Το σκιάδιο του δικηγόρου

Η Θεώνη (Γεωργία Βασιλειάδου) και η Λουκία (Ξένια Καλογεροπούλου), ο ιδιόρρυμος δικηγόρος τους (Γιάννης Βογιατζής), στη μάντρα αυτοκινήτων με τον Ηρακλή (Στέφανος Ληναίος) και τη μνηστή του (Άντζελα Ζήλεια).

Ανάφερα στην προηγούμενη ανάρτηση την ταινία «Ο Θησαυρός του μακαρίτη», ανεπανάληπτη κωμωδία του 1959, που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Νίκος Τσιφόρος.
Από τις αγαπημένες μου σκηνές είναι όταν η Θεώνη και η Λουκία πηγαίνουν μαζί με τον ιδιόρρυθμο δικηγόρο τους (ο οποίος δηλώνει με στόμφο ότι τα άχρηστα αυτοκίνητα τα αντιπαθεί και δεν εισέρχεται ποτέ), στη μάντρα αυτοκινήτων του Ηρακλή, για να εξακριβώσουν τι έχει γίνει με τις λίρες. Στο άσχετο τελείως γίνεται ο παρακάτω διάλογος μεταξύ Θεώνης και δικηγόρου:
— Δε μου λες, κύριε δικηγόρε, το ’χεις καιρό το σκιάδιο αυτό;
— Φοιτητόθεν!

Ένα παλιό καφεκούτι

Το καφεκούτι του σπιτιού της γιαγιάς, ηλικίας τουλάχιστον μισού αιώνα.

Ανάμεσα στα πράγματα που βρήκα όταν πήγα να μείνω στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, ήταν ένα παλιό καφεκούτι. Ήταν μεταλλικό και στο καπάκι είχε μια ζωγραφιά του Λευκού Πύργου. Στις πλαϊνές επιφάνειες είχε ένα σχέδιο μετρητού κεντήματος. Το εσωτερικό του χωριζόταν, μ’ ένα μεταλλικό φύλλο, σε δύο θήκες, μία για τον καφέ και μία για τη ζάχαρη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Μπίρα Άλφα

Μπίρα Άλφα νοε 1968
Νοέμβριος 1968, ολοσέλιδη διαφήμιση σε οπισθόφυλλο περιοδικού.

Για εκατό χρόνια οι Έλληνες ήξεραν μόνον την μπίρα ΦΙΞ. Αρχές της δεκαετίας του ’60 έκανε την εμφάνισή της η Ελληνική Ζυθοποιία και η μπίρα Άλφα, η πρώτη μπίρα με ελληνικό όνομα, που γραφόταν με ελληνικούς χαρακτήρες. Η τρίτη μπίρα που ήπιαν οι Έλληνες ήταν η Άμστελ, της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, το 1965.
Η Άλφα, αφού πέρασε από τα χέρια του Μποδοσάκη και κατόπιν του Φιξ, σταμάτησε να κυκλοφορεί το 1982. Είκοσι χρόνια αργότερα ξανακυκλοφόρησε με την ίδια συνταγή και παρόμοιο σχήμα μπουκαλιού, από την πάλαι ποτέ ανταγωνίστρια Αθηναϊκή Ζυθοποιία.

Η παρακάτω σκηνή είναι από την ταινία «Η αδερφή μου θέλει ξύλο» 1966. Ο Γιάννης Γκιωνάκης εργάζεται σαν χημικός σε κάποιο εργοστάσιο. Στην είσοδο των γραφείων φιγουράρει ένα τεράστιο μπουκάλι της μπίρας ΑΛΦΑ. Δίπλα στον Γκιωνάκη είναι ο Γιώργος Βρασιβανόπουλος, ένας σεμνός και αγαπητός ηθοποιός που γνωρίσαμε σε δεύτερους ρόλους και που υπήρξε επίσης μεταφραστής θεατρικών έργων και διασκευαστής λογοτεχνικών κειμένων για το ραδιόφωνο.

Στο γύρισμα της ταινίας «Αδέρφια μου, αλήτες, πουλιά»

Making of Αδέρφια μου αλήτες πουλιά.jpg

Στην παραπάνω φωτογραφία δεν πρωταγωνιστεί  ο Λαυρέντης Διανέλλος, ο γέρος αρχηγός της τσιγγάνικης φυλής ούτε η γυναίκα του, η Φρόσω Κόκκολα, αλλά ούτε και ο Τόλης Βοσκόπουλος, που θα πάρει το σκήπτρο της αρχηγίας από τον πατέρα του. Πρωταγωνιστεί μια μηχανή. Η κάμερα που χειρίζεται ο οπερατέρ Βαγγέλης Καραμανίδης, μια Arri 2c βουβή.
Arriflex, από το 1937. Ήταν η πρώτη reflex 35mm, γερμανικής κατασκευής. Το καλοκαίρι του 1936, που η Λένι Ρίφενσταλ γύρισε στην Ελλάδα την ταινία «Ολυμπία», το φιλμ των Ολυμπιακών Αγώνων του 1936, η μηχανή δεν ήταν ακόμα σε χρήση.

Ολυμπία 1936 Ρίφενσταλ.jpg

Χρησιμοποιήθηκε αργότερα, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από τον γερμανικό στρατό και τη γερμανική αντικατασκοπεία για την κινηματογράφηση των πολεμικών επιχειρήσεων. Ήταν απίστευτης αντοχής, δεν πάθαινε τίποτα στους μείον 30 βαθμούς, γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκε και στην εκστρατεία κατά της Ρωσίας. Τα φιλμ που τραβήχτηκαν με την Arriflex 35 χρησίμεψαν ως αποδεικτικά στη δίκη της Νυρεμβέργης. Η μηχανή απόκτησε ιστορική σημασία.
Αργότερα χρησιμοποιήθηκε από την κινηματογραφική βιομηχανία της Αμερικής, για να γυριστούν ταινίες, όπως Easy Rider, Enter the Dragon, A Clockwork Orange.
Είχε πολύ ωραίο βιομηχανικό σχεδιασμό και ο μηχανισμός της ήταν πολύ απλός. Δεν είναι τυχαίο που, παρά την ψηφιακή επανάσταση, αντέχει ακόμα.


Ευχαριστώ τον Δημήτρη Μπέλλο για τη φωτογραφία από τα γυρίσματα της ταινίας «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά» και τις πληροφορίες.

Εγώ είμαι η νέα γυναίκα – το πρώτο ελληνικό φεμινιστικό τραγούδι

Ακόμα και όταν οι γυναίκες απόκτησαν πλήρες δικαίωμα ψήφου, στη δεκαετία του ’50, η χειραφετημένη γυναίκα ήταν μια… κοινωνική ανωμαλία. Πόσο μάλλον την εποχή που η εικοσάχρονη Μαρίκα Κοτοπούλη τραγούδησε τη «Νέα Γυναίκα», στην επιθεώρηση «Παναθήναια 1908», φορώντας κοντή φούστα, κολάρο, γραβάτα, σακάκι, ρεπούμπλικα και κρατώντας μαγκούρα.

Κοτοπούλη 1908
Πρώτη καθιστή από αριστερά είναι η Μαρίκα Κοτοπούλη. Η φωτογραφία είναι του 1908 και πιθανότατα παρουσιάζει τον θίασο της επιθεώρησης «Παναθήναια 1908».

Η «Νέα Γυναίκα» θεωρείται το πρώτο ελληνικό φεμινιστικό τραγούδι και γνώρισε διάφορες εκτελέσεις από σημαντικές πρωταγωνίστριες.

Άννα Καλουτά
Η Άννα Καλουτά σε σκηνή από την ταινία «Εκείνες που δεν πρέπει ν’ αγαπούν».

Απολαύστε το με τη φωνή της αστραφτερής Άννας Καλουτά. Στο πιάνο τη συνοδεύει ο Αντώνης Τσίχλας.

 

• Η φωτογραφία της Μαρίκας Κοτοπούλη με τον θίασο της επιθεώρησης «Παναθήναια 1908» και οι πληροφορίες για το νούμερο, είναι από τη σελίδα του fb Μαρίκα Κοτοπούλη – Marika Kotopouli [1887-1954]. ΕΔΩ μπορείτε να δείτε την ανάρτηση και περισσότερες πληροφορίες.

Η αξέχαστη Μαρίκα Νίνου

Φέτος συμπληρώνονται 62 χρόνια από τη νύχτα 22 προς 23 Φλεβάρη που σίγησε για πάντα η μοναδική φωνή της Μαρίκας Νίνου. Έφυγε νεότατη, μόλις 35 χρόνων. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό της, ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραψε το παρακάτω κείμενο για να τιμήσει την αλησμόνητη τραγουδίστρια. Το αναδημοσιεύουμε στη μνήμη της.


Ακριβώς πριν τριάντα χρόνια ξεψύχησε η Μαρίκα Νίνου, μια από τις μεγαλύτερες φωνές που γέννησε η χώρα μας. Η θλιβερή επέτειος πέρασε, απ’ όσο ξέρω, απαρατήρητη. Γράφω αυτό το σημείωμα για να τιμήσω, από μακριά, την αλησμόνητη τραγουδίστρια που εξακολουθεί να μας δίνει κουράγιο.

Μαρίκα Νίνου

Και πρώτα-πρώτα, η Μαρίκα Νίνου δεν ήτο ελληνίδα. Η Μαρίκα Νίνου είχε αρμένικη καταγωγή. Οι γονείς της, Γκιούλα (Τριανταφυλλιά) και Οβανές (Γιάννης), ήσανε αρμένηδες της Σμύρνης, που, ως εκ θαύματος, γλιτώσανε από τη μεγάλη σφαγή. Η Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1922, πάνω στο βαπόρι Ευαγγελία, που έφερνε την οικογένεια Αταμιάν στον Πειραιά. Οι Αταμιάν κατέληξαν στην Κοκινιά. Ο πατέρας της Μαρίκας Νίνου, που ήτανε χύτης, έψαξε για δουλειά. Η οικογένεια πέρασε πολύ δύσκολα χρόνια. Διαβάστε τη συνέχεια

Από τους βοσκούς που κατέβηκαν απ’ τα Βαρδούσια κι έγιναν βιομήχανοι στην Αθήνα ξεκινήσαμε, στη Μαρία την Πενταγιώτισσα καταλήξαμε

Μαρία Πενταγιώτισσα λεπτ

Στα Πατήσια, κοντά στον Άγιο Λουκά, λειτουργούσε ένα βουστάσιο, που προμήθευε τα νοικοκυριά με φρέσκο γάλα, ανάδινε όμως και ανυπόφορες μυρωδιές. Ο Φιλίππου, που είχε το βουστάσιο, άνοιξε στο Λυσσιατρείο –τρεις στάσεις πιο κάτω– ένα γαλατάδικο, που απόχτησε τόσο μεγάλη φήμη, ώστε είχε πελάτες από διάφορες περιοχές της Αθήνας.
Έτσι ξεκίνησε η γαλακτοβιομηχανία ΦΑΓΕ: από έναν πρόγονο που ήταν βοσκός στα Βαρδούσια κι έστησε βουστάσιο και γαλατάδικο στην πρωτεύουσα.
Συμπτωματικά από τα Βαρδούσια κατέβηκε στην Αθήνα κι ένας άλλος βοσκός, ο Δασκαλόπουλος. Αυτός άνοιξε γαλατάδικο στα Εξάρχεια. Ήταν παππούς των Δασκαλόπουλων, που δημιούργησαν τη γαλακτοβιομηχανία ΔΕΛΤΑ (νυν Vivartia).
Το χωριό του Δασκαλόπουλου, η Γρανίτσα (σήμερα λέγεται Διακόπι), ήταν κοντά στους Πενταγιούς, το χωριό της Μαρίας της Πενταγιώτισσας, που στην ποδιά της σφάζονταν παλικάρια και που το επώνυμό της ήταν Δασκαλοπούλου. Διαβάστε τη συνέχεια

Στου Τζίμη του Χοντρού

Η φήμη της ταβέρνας του Τζίμη του Χοντρού έφτασε σ’ εκείνους που δεν την πρόλαβαν από τον δίσκο κυκλοφορίας 1977 «Η Μαρίκα Νίνου στου Τζίμη του Χοντρού», με τραγούδια που ηχογραφήθηκαν ερασιτεχνικά από κάποιον άγνωστο πελάτη μεταξύ 1951 και 1955. Η ταβέρνα βρισκόταν στην Αχαρνών 77, στο ύψος του ΟΤΕ της πλατείας Βικτωρίας, και από κει παρέλασαν μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού.

Μαρίκα Νίνου και Βασίλης Τσιτσάνης, που εμφανίζονταν εκεί όταν έγινε η ηχογράφηση, Σωτηρία Μπέλλου, Σεβάς Χανούμ, Απόστολος Χατζηχρήστος, Γιώργος Μητσάκης, Στέλλα Χασκίλ, Πόλυ Πάνου, Ευαγγελία Μαργαρώνη, Πάνος Γαβαλάς, Ρία Κούρτη, Σταύρος Τζουανάκος, Ρένα Ντάλια, Μπέμπα Μπλανς, Χρηστάκης, Δημήτρης Ευσταθίου, Πάνος Μιχαλόπουλος… είναι ελάχιστοι από τους καλλιτέχνες του λαϊκού τραγουδιού που εμφανίστηκαν στου Τζίμη του Χοντρού. Διαβάστε τη συνέχεια

Τα τέσσερα σκαλοπάτια

Τέσσερα σκαλοπάτια-αφίσα λεπτ

Είναι μια ταινία με πυκνό σενάριο, χωρίς μελοδραματισμούς, με έξυπνα ευρήματα, που βλέπεται ευχάριστα κι έχει ευτυχισμένο τέλος.
Η ταινία συγκεντρώνει τρεις πρωτιές: ήρθε πρώτη από τις 13 ταινίες που προβλήθηκαν τη σεζόν 1951-1952· για πρώτη φορά σε ελληνική ταινία μεταμφιέζεται γυναίκα σε άντρα και είναι η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Σμάρως Στεφανίδου.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Πρωτοπαίχτηκε στις 16 Ιανουαρίου 1951. Εμφανίζονται γνωστοί ηθοποιοί, όπως ο Νίκος Χατζίσκος, ο Μίμης Φωτόπουλος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, η Γεωργία Βασιλειάδου, η Άννα Κυριακού και κάποιοι σημαντικοί, αλλά άγνωστοι σήμερα ηθοποιοί, που έπαιξαν κυρίως στο θέατρο και ελάχιστα στον κινηματογράφο.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η Ρένα Δόξα, μια όμορφη κοπέλα με πολλά χαρίσματα, έχασε τους γονείς της όταν ήταν πολύ μικρή και από τότε ζει με την οικογένεια του θείου της, σε μια έπαυλη στην εξοχή. Παρ’ όλο που η μητέρα της Ρένας άφησε την περιουσία της για την ανατροφή της κόρης της, της συμπεριφέρονται σαν να είναι φτωχή συγγενής και της έχουν δώσει ρόλο οικιακής βοηθού. Ο θείος της Θωμάς Ασπροκότσυφας είναι τύπος αρχοντοχωριάτη, η γυναίκα του, η Λουκία (Σμάρω Στεφανίδου), παριστάνει τη μεγάλη κυρία και η κόρη τους, η Αφροδίτη (Άννα Κυριακού), είναι όμορφη και κακομαθημένη.
Διαβάστε τη συνέχεια

Ταξίδι με παλιό λεωφορείο, από κείνο με τη σκάλα και τον μουσαμά στη σχάρα

Σε κάποιο πρακτορείο υπεραστικών λεωφορείων, παλιά. Ο κόσμος που θα ταξιδέψει μαζεύεται κοντά στο λεωφορείο, για να παραδώσει τις αποσκευές. Βαλίτσες μονόχρωμες και καρό, βαλιτσάκια δερμάτινα, καλάθια με πεσκέσια που το άνοιγμα κλείνει με πανί ραμμένο με σακοράφα, καλαθούνες, μπόγοι, κούτες, σακιά, νταμιτζάνες, ντενεκέδες… τα είδη ταξιδιού της εποχής. Κάποιος έχει ανέβει τη σκάλα και περιμένει στον ουρανό του λεωφορείου και κάποιος άλλος παίρνει τα πράγματα που του δίνουν οι επιβάτες και αρχίζει το φόρτωμα. Ο ένας δίνει, ο άλλος παίρνει και συνεννοούνται με φωνές. Αυτός στην οροφή φορτώνει, ταχτοποιεί και δένει τις αποσκευές στη σχάρα. Όταν τελειώσει, ρίχνει από πάνω έναν μουσαμά για προστασία και κατεβαίνει.
Οι ταξιδιώτες επιβιβάζονται, η μηχανή μουγκρίζει, κάποιοι σταυροκοπιούνται και το ταξίδι ξεκινάει. Το παλιό υπεραστικό λεωφορείο δεν έχει καμία σχέση με τα σύγχρονα. Διαβάστε τη συνέχεια