Μασκαράδες και δικτάτορες

Σας γνωρίσαμε!

Μια Κολομπίνα είναι γυναίκα,
που όταν, βρε παιδιά, μας ερωτεύεται,
φοράει μάσκα πάντα η ζεβζέκα
κι αφού μας παντρευτεί, ξεμασκαρεύεται.
Τουτέστι, το οποίον,
πέφτει το προσωπείον!

Έχει δυο πρόσωπα κι αιώνιο καρναβάλι.
Ποιος τ’ όλπιζε βρε τέτοια ρεζιλίκια;
Δυο πρόσωπα, χωρίς όμως κεφάλι,
που κάνουν διαρκώς μασκαραλίκια!

Όλο το χρόνο είναι ίδια Κολομπίνα,
διαρκώς να μας χορεύει καταλήγει,
αλλά και δίχως να κρατάει σερπαντίνα,
με ψεύτικα λογάκια μας τυλίγει.

Μα τι παραπονιόμαστε και κλαίμε
και γράφουμε τραγούδια και νταλκάδες,
αφού ’μαστε, εδώ όπου τα λέμε,
κι οι άντρες στην αγάπη μασκαράδες.
Ο ΤΖΟΓΕΣ

Έχει και συνέχεια

Το ρολόι της Παλιάς Αγοράς – δώρο του λόρδου αρχαιοκάπηλου

Οι Αέρηδες, το Ωρολόγιο του Κυρρήστου, σε φωτογραφία του 1853. Πίσω από το μνημείο διακρίνεται το Ρολόι της Παλιάς Αγοράς. Το ρολόι –ένας μηχανισμός με τέσσερις έδρες, λονδρέζικης κατασκευής– ήταν το δώρο που μας έστειλε ο Έλγιν το 1814, για να μας γλυκάνει για τις αρχαιότητες που μας βούτηξε.

Ο αρχαιοκάπηλος και οι ο κλεπταποδόχος
Επί μία δεκαετία ο Έλγιν κατάκλεβε θησαυρούς, που έφευγαν μέσα σε μεγάλα κιβώτια για τον Πειραιά κι από κει για το Λονδίνο. Συνολικά έκλεψε 253 γλυπτά μεγάλου μεγέθους, ανυπολόγιστες αρχαιότητες μικρού μεγέθους και μία από τις Καρυάτιδες του Ερεχθείου, προκαλώντας συγχρόνως μεγάλες καταστροφές στα μνημεία.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο «Οψοκομιστής», οι ανήλικοι βιοπαλαιστές, τα αλάνια των δρόμων, οι μάγκες του Ρολογιού και η Σχολή Απόρων Παίδων του «Παρνασσού»

Πριν μιλήσουμε για τον πίνακα με τον τίτλο «Οψοκομιστής», ας ανατρέξουμε στο λεξικό του Δημητράκου, για να δούμε τι σημαίνει η λέξη.
Οψοκομιστής είναι «αχθοφόρος μεταφέρων οψώνια εκ της αγοράς εις τας οικίας». Οψώνιον είναι «η δι’ αγοράς προμήθεια τροφίμων, τα ώνια». Όψον σημαίνει «έδεσμα, τροφή».
Η λέξη οψοκομιστής αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1887. Είναι από τις δύστροπες λέξεις, που τόσο άρεσαν στους καθαρευουσιάνους. Στην «Παλιόγλωσσα» ο Νικόλαος Λάσκαρης αναφέρει τη λέξη γραμματοκομιστής.

Ο πίνακας παρουσιάζει μια εικόνα της αθηναϊκής ζωής στις αρχές του 20ου αιώνα. Ένα εργαζόμενο αγόρι, που προέρχεται από την επαρχία όπως φανερώνουν η φορεσιά του και τα τσαρούχια του, με το ψάθινο ζεμπίλι που μεταφέρει τα ψώνια φορεμένο στην πλάτη, σε κάποια στιγμή ανάπαυλας, έχει καθίσει σ’ ένα κασόνι, σε μια ήσυχη γωνιά κάπου στην αγορά και διαβάζει ένα φθαρμένο βιβλίο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Της αγίας Αικατερίνης σήμερα. Χρόνια πολλά, ρε Κατινάκι!

Η Κατίνα ήταν η επίσημη του Τζογέ. Ο Τζογές ήταν μάγκας και όπως όλοι μάγκες ήταν εχθρός του γάμου, οπότε, παρ’ όλο που ήταν δικός της μέχρι Παναγία, όλα τα χρόνια που δημοσιευόταν η «Στήλη του Τζογέ», την Κατίνα την είχε αστεφάνωτη.

Βραδυνή 1-2-1931 Τζογές

Συνήθως την αποκαλούσε Κατινάκι, κυρίως λόγω μαγκιάς και όχι τρυφερότητας, όπως για παράδειγμα αποκαλούσε και τον φίλο του τον Νίκουρδα, Νικουρδάκι. Τα δώρα που της  κάνει τη μέρα της γιορτής της δείχνουν ότι η ζωή της με τον Τζογέ δεν είναι καθόλου ανέφελη.
Ο Τζογές ήταν δημιούργημα του Σώτου Πετρά και δημοσιευόταν από το 1925 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40 στην εφημερίδα Βραδυνή.

tzoges_vradinis_1926
Εικονογράφηση του Κλεόβουλου Κλώνη, από το βιβλίο «Τζογές», 1926.

Τα δώρα μου
Σήμερα γιορτάζεις. Είναι, ρε Κατίνα μου, μα την αγία Κατήγκω, για μένα η μεγαλύτερη γιορτή στο εμερολόγιο που την αισθάνομαι ψυχικώς και την πονάω. Αφ’ τον καιρό που έμπλεξα μετά σένανε απ’ όλες τις άγιες συμπαθάω τη σήμερον εορτάζουσαν για χατίρι σου κι έχω μοιραίως κάθε μέρα της Αγίας Αικατερίνης. Σήμερις είναι για μένα αργία και φόνων κατάλυσις. Σπάω το κεφάλι μου, ρε εορτάζουσα, τι δώρο να χαρίσω σένα που μου ’χεις χαρίσει το μόνο δώρο εκ Θεού… την ομορφιά σου. Να σου χαρίσω την Αθήνα ολόκληρη, το Παρίσι, την Κενωνία των Εθνώνε, τον Ινδικό Ωκεανό, τι διάλο; Αφ’ τις λίγες οικονομίες που ’χω σου στέρνω σήμερις με τους δυο δωρηφόρους μου, τον Γαλέρα και το Μάριο, τα φτωχά μου δώρα. Φοβού τους μάγκες και δώρα φέροντας.
Άνοιξε το ζεμπιλάκι και θα γδεις περιεχόμενο μια βολά. Διαβάστε τη συνέχεια

Με το τραπέζι στα δόντια

Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2018
Τι ρεβεγιόν και λούσα κάθεσαι και λες; Να ’τανε, λέει, να κατεβαίναμε στην Αχαρνών, στου Τζίμη του χοντρού, να ’τανε ο βλάχος με το μπουζούκι, να το κελάηδαγε η Μαρίκα (όλα εξόν από το «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα», μη μας κάνει την καρδιά αλοή, χρονιάρα μέρα), να σηκωνότανε ο μάγκας να χορέψει, να σήκωνε και το τραπέζι με τα δόντια και να ’φερνε τις βόλτες του. Να ’τανε κι η Γιωργία από μια μεριά και να του βαράγαμε ομού τα παλαμάκια.
Τότενες να σε φιλήσω, αδρεφέ μου, εγκαρδίως και να σου ευχηθώ «Ευτυχές το νέον έτος!»

Πιάσαμε την καλή_Γεωργία Βασιλειάδου.jpg

Η ταβέρνα του Γιαβρούμ στου Ψυρή ήταν η πιο παλιά και μακροβιότερη ταβέρνα που υπήρξε στην Αθήνα

Όσοι αναζητούμε παλιές και ξεχασμένες γωνιές της Αθήνας έχουμε ακουστά την ταβέρνα του Γιαβρούμ, που βρισκόταν στου Ψυρή, στην παράξενη οδό Ωγύγου. Ανατρέχοντας σε παλιές πηγές είχα την τύχη να βρω κάποιες πληροφορίες για τον Γιαβρούμ και την ταβέρνα του. Επιτέλους!
Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Huffington Post στις 26 Νοεμβρίου  2017.


Αν δεν κάτσεις στης ταβέρνας το σκαμνί, δεν ξέρεις πόσες γωνιές έχει ο κόσμος.
Τούρκικη παροιμία

Η παλιά ταβέρνα, που ήταν σχολείο και καταφύγιο, αποθετήριο πόνου και χαράς, εδώ και χρόνια έχει εξαφανιστεί. Εξαφανίστηκε μαζί μ’ έναν ολόκληρο κόσμο για τον οποίο η χρονική ακρίβεια δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας και που η καθημερινότητα δεν είχε ευκολίες, αλλά είχε ήρεμο ρυθμό.
Σήμερα σώζονται κάποιες ταβέρνες που αριθμούν κάμποσες δεκαετίες ζωής, διακρίνονται για την κουζίνα τους, αλλά οι δόξες των παλιών ημερών δύσκολα ανιχνεύονται.
Ταβέρνα σήμαινε βαρέλια, κρασί, τσούγκρισμα, μυρωδιά ρετσινιού, κνίσα, όργανα, μεράκι, συντροφικότητα, τραγούδι. «Στην ταβέρνα μαζί με το τραγούδι άκουγες και την ψυχή», είχε πει κάποιος παλιός μουσικός.

Γελοιογ Πρωία 15-2-1931 1.jpg
Γλέντι με λατέρνα και ντέφι σε παλιά αθηναϊκή ταβέρνα. Στον τοίχο τσότρες και πορτρέτα ηρώων της Επανάστασης, στο βάθος τα βαρέλια, η ψησταριά και η σούβλα με το κοκορέτσι και μπροστά ο μάγκας που χορεύει.

Η Πλάκα και του Ψυρή, οι δύο παλιότερες γειτονιές της Αθήνας, ήταν κρασογειτονιές. Κάθε στενό και ταβέρνα. Εκεί βρίσκονταν οι περισσότερες και παλιότερες ταβέρνες.  Η πιο παλιά βρισκόταν στου Ψυρή. Ήταν η ταβέρνα του Γιαβρούμ. Διαβάστε τη συνέχεια

Τι ρετσίνα κεχριμπάρι, ταβερνιάρη, ταβερνιάρη!

Το κρασί ήταν το νούμερο ένα κριτήριο της παλιάς ταβέρνας. Μερικοί ταβερνιάρηδες είχαν δικά τους αμπέλια και ο κράσος τους ήταν περιζήτητος. Άλλοι φέρνανε ξανθή ρετσίνα από τα Μεσόγεια και το Μενίδι. Το αγνό κρασί ήταν πόλος έλξης δυνατότερος κι από τον νοστιμότερο μεζέ. Οι κρασοπατέρες δεν πήγαιναν στην ταβέρνα για να φάνε, αλλά για να πιούν. Ένα στουμπιστό κρεμμύδι και μερικές θρούμπες ήταν για κείνους το εκλεκτό έδεσμα, που συνόδευε το κατοστάρι, το καρτούτσο, τη μισή. Εννοείται πως το κρασί πινόταν ανέρωτο και όσοι έκοβαν τη ρετσίνα με Σάριζα, περιφρονούνταν ως σαχλέ ολέδες και μπεκρήδες του γλυκού νερού.
Ο κρασοπατέρας συνήθως έπινε βερεσέ και ο ταβερνιάρης έγραφε τα βερεσέδια πάνω σε πλάκα με κιμωλία. Όταν ο κρασοπατέρας εξοφλούσε, ο ταβερνιάρης έσβηνε με το σφουγγάρι το χρέος.
Βρε Λινάρδο, ταβερνιάρη,
γράφ’ τα κάτω απ’ το σφουγγάρι.
λέει κάποιος πότης στον ταβερνιάρη, ζητώντας του, με άλλα λόγια, να μην γράψει το χρέος.

Διαβάστε τη συνέχεια

Σκυλολόι

Σκυλολόι.jpg
Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη.

 

Σκυλολόι ήταν «όλη η συνομοταξία των εν συγκρούσει προς τον Ποινικόν Νόμον ζώντων ατόμων» και «όλοι συλλήβδην οι μάγκες».

Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη.