Πάμε, κοπέλες!

Θυμάμαι αμυδρά τη θεία Μιμίκα, που όταν έμπαινες στο σπίτι της, έκανες ταξίδι στον χρόνο. Σκαλιστά έπιπλα, βαριά βελούδα, περίτεχνες δαντέλες, πιάνο με κηροπήγια δεξιά και αριστερά από το αναλόγιο. Το γένος Μαλακάση, αρχοντική, σεβάσμια, χαμογελαστή, τυλιγμένη στην αχλή ενός κόσμου που δεν θα γνώριζα ποτέ, η θεία Μιμίκα δεν ήταν άνθρωπος, ήταν έμβλημα.
Ο φωτογράφος Νικόλαος Τομπάζης είχε στην οικογένειά του όχι ένα, ούτε δύο, αλλά πέντε τέτοια… εμβλήματα και κάποια μέρα του 1948, φωτογράφισε τις θείες του στο Ψυχικό.


Ευχαριστώ τον συλλέκτη Δημήτρη Παπαγεωργόπουλο για τη φωτογραφία.

Αρσενικό και παστή σαρδέλα – ο σύζυγος μαζί με τις δύο ερωμένες του έβγαλε από τη μέση τη σύζυγό του

Ο Ντίνος, γεωργός στο επάγγελμα, ζούσε σ’ ένα χωριό κοντά στη Σπάρτη. Είχε σχέσεις με τη Γεωργία, αλλά ξενοκοίταζε κιόλας. Τον ήξεραν στο χωριό· ήταν ο χαρακτήρας του τέτοιος. Η Γεωργία ήταν χήρα, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή του κι είχε και κόρη της παντρειάς.

Ο Ντίνος

Κάποτε αποφάσισε κι αυτός να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Βρήκε την Ελένη, που ήταν νέα και όμορφη, έστειλε προξενήτρα και τη ζήτησε. Είπε στους δικούς της ότι είχε περιουσία, κτήματα από τον πατέρα του. Φούμαρα! Τίποτα δεν είχε. Πάντως την Ελένη του την έδωσαν κι ο γάμος έγινε.

Η Ελένη

Της Γεωργίας της κακοφάνηκε πολύ και την φαρμάκωνε η ζήλια. «Θα τηνε φάει το φίδι», είπε για τη νύφη τη μέρα του γάμου. Όχι ότι υπήρχε ποτέ περίπτωση να την παντρευτεί ο Ντίνος, αλλά είχε κάνει κι αυτή τα σχέδιά της. Και να τώρα που της τον έπαιρνε μια άλλη. Τη μισούσε και κάθε μέρα που περνούσε το μίσος της φούντωνε πιο πολύ.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα – μεταμφιέστηκε σε αγόρι για να βρει δουλειά και δημιούργησε ερωτικές σχέσεις με γυναίκες για να μην την υποψιαστούν

Χειμώνας του 1939. Στις πέντε τα ξημερώματα ένας νεαρός ποδηλάτης, μ’ ένα καλάθι με κούμαρα δεμένο στο ποδήλατο, πήγαινε αντικανονικά στην οδό Σικελιανού στους Αμπελόκηπους. Ένας αστυφύλακας τον σταμάτησε για να του κάνει έλεγχο. Ο ποδηλάτης δεν είχε άδεια, ο αστυφύλακας υποψιάστηκε ότι το ποδήλατο ήταν κλεμμένο και τον συνέλαβε. Νεαρός, ποδήλατο και κούμαρα βρέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Αμπελοκήπων.
— Είσαι ο και λέγεσαι.
— Θρασύβουλος Ανδριανόπουλος.

Ο νεαρός ποδηλάτης

Ο ενωμοτάρχης διέταξε την κράτησή του, γιατί ένα ποδήλατο είχε κάνει φτερά από τους Ποδαράδες και μάλλον ήταν αυτό με τα κούμαρα. Ο Θρασύβουλος κλείστηκε στο κρατητήριο. Το πρωί διατάχθηκε έρευνα στην κάμαρα που νοίκιαζε, Ηπείρου και Φυλής, μήπως βρεθούν και άλλα κλοπιμαία. Βρέθηκε μια βαλίτσα με γυναικεία ρούχα.
Άρχισε η ανάκριση.
— Τα ’κλεψες.
— Όχι.
— Βρε, τα ’κλεψες και λέγε από πού.
— Δεν τα ’κλεψα. Ορκίζομαι στα κόκαλα του πατέρα μου και της μάνας μου.
— Και πού τα βρήκες;
— Δικά μου είναι.
— Ποιον κοροϊδεύεις, ρε;
Στο σημείο αυτό ο Θρασύβουλος έφαγε μερικές σφαλιάρες, μέχρι που έβαλε τα κλάματα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του τόσο όσο…
— Δεν είμαι αγόρι. Κορίτσι είμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η τραγική ιστορία ενός πατέρα

Στη μνήμη του Βελισσάριου

Η ιστορία ξετυλίγεται σε κάποιον προσφυγικό συνοικισμό. Tα γνωρίσματα των συνοικισμών κοινά. Μονοκάμαρες παράγκες με τσίγκο για σκεπή, που έμπαιναν μέσα τα στοιχεία της φύσης εκτός από τον ήλιο. Χωματόδρομοι, που τον χειμώνα βούλιαζες μέχρι το γόνατο στη λάσπη. Τα αποχωρητήρια ήταν κοινόχρηστα – ελεεινά παραπήγματα, εστίες μόλυνσης. H περίθαλψη ήταν ανύπαρκτη, τα φάρμακα σπάνιζαν. Η υγρασία τσάκιζε τα κόκαλα και οι ρευματισμοί χτυπούσαν και τους μεγάλους και τα παιδιά. Η φυματίωση και οι πυρετοί θέριζαν. Η παιδική θνησιμότητα ήταν τρομακτική. Ανεργία, αθλιότητα και μαύρη φτώχεια!


Ο Παύλος και η Παρασκευή από τότε που παντρεύτηκαν, πριν από οχτώ χρόνια, έμεναν σε μια ξύλινη παράγκα του συνοικισμού. Έκαναν τέσσερα παιδιά, τρία κορίτσια κι ένα αγόρι.
Ο Παύλος, ένας άνθρωπος άκακος, που κοίταζε τη δουλειά του και αγαπούσε το σπίτι του, ήταν πλανόδιος μανάβης. Τα χαράματα έζευε το άλογο στη σούστα κι έβγαινε στις γειτονιές για το μεροκάματο. Γυρνούσε το βράδυ κατάκοπος. Η Παρασκευή στο σπίτι με τα παιδιά.
Οι μέρες κυλούσαν ίδιες κι απαράλλαχτες και στερημένες, μέχρι που στην απέναντι παράγκα ήρθαν να κατοικήσουν καινούργιοι γείτονες. Η μάνα, ο πατέρας και ο γιος.
Ο γιος, ο Βαγγέλης ξεχώριζε. Ήταν νέος κι όμορφος. Και η Παρασκευή ήταν νέα κι όμορφη. Ο Βαγγέλης δεν ήταν ο πρίγκιπας του παραμυθιού, εκκενωτής βόθρων ήταν, αλλά κοντά σ’ αυτόν το όνειρό της για μια αλλιώτικη ζωή έπαιρνε σάρκα και οστά. Δεν άργησαν να τα μπλέξουν. Σφοδρός έρωτας!

Λένε ότι ο σύζυγος τα μαθαίνει τελευταίος. Και ο Παύλος τελευταίος τα έμαθε. Πρώτα βούιξε η γειτονιά κι ύστερα κάποιοι γείτονες τον έπιασαν και του είπαν να έχει τον νου του, γιατί πολλά ακούγονται για τη γυναίκα του και τον απέναντι. «Βγαίνουν ραντεβού, όταν φεύγεις, αλλά τον μπάζει και στο σπίτι σας».
Τους πίστεψε και δεν τους πίστεψε. Αποφάσισε να εξακριβώσει τι γίνεται και μια μέρα γύρισε στο σπίτι νωρίς το μεσημέρι. Βρήκε τα τέσσερα παιδιά να κλαίνε έξω από την παράγκα. Πήγε ν’ ανοίξει και η πόρτα ήταν μανταλωμένη.
— Η μαμά είναι μέσα με τον Βαγγέλη, τον αντικρινό, του είπαν.
Άρχισε να χτυπάει με δύναμη. Η πόρτα άνοιξε απότομα και πετάχτηκε ο Βαγγέλης κραδαίνοντας ένα μαχαίρι:
— Μην πειράξεις τη γυναίκα, γιατί θα ’χεις να κάνεις μαζί μου. Σε σκοτώνω και δεν σε πληρώνω! βρυχήθηκε κι έφυγε αγριεμένος.
Ο μανάβης μπήκε στο σπίτι του και πίσω του τα τέσσερα παιδιά. Βρήκε τη γυναίκα του μισόγυμνη στο κρεβάτι.
Δεν δημιούργησε σκηνή, ίσως να μην ύψωσε καν τη φωνή του. Της είπε μονάχα:
— Τι ήταν αυτό που έκανες; Δεν σκέφτηκες τα παιδιά σου; Συμμαζέψου κι άσ’ τους έρωτες.
Η απάντησή της ήταν ότι αυτή τον Βαγγέλη αγαπάει, τελεία και παύλα, κι άμα την παραζορίσει, θα του αφήσει τα ρημάδια του, τα παιδιά, και θα φύγει.

Διαβάστε τη συνέχεια

Έρχεται ο πατέρας!

Η επιστροφή του ψαρά-πατέρα

Ο ψαράς επιστρέφει και η οικογένειά του έχει βγει και τον περιμένει στο ακροθαλάσσι. Η φιγούρα του πατέρα μόλις που ξεχωρίζει μέσα στη βάρκα, όμως η μάνα και τα τρία παιδιά, που κοιτάζουν προς το μέρος του, φανερώνουν ότι αυτός είναι ο πρωταγωνιστής της εικόνας.
Υπάρχει τόση ομορφιά μέσα στο λιτό και γαλήνιο τοπίο της φωτογραφίας, που γίνεται τοπίο της ψυχής!
Η φωτογραφία είναι του Δημήτρη Λέτσιου, του σεμνού και ταλαντούχου Θεσσαλού φωτογράφου της υπαίθρου, που χαρακτηρίστηκε «ζωγράφος της αγροτιάς».

Προς τον κύριον Γεώργιον Δε Ρώσσην ευρισκόμενον εις την Αγγλία

Του πατέρα σου, όταν έλθεις,
δεν θα ιδείς παρά τον τάφο·
είμαι ομπρός του και σου γράφω
μέρα πρώτη του Μαγιού.

Θα σκορπήσουμε το Μάη
πάνω στ’ άκακα τα στήθη,
γιατί απόψε αποκοιμήθη
εις τον ύπνον του Χριστού.

Ήταν ήσυχος κι ακίνητος
ως την ύστερη την ώρα,
καθώς φαίνεται και τώρα
που τον άφησε η ψυχή.

Μόνο μια στιγμή πριν φύγει
τ’ ουρανού κατά τα μέρη,
αργοκίνησε το χέρι,
ίσως για να σ’ ευχηθεί.

Διονύσιος Σολωμός