider, Enter the Dragon, A Clockwork Orange.
Είχε πολύ ωραίο βιομηχανικό σχεδιασμό και ο μηχανισμός της ήταν πολύ απλός. Δεν είναι τυχαίο που, παρά την ψηφιακή επανάσταση, αντέχει ακόμα.


Ευχαριστώ τον Δημήτρη Μπέλλο για τη φωτογραφία από τα γυρίσματα της ταινίας «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά» και τις πληροφορίες.

Εγώ είμαι η νέα γυναίκα – το πρώτο ελληνικό φεμινιστικό τραγούδι

Ακόμα και όταν οι γυναίκες απόκτησαν πλήρες δικαίωμα ψήφου, στη δεκαετία του ’50, η χειραφετημένη γυναίκα ήταν μια… κοινωνική ανωμαλία. Πόσο μάλλον την εποχή που η εικοσάχρονη Μαρίκα Κοτοπούλη τραγούδησε τη «Νέα Γυναίκα», στην επιθεώρηση «Παναθήναια 1908», φορώντας κοντή φούστα, κολάρο, γραβάτα, σακάκι, ρεπούμπλικα και κρατώντας μαγκούρα.

Κοτοπούλη 1908
Πρώτη καθιστή από αριστερά είναι η Μαρίκα Κοτοπούλη. Η φωτογραφία είναι του 1908 και πιθανότατα παρουσιάζει τον θίασο της επιθεώρησης «Παναθήναια 1908».

Η «Νέα Γυναίκα» θεωρείται το πρώτο ελληνικό φεμινιστικό τραγούδι και γνώρισε διάφορες εκτελέσεις από σημαντικές πρωταγωνίστριες.

Άννα Καλουτά
Η Άννα Καλουτά σε σκηνή από την ταινία «Εκείνες που δεν πρέπει ν’ αγαπούν».

Απολαύστε το με τη φωνή της αστραφτερής Άννας Καλουτά. Στο πιάνο τη συνοδεύει ο Αντώνης Τσίχλας.

 

• Η φωτογραφία της Μαρίκας Κοτοπούλη με τον θίασο της επιθεώρησης «Παναθήναια 1908» και οι πληροφορίες για το νούμερο, είναι από τη σελίδα του fb Μαρίκα Κοτοπούλη – Marika Kotopouli [1887-1954]. ΕΔΩ μπορείτε να δείτε την ανάρτηση και περισσότερες πληροφορίες.

Η αξέχαστη Μαρίκα Νίνου

Φέτος συμπληρώνονται 62 χρόνια από τη νύχτα 22 προς 23 Φλεβάρη που σίγησε για πάντα η μοναδική φωνή της Μαρίκας Νίνου. Έφυγε νεότατη, μόλις 35 χρόνων. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό της, ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραψε το παρακάτω κείμενο για να τιμήσει την αλησμόνητη τραγουδίστρια. Το αναδημοσιεύουμε στη μνήμη της.


Ακριβώς πριν τριάντα χρόνια ξεψύχησε η Μαρίκα Νίνου, μια από τις μεγαλύτερες φωνές που γέννησε η χώρα μας. Η θλιβερή επέτειος πέρασε, απ’ όσο ξέρω, απαρατήρητη. Γράφω αυτό το σημείωμα για να τιμήσω, από μακριά, την αλησμόνητη τραγουδίστρια που εξακολουθεί να μας δίνει κουράγιο.

Μαρίκα Νίνου

Και πρώτα-πρώτα, η Μαρίκα Νίνου δεν ήτο ελληνίδα. Η Μαρίκα Νίνου είχε αρμένικη καταγωγή. Οι γονείς της, Γκιούλα (Τριανταφυλλιά) και Οβανές (Γιάννης), ήσανε αρμένηδες της Σμύρνης, που, ως εκ θαύματος, γλιτώσανε από τη μεγάλη σφαγή. Η Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1922, πάνω στο βαπόρι Ευαγγελία, που έφερνε την οικογένεια Αταμιάν στον Πειραιά. Οι Αταμιάν κατέληξαν στην Κοκινιά. Ο πατέρας της Μαρίκας Νίνου, που ήτανε χύτης, έψαξε για δουλειά. Η οικογένεια πέρασε πολύ δύσκολα χρόνια. Διαβάστε τη συνέχεια