Ο «Οψοκομιστής», οι ανήλικοι βιοπαλαιστές, τα αλάνια των δρόμων, οι μάγκες του Ρολογιού και η Σχολή Απόρων Παίδων του «Παρνασσού»

Πριν μιλήσουμε για τον πίνακα με τον τίτλο «Οψοκομιστής», ας ανατρέξουμε στο λεξικό του Δημητράκου, για να δούμε τι σημαίνει η λέξη.
Οψοκομιστής είναι «αχθοφόρος μεταφέρων οψώνια εκ της αγοράς εις τας οικίας». Οψώνιον είναι «η δι’ αγοράς προμήθεια τροφίμων, τα ώνια». Όψον σημαίνει «έδεσμα, τροφή».
Η λέξη οψοκομιστής αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1887. Είναι από τις δύστροπες λέξεις, που τόσο άρεσαν στους καθαρευουσιάνους. Στην «Παλιόγλωσσα» ο Νικόλαος Λάσκαρης αναφέρει τη λέξη γραμματοκομιστής.

Ο πίνακας παρουσιάζει μια εικόνα της αθηναϊκής ζωής στις αρχές του 20ου αιώνα. Ένα εργαζόμενο αγόρι, που προέρχεται από την επαρχία όπως φανερώνουν η φορεσιά του και τα τσαρούχια του, με το ψάθινο ζεμπίλι που μεταφέρει τα ψώνια φορεμένο στην πλάτη, σε κάποια στιγμή ανάπαυλας, έχει καθίσει σ’ ένα κασόνι, σε μια ήσυχη γωνιά κάπου στην αγορά και διαβάζει ένα φθαρμένο βιβλίο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Βρομεροί κουλουρτζήδες, ασελγείς στραγαλατζήδες και αναιδείς νέοι πολιορκούν τις Αρσακειάδες – ένα απόσπασμα από μυθιστόρημα και πολλές σημειώσεις για το Αρσάκειο

Το Αρσάκειο στα 1886.

Ο Στανάς, φοιτητής και ήρωας του μυθιστορήματος, συνοδεύει την Πόθα, την κόρη της σπιτονοικοκυράς του, στο σχολείο που φοιτά, στο Αρσάκειο. Ακολουθεί περιγραφή της κίνησης γύρω από το Αρσάκειο περί τα τέλη του 19ου αιώνα.

[…] Αντικρύ εφαίνετο το Αρσάκειον, με την αρχαϊκωτάτην και αληθώς εν στιγμή εμπνεύσεως συλληφθείσαν πρόσοψιν.
Το προ αυτού πεζοδρόμιον ήν κατάμεστον κορασίδων. Εξ όλων των πέριξ οδών, της οδού Σανταρόζα, Πινακωτών, Παρθεναγωγείου, Ιπποκράτους, Αρσάκη συνέρρεον κοράσια μικρά και μεγάλα, με ποικιλόσχημα καπέλα, με πολυχρώμους ποδιάς, με τα καλαθάκια τους, με ταις σάκκαις των, εύθυμα, γελαστά, πλήρη ευθυμίας, πάντα όμως φέροντα αποτυπωμένα επί του προσώπου των τα ίχνη της αναιμίας και της χλωρώσεως, υφ’ ων καταβασανίζεται πάσα η μαθητεύουσα θήλεια νεολαία των Αθηνών.

Κατά μήκος της κυρίας προσόψεως και του Προτύπου, παλαιού οικοδομήματος, κειμένου εις την γωνίαν των οδών Αρσάκη και Πανεπιστημίου ίσταντο εις παράταξιν οι κουλουρτζήδες με τα πλατέα ξύλινα τεψιά των και τα τριγωνοειδείς βάσεις των, εκθέτοντες τα κουλούρια των και εκθειάζοντες την ποιότητά των, ενώ έτεροι προνομιούχοι, σύντροφοι ίσως του θυρωρού και της επιστάτριας, είχον στήσει τα φορητά κουλουροπωλεία των εντός αυτής της αυλής του Προτύπου.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η τραγική ιστορία ενός πατέρα

Στη μνήμη του Βελισσάριου

Η ιστορία ξετυλίγεται σε κάποιον προσφυγικό συνοικισμό. Tα γνωρίσματα των συνοικισμών κοινά. Μονοκάμαρες παράγκες με τσίγκο για σκεπή, που έμπαιναν μέσα τα στοιχεία της φύσης εκτός από τον ήλιο. Χωματόδρομοι, που τον χειμώνα βούλιαζες μέχρι το γόνατο στη λάσπη. Τα αποχωρητήρια ήταν κοινόχρηστα – ελεεινά παραπήγματα, εστίες μόλυνσης. H περίθαλψη ήταν ανύπαρκτη, τα φάρμακα σπάνιζαν. Η υγρασία τσάκιζε τα κόκαλα και οι ρευματισμοί χτυπούσαν και τους μεγάλους και τα παιδιά. Η φυματίωση και οι πυρετοί θέριζαν. Η παιδική θνησιμότητα ήταν τρομακτική. Ανεργία, αθλιότητα και μαύρη φτώχεια!


Ο Παύλος και η Παρασκευή από τότε που παντρεύτηκαν, πριν από οχτώ χρόνια, έμεναν σε μια ξύλινη παράγκα του συνοικισμού. Έκαναν τέσσερα παιδιά, τρία κορίτσια κι ένα αγόρι.
Ο Παύλος, ένας άνθρωπος άκακος, που κοίταζε τη δουλειά του και αγαπούσε το σπίτι του, ήταν πλανόδιος μανάβης. Τα χαράματα έζευε το άλογο στη σούστα κι έβγαινε στις γειτονιές για το μεροκάματο. Γυρνούσε το βράδυ κατάκοπος. Η Παρασκευή στο σπίτι με τα παιδιά.
Οι μέρες κυλούσαν ίδιες κι απαράλλαχτες και στερημένες, μέχρι που στην απέναντι παράγκα ήρθαν να κατοικήσουν καινούργιοι γείτονες. Η μάνα, ο πατέρας και ο γιος.
Ο γιος, ο Βαγγέλης ξεχώριζε. Ήταν νέος κι όμορφος. Και η Παρασκευή ήταν νέα κι όμορφη. Ο Βαγγέλης δεν ήταν ο πρίγκιπας του παραμυθιού, εκκενωτής βόθρων ήταν, αλλά κοντά σ’ αυτόν το όνειρό της για μια αλλιώτικη ζωή έπαιρνε σάρκα και οστά. Δεν άργησαν να τα μπλέξουν. Σφοδρός έρωτας!

Λένε ότι ο σύζυγος τα μαθαίνει τελευταίος. Και ο Παύλος τελευταίος τα έμαθε. Πρώτα βούιξε η γειτονιά κι ύστερα κάποιοι γείτονες τον έπιασαν και του είπαν να έχει τον νου του, γιατί πολλά ακούγονται για τη γυναίκα του και τον απέναντι. «Βγαίνουν ραντεβού, όταν φεύγεις, αλλά τον μπάζει και στο σπίτι σας».
Τους πίστεψε και δεν τους πίστεψε. Αποφάσισε να εξακριβώσει τι γίνεται και μια μέρα γύρισε στο σπίτι νωρίς το μεσημέρι. Βρήκε τα τέσσερα παιδιά να κλαίνε έξω από την παράγκα. Πήγε ν’ ανοίξει και η πόρτα ήταν μανταλωμένη.
— Η μαμά είναι μέσα με τον Βαγγέλη, τον αντικρινό, του είπαν.
Άρχισε να χτυπάει με δύναμη. Η πόρτα άνοιξε απότομα και πετάχτηκε ο Βαγγέλης κραδαίνοντας ένα μαχαίρι:
— Μην πειράξεις τη γυναίκα, γιατί θα ’χεις να κάνεις μαζί μου. Σε σκοτώνω και δεν σε πληρώνω! βρυχήθηκε κι έφυγε αγριεμένος.
Ο μανάβης μπήκε στο σπίτι του και πίσω του τα τέσσερα παιδιά. Βρήκε τη γυναίκα του μισόγυμνη στο κρεβάτι.
Δεν δημιούργησε σκηνή, ίσως να μην ύψωσε καν τη φωνή του. Της είπε μονάχα:
— Τι ήταν αυτό που έκανες; Δεν σκέφτηκες τα παιδιά σου; Συμμαζέψου κι άσ’ τους έρωτες.
Η απάντησή της ήταν ότι αυτή τον Βαγγέλη αγαπάει, τελεία και παύλα, κι άμα την παραζορίσει, θα του αφήσει τα ρημάδια του, τα παιδιά, και θα φύγει.

Διαβάστε τη συνέχεια

Έρχεται ο πατέρας!

Η επιστροφή του ψαρά-πατέρα

Ο ψαράς επιστρέφει και η οικογένειά του έχει βγει και τον περιμένει στο ακροθαλάσσι. Η φιγούρα του πατέρα μόλις που ξεχωρίζει μέσα στη βάρκα, όμως η μάνα και τα τρία παιδιά, που κοιτάζουν προς το μέρος του, φανερώνουν ότι αυτός είναι ο πρωταγωνιστής της εικόνας.
Υπάρχει τόση ομορφιά μέσα στο λιτό και γαλήνιο τοπίο της φωτογραφίας, που γίνεται τοπίο της ψυχής!
Η φωτογραφία είναι του Δημήτρη Λέτσιου, του σεμνού και ταλαντούχου Θεσσαλού φωτογράφου της υπαίθρου, που χαρακτηρίστηκε «ζωγράφος της αγροτιάς».

Κατοχή – σκηνή σε πειραιώτικο δρόμο

Κατοχή, ο σκληρός χειμώνας 1941-1942. Πειραιάς, στη γωνία Γεωργίου Α΄ και Πραξιτέλους. Μια γυναίκα ψάχνει στα σκουπίδια για φαγητό.
Κατοχή, ο φοβερός χειμώνας του 1941-1942. Πειραιάς, στη γωνία Γεωργίου Α΄ και Πραξιτέλους.

Σ’ αυτή τη φωτογραφία, που δεν φαίνεται κανένα πρόσωπο και καμία έκφραση –ακόμα και το κεφάλι της γυναίκας και του παιδιού είναι κρυμμένα– αποτυπώνεται όλη η δυστυχία.
Η γυναίκα γονατισμένη ψάχνει στα σκουπίδια, μήπως βρει κάτι φαγώσιμο. Τα πόδια του αγοριού είναι λεπτά σαν καλάμια. Ο άντρας, πίσω από το αγόρι, είναι ξυπόλητος μέσα στο καταχείμωνο. Η ουρά του σκύλου είναι κάτω απ’ τα σκέλια, δείγμα του φόβου του.
Μαύρη Κατοχή!

Διαβάστε τη συνέχεια

Στου Χατζηκώστα

Κατεβαίνοντας την οδό Πειραιώς, στη γωνία με τη Θερμοπυλών, συναντάμε μια εκκλησία, που μοιάζει με μεσαιωνική. Είναι ο Άγιος Γεώργιος που κάποτε βρισκόταν, μαζί με τους γύρω του πανύψηλους φοίνικες, στον περίβολο του ιδρύματος Χατζηκώνστα. Είναι το μόνο κτίσμα που απομένει σήμερα από το μεγαλόπρεπο οικοδόμημα.

Άγιος Γεώργιος Πειραιώς

Ο Γεώργιος Χατζηκώνστας, πλούσιος ηπειρώτης, άφησε 43.000 αργυρά ρούβλια και εντολή στους εκτελεστές της διαθήκης του να αποκαταστήσουν εν καλόν κατάστημα, όπου και όπως το εγκρίνουν εύλογον, προς όφελος των πτωχών.
Όρισε πληρεξούσιό του τον Γεώργιο Σταύρου, τον ιδρυτή της Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος μαζί με τους εκτελεστές της διαθήκης αποφάσισε ν’ ανεγερθεί εντός του δήμου της πόλεως των Αθηνών ένα ορφανοτροφικό κατάστημα επ’ ονόματι Γεωργίου και Αικατερίνης Χατζηκώνστα προς περίθαλψιν και διατροφήν πτωχών και απόρων παίδων.
Η μέριμνα που ελήφθη ήταν μόνον για τ’ αγόρια. Το 1853 ο Όθωνας επικύρωσε με βασιλικό διάταγμα την ίδρυση και σε τρία χρόνια, το 1856, το ορφανοτροφείο δέχτηκε το πρώτο παιδί. Αρχικός πυρήνας του ήταν η οικία Βράνη επί της οδού Πειραιώς. Ακολούθησαν διάφορες δωρεές και αγορές γειτονικών οικοπέδων. Ανάμεσά τους ήταν και το σπίτι της δούκισσας της Πλακεντίας, στη Μυλλέρου και Πειραιώς, στο υπόγειο του οποίου κρατούσε το βαλσαμωμένο σώμα της κόρης της. Το σπίτι καταστράφηκε από τη φωτιά που ξέσπασε στο υπόγειο, το 1847.
Το 1870, το ορφανοτροφείο απέκτησε την οριστική του μορφή, καταλαμβάνοντας ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο του Μεταξουργείου, με πρόσοψη στην Πειραιώς.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η Τσικνοπέμπτη, ο μπαλνταφάς και ο Γήσης

Γήσης Παπαγεωργίου
Γήσης Παπαγεωργίου

Ο κύριος της φωτογραφίας είναι ένας πολύ γνωστός και εξαιρετικός σκιτσογράφος. Όταν παραιτήθηκε από πλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού, ασχολήθηκε με τη γελοιογραφία σε γνωστές εφημερίδες. Το λεύκωμα «Ελληνικοί πέτρινοι φάροι» που κρατάει ο Γήσης Παπαγεωργίου οφείλεται στην έρευνά του γύρω από τους πέτρινους φάρους και ολοκληρώνεται με δικά του σχέδια. Ερεύνησε και σχεδίασε τις στολές του Πολεμικού Ναυτικού από τον καιρό του Καποδίστρια ώς τις μέρες μας. Στη συνέχεια το ενδιαφέρον του τράβηξε η ελληνική παραδοσιακή φορεσιά και εδώ και δεκαοχτώ χρόνια ερευνά το θέμα και σχεδιάζει. 
Προτού τα κάνει όλα αυτά και άλλα πολλά σπουδαία πράγματα, ήταν ένα παιδί που ήθελε να ντυθεί καουμπόης, αλλά βρέθηκε μέσα στην «ξέμπαρκη» στολή του θείου του, να περνάει άσχημα σ’ έναν παιδικό χορό, ντυμένος στο περίπου ιππότης.

ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ σήμερα μου είπανε κι εγώ θυμήθηκα τότε παλιά που γινόντουσαν σαν και σήμερα οι «μπαλνταφάδες» εκ του ball d’ enfant, λέξις γαλλική, εφαρμογή εκτέλεση ελληνική. Διαβάστε τη συνέχεια

Εμβαλάγια και γκροζέιγ

Η ΕΛΒΑ ήταν βιομηχανία αναψυκτικών στη Θεσσαλονίκη και είχε πρατήριο εργοστασίου στην Αθήνα. Το 1931 τα αναψυκτικά της πωλούνταν «εντός χαρτίνου εμβαλαγίου».
Όμως, τι ήταν το εμβαλάγιον;

αναψυκτικό Ακρόπολις 6-7-1938
1931

Διαβάστε τη συνέχεια