Η ταβέρνα του Γιαβρούμ στου Ψυρή ήταν η πιο παλιά και μακροβιότερη ταβέρνα που υπήρξε στην Αθήνα

Όσοι αναζητούμε παλιές και ξεχασμένες γωνιές της Αθήνας έχουμε ακουστά την ταβέρνα του Γιαβρούμ, που βρισκόταν στου Ψυρή, στην παράξενη οδό Ωγύγου. Ανατρέχοντας σε παλιές πηγές είχα την τύχη να βρω κάποιες πληροφορίες για τον Γιαβρούμ και την ταβέρνα του. Επιτέλους!
Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Huffington Post στις 26 Νοεμβρίου  2017.


Αν δεν κάτσεις στης ταβέρνας το σκαμνί, δεν ξέρεις πόσες γωνιές έχει ο κόσμος.
Τούρκικη παροιμία

Η παλιά ταβέρνα, που ήταν σχολείο και καταφύγιο, αποθετήριο πόνου και χαράς, εδώ και χρόνια έχει εξαφανιστεί. Εξαφανίστηκε μαζί μ’ έναν ολόκληρο κόσμο για τον οποίο η χρονική ακρίβεια δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας και που η καθημερινότητα δεν είχε ευκολίες, αλλά είχε ήρεμο ρυθμό.
Σήμερα σώζονται κάποιες ταβέρνες που αριθμούν κάμποσες δεκαετίες ζωής, διακρίνονται για την κουζίνα τους, αλλά οι δόξες των παλιών ημερών δύσκολα ανιχνεύονται.
Ταβέρνα σήμαινε βαρέλια, κρασί, τσούγκρισμα, μυρωδιά ρετσινιού, κνίσα, όργανα, μεράκι, συντροφικότητα, τραγούδι. «Στην ταβέρνα μαζί με το τραγούδι άκουγες και την ψυχή», είχε πει κάποιος παλιός μουσικός.

Γελοιογ Πρωία 15-2-1931 1.jpg
Γλέντι με λατέρνα και ντέφι σε παλιά αθηναϊκή ταβέρνα. Στον τοίχο τσότρες και πορτρέτα ηρώων της Επανάστασης, στο βάθος τα βαρέλια, η ψησταριά και η σούβλα με το κοκορέτσι και μπροστά ο μάγκας που χορεύει.

Η Πλάκα και του Ψυρή, οι δύο παλιότερες γειτονιές της Αθήνας, ήταν κρασογειτονιές. Κάθε στενό και ταβέρνα. Εκεί βρίσκονταν οι περισσότερες και παλιότερες ταβέρνες.  Η πιο παλιά βρισκόταν στου Ψυρή. Ήταν η ταβέρνα του Γιαβρούμ. Διαβάστε τη συνέχεια

Advertisements

Η οδός Μέρλιν, ο Σπύρος Μελάς, τα γλυκά και τα πικρά

Στο νούμερο 6 ενός χωματόδρομου της Αθήνας βρισκόταν ένα όμορφο νεοκλασικό, που η κακή του μοίρα θέλησε να γίνει κολαστήριο στον καιρό της Κατοχής. Σ’ αυτόν τον δρόμο, στην οδό Μέρλιν, στο νούμερο 4 υπήρχε προπολεμικά ένα εκλεκτό ζαχαροπλαστείο με εκλεκτούς πελάτες, το «Δεσποτικόν» του Αντώνη Ακζιώτη. Εκείνη την εποχή, στο κομψό Κολωνάκι, η οδός Πατριάρχου Ιωακείμ ήταν χωματόδρομος και από την οδό Πινδάρου ψηλά ο βοσκός και τα προβατάκια του αγνάντευαν την Αθήνα που μεγάλωνε.

Μετά τον πόλεμο σε μερικά κολωνακιώτικα σπίτια άκουγες κακαρίσματα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έβαζαν κότες στις ταράτσες και στις αυλές, για να παίρνουν τα δυναμωτικά αυγά τους. Διαβάστε τη συνέχεια

Ο Μεβλεβί χανές της Θεσσαλονίκης-ο τεκές των περιστρεφόμενων δερβίσηδων

Στην παλιά Θεσσαλονίκη υπήρχαν τουλάχιστον τριάντα τεκέδες. Κάθε συνοικία είχε τον τεκέ της. Αναμεσά τους ο πανέμορφος Μεβλεβί χανές, ο τεκές Καντίρ Μπαμπά, ο Φετιγιέ, ο Ικί Λουλέ Περσεμπέ, ο Σαατλί, ο Παζάρ, ο Γκιούλμπαμπα κι ένας τεκές ωρυόμενων δερβίσηδων. Δεν σώζεται κανένας. Όμως, για τον Μεβλεβί χανέ έχουμε κάποιες πληροφορίες και μερικές απεικονίσεις.

Σημειωτέον ότι οι τεκέδες ήταν θρησκευτικοί χώροι, αντίστοιχοι με τα χριστιανικά μοναστήρια. Τα διάφορα τάγματα δερβίσηδων είχαν τους δικούς τους τεκέδες, που ήταν άσυλα ανεξάρτητα από το κράτος. Οι δερβίσηδες –οι μοναχοί, ας πούμε– ήταν πνευματικοί άνθρωποι, και ο σεΐχης –ο ηγούμενος– ήταν φωτισμένος άνθρωπος και πνευματικός οδηγός. Όλα τα τάγματα των δερβίσηδων είχαν δογματικές διαφορές από την επίσημη θρησκεία, ωστόσο η επιρροή που είχαν στους πιστούς μουσουλμάνους, οι οποίοι κατέφευγαν εκεί για πνευματική καθοδήγηση και συνδρομή, ήταν τόσο μεγάλη, ώστε η οθωμανική διοίκηση ευνοούσε τη δημιουργία τεκέδων.

Διαβάστε τη συνέχεια

Το παραλιακό τείχος της Θεσσαλονίκης γκρεμίζεται και η πόλη ανασαίνει

Η πρόσφατη ανακάλυψη της φωτογραφίας του παραλιακού τείχους της Θεσσαλονίκης ήταν ένα σημαντικό γεγονός. Ποτέ πριν δεν είχαμε δει αυτήν την εικόνα της εντελώς περίκλειστης πόλης. Υπήρχε βέβαια η υδατογραφία του Σαλάκα, που αποτυπώνει την περιτειχισμένη πόλη το 1852, αλλά δεν είναι το ίδιο.
Στην ομάδα του fb Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης, που είχε την τιμή της ανακάλυψης και πρώτης ανάρτησης από τον Ζαχαρία Σεμερτζίδη, επικρατεί αναβρασμός στην προσπάθεια να αποκρυπτογραφηθεί η φωτογραφία. Η εντυπωσιακή ευκρίνειά της είναι δυνατός σύμμαχος. Αμέσως άρχισαν οι μεγεθύνσεις, οι συγκρίσεις κι έγιναν οι πρώτες εκτιμήσεις.

Παρόλο που πάνω από τη φωτογραφία αναγράφεται Vue de Salonique (άποψη της Θεσσαλονίκης), επειδή πολλές φορές οι λεζάντες των παλιών απεικονίσεων είναι λανθασμένες, εξετάστηκε το θέμα αν πραγματικά πρόκειται για τη Θεσσαλονίκη. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό. Το επιβεβαιώνουν οι όγκοι των βουνών και κάποια σημεία της φωτογραφίας, όπως το κτίριο του πρώτου τελωνείου στο αριστερό άκρο, και οι νοητές ευθείες που συνδέουν τον Λευκό Πύργο με τον μιναρέ του Σογιούκ Σου τζαμιού (Άγιοι Απόστολοι), του Χαμτζά μπέη τζαμιού (Αλκαζάρ) κ.λπ., κ.λπ.
Ο φωτογράφος ανέβηκε στον Λευκό Πύργο με θέα προς τα δυτικά. Για τη λήψη χρησιμοποίησε μικρό τηλεφακό. Το πλάνο αρχίζει περίπου από τη γωνία της Κορομηλά με τη Μορκεντάου.
Το παραλιακό τείχος ήταν θεμελιωμένο σε ασταθές έδαφος κι εκτεθειμένο στα κύματα. Το ύψος του δεν ξεπερνούσε το ύψος των διώροφων κατοικιών. Η φωτογραφία διασώζει την τελευταία εικόνα του τείχους στην ιστορική διαδρομή του· σαθρό ύστερα από καταστροφές, επιδιορθώσεις και αναδιαμορφώσεις πολλών αιώνων. Από τη χρήση των πυροβόλων όπλων και μετά, ελάχιστη ήταν η προσφορά του στην άμυνα της πόλης.

Μπροστά από τα τείχη υπήρχε μια στενή λωρίδα στεριάς. Εκεί πάνω, γύρω από ένα γκρέμισμα του τείχους που υπήρχε στο ύψος της οδού Αγίας Σοφίας, φτιάχτηκαν μικρές ψαροκαλύβες.  Τέτοια παραπήγματα υπήρχαν και προς τη μεριά του λιμανιού.
Κατά μήκος του τείχους υπήρχαν πύργοι και κάμποσες καπουτζίδες. Αυτά τα μικρά ανοίγματα βόλευαν για να κόψει κανείς δρόμο προς στη θάλασσα, αλλιώς έπρεπε να περάσει από την Πύλη του Γιαλού. Η σαθρότητα του τείχους ευνοούσε το άνοιγμα καπουτζίδων. Άλλωστε τέτοιες παράνομες πορτούλες υπήρχαν και στα στεριανά τείχη.
Η κατεδάφιση του παραλιακού τείχους ολοκληρώθηκε το 1873, όταν διοικητής της πόλης ήταν ο Μιδάτ πασάς. Αποτέλεσμα; Η κάτω πόλη ανάσανε.

Το παραλιακό τείχος γκρεμίζεται και η πόλη ανασαίνει
Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι έμεναν στο  Μπαΐρι (στην Άνω Πόλη) κι εκεί τα πράγματα ήταν καλά. Άνεση και καθαρός αέρας. Οι χριστιανοί έμεναν πιο κάτω, κατά μήκος του ανατολικού τείχους. Από την Εγνατία και κάτω, στον Κάμπο, έμεναν οι εβραίοι. Οι εβραϊκοί μαχαλάδες βρίσκονταν πίσω από το παραλιακό τείχος. Τα σπίτια ήταν στριμωγμένα, μικρά και χωρίς αυλές.
Ο Ζαν Μπατίστ Σουσιέ, που έμεινε στη Θεσσαλονίκη από το 1733 ως το 1737, εντυπωσιάστηκε από την αθλιότητα στην οποία ζούσαν οι φτωχοί εβραίοι της Κάτω Πόλης. Σπίτια ανοιχτά που έμπαζαν κρύο, αέρα και βροχή απ’ όλες τις μεριές, έλλειψη καθαριότητας και στενότητα χώρου. Ήταν σπίτια πάμφτωχων εργατών, υφαντών και χαμάληδων. Οι δρόμοι ήταν κακοστρωμένοι και βρόμικοι –λάσπη, απόνερα από τα πλυσταριά, βρομόνερα από τα σπίτια, ψοφίμια, σκουπίδια και καβαλίνες. Ρέματα διέσχιζαν τους μαχαλάδες και χύνονταν στη θάλασσα. Στο εμπορικό κέντρο, Καπάνι και Μοδιάνο, μα και αλλού, οι δρόμοι ήταν στενοί και σκεπασμένοι με σανίδες, σκοτεινοί κι ανήλιαγοι όλο τον χρόνο, δροσεροί το καλοκαίρι, χωρίς όμως επαρκή εξαερισμό.
Τέτοιες συνθήκες ευνοούσαν τις συμφορές. Την περίοδο που βρισκόταν ο Σουσιέ στη Θεσσαλονίκη, ξέσπασε επιδημία πανούκλας που θέρισε 7.000 ανθρώπους (χριστιανούς και μουσουλμάνους, αλλά πιο πολλούς εβραίους), σε μια εποχή που ο πληθυσμός της πόλης αριθμούσε 40.000 κατοίκους.
Πριν γκρεμιστεί το παραλιακό τείχος και φυσήξει καθαρός αέρας από τη θάλασσα, όλη η περιοχή πίσω του αποτελούσε μια μεγάλη, μόνιμη και φοβερή εστία μόλυνσης.

Η Θεσσαλονίκη με το παραλιακό τείχος-μια εξαιρετικά σπάνια και ιστορική φωτογραφία

 

Στις 23 Σεπτεμβρίου έγινε γνωστή στην Ελλάδα μια ιστορική φωτογραφία που απεικονίζει τη Θεσσαλονίκη με το παραλιακό τείχος της. Η τιμή της ανακάλυψης ανήκει στον Ζαχαρία Σεμερτζίδη και στην ομάδα του fb Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης.
Η φωτογραφία περιλαμβάνεται στο λεύκωμα με τίτλο «Constantinople», που δημιούργησαν στη δεκαετία του 1860 οι αρμενικής καταγωγής φωτογράφοι αδελφοί Αμπντουλάχ (υπέγραφαν στα γαλλικά Abdullah Fréres και με αραβική γραφή Abdullah Biraderler), επίσημοι φωτογράφοι του σουλτάνου. Το λεύκωμα πιθανόν φτιάχτηκε ύστερα από παραγγελία της οθωμανικής διοίκησης στο πλαίσιο των προσπαθειών της για προβολή της οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη. Παρουσιάστηκε στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού του 1867 και αγοράστηκε από την οικογένεια των Festetics, μελών της ουγγρικής αριστοκρατίας. Σήμερα ανήκει στο Εθνικό Αρχείο της Ουγγαρίας.

Το 1867 είναι η χρονιά που κατεδαφίστηκε το παραθαλάσσιο τείχος της Θεσσαλονίκης.


ΕΔΩ μπορείτε να δείτε φωτογραφίες από το λεύκωμα «Constantinople» από το Εθνικό Αρχείο της Ουγγαρίας και ΕΔΩ περισσότερες φωτογραφίες των αδελφών Αμπντουλάχ.

 

Το σπίτι με τον πυργίσκο στη λεωφόρο Ηρακλείου

Ανεβαίνοντας τη γέφυρα της λεωφόρου Ηρακλείου με κατεύθυνση προς Αθήνα, πριν φτάσουμε στο Δεύτερο Νεκροταφείο, αριστερά ήταν ένα μακρόστενο κτίριο με κεραμοσκεπές, μπαλκόνια και πυργίσκο και μ’ έντονα τα σημάδια της εγκατάλειψης. Δεν ήταν έρημο. Κάποιος ζούσε εκεί. Τα βράδια το ακριανό παράθυρο του δεύτερου ορόφου φωτιζόταν από αμυδρό φως.
Το κτίριο λεγόταν βίλα Ακριβή και το είχε χτίσει ο Ιωάννης Ριζόπουλος, που έδωσε το όνομά του στη γύρω περιοχή. Ο Ριζόπουλος ήρθε στην Αθήνα από την Καρύταινα το 1902, δούλεψε σκληρά για μία εικοσαετία, έκανε περιουσία και κατόπιν έναν πλούσιο γάμο. Για ν’ αξιοποιήσει τα χρήματά του, αγόρασε την περιοχή, τη χώρισε σε οικόπεδα και τα πούλησε με ευκολίες πληρωμής και σημαντικό κέρδος. Έτσι φτιάχτηκε η Ριζούπολη.

Η φωτογραφία είναι από το Radio Aetos

Το 1924 ο Ριζόπουλος έχτισε τη βίλα Ακριβή για οικογενειακή κατοικία. Ο οκταγωνικός πυργίσκος δέσποζε. Δεν γνωρίζουμε αν όλο το στενόμακρο κτίριο χρησίμευε για ιδιωτική κατοικία. Οπωσδήποτε στο ισόγειο υπήρχαν καταστήματα. Μπροστά από το σπίτι περνούσε το θηρίο, μια που ήταν χτισμένο δίπλα στις γραμμές του τρένου.
Με το σεισμό του 1999 χαρακτηρίστηκε ακατάλληλο, εντούτοις δεν είχε εντελώς εγκαταλειφθεί. Το 2001 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνημείων, αλλά η τελική απόφαση του υπουργείου πολιτισμού ήταν αντίθετη. Στις αρχές Νοεμβρίου 2002 η βίλα Ακριβή έγινε μπάζα.

Διαγώνια απέναντι είναι τα απομεινάρια της δισκογραφικής εταιρείας Columbia.

Τιτάνια

Τιτάνια.jpg

Το Τιτάνια, ιδιοκτησία της Κινηματογραφικής Ένωσης, βρισκόταν στον αριθμό 50 της οδού Πανεπιστημίου, δίπλα στο Ρεξ και το Σινεάκ. Ήταν χειμερινός κινηματογράφος 2000 θέσεων με πλατεία και δύο εξώστες. Οι θέσεις της πλατείας ήταν ταπετσαρισμένες με βελούδο, όπως βελούδινη ήταν και η αυλαία του, και οι εξώστες είχαν καθίσματα ντυμένα με μουσαμά. Εγκαινίασε τη λειτουργία του το 1933.


Το 1933 ήταν η χρονιά που η Κινηματογραφική Ένωση είχε φέρει στην Ελλάδα τον Βίλλυ Φριτς. Μεγάλο γεγονός που απασχόλησε τις εφημερίδες και τους Αθηναίους για μέρες. Περισσότερα για την επίσκεψη του Βίλλυ Φριτς μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ στο πρώτο μέρος του άρθρου.


Τιτάνια Πανεπιστημίου.jpg

Ο κινηματογράφος Τιτάνια παίζει την ταινία «Φρύνη». Πρωταγωνιστούσε η Βιργινία Πετιμεζάκη, Μις Ελλάς στα πρώτα μεταπολεμικά καλλιστεία που είχε διοργανώσει η εφημερίδα Έθνος και ο δημοσιογράφος Αχιλλέας Μαμάκης το 1952. Τα οποία καλλιστεία έγιναν στη Μεγάλη Βρετανία μια εβδομάδα μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη και στα οποία η Μαρίκα γνώρισε, ηγάπησε και «κουτούπωσε» (δική της η λέξη) τον μπαμπά της Ντόρας και του Κούλη.


Ο κινηματογράφος Τιτάνια είχε χτιστεί στο οικόπεδο ιδιοκτησίας οικογένειας Μαλάμου όπου προϋπήρχαν τα Ηνωμένα Βουστάσια, το μεγάλο και φημισμένο καφενείο-ζαχαροπλαστείο των αδελφών Γεωργαντά, τόπος συνάντησης των Αθηναίων και πολλών ανθρώπων του πνεύματος, της τέχνης και της δημοσιογραφίας.
Στη θέση του κινηματογράφου, που κατεδαφίστηκε το 1970, χτίστηκε το ξενοδοχείο Τιτάνια, που εγκαινιάστηκε το 1976. Στη διοίκηση του ξενοδοχείου ήταν ο Κωνσταντίνος Μαλάμος, που με τη διαθήκη του ευεργέτησε το Χαμόγελο του Παιδιού. Ο κινηματογράφος ξανάνοιξε το 1981 στη γωνία της Πανεπιστημίου με τη Θεμιστοκλέους 5 και λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Λυκαβηττού και Σκουφά

Λυκαβηττού και Σκουφά, 1932
Οικία Κοσμαδόπουλου, 1932

Λυκαβηττού και Σκουφά, 1932
Σήμερα στη θέση αυτής της μονοκατοικίας, ιδιοκτησίας οικογένειας Κοσμαδόπουλου, έχει ανεγερθεί πολυκατοικία. Από τις όμορφες πολυκατοικίες της Αθήνας με στρογγυλεμένα τα γωνιακά μπαλκόνια, με παράθυρα, με άνετους και καλοφωτισμένους εσωτερικούς χώρους.

Dimitris Kamaras Σκουφά 45 & Λυκαβηττού 19
Photo: Dimitris Kamaras

Οι Κοσμαδόπουλοι ήταν τραπεζίτες. Μετά τη διάλυση των τραπεζών του Βόλου η Τράπεζα Κοσμαδόπουλου συγκέντρωσε όλη την οικονομική ικμάδα του τόπου.

Κοσμαδόπουλος τράπεζα_Ταχυδρόμος Βόλου 22-1-1931
Ταχυδρόμος του Βόλου, Ιανουάριος 1931.

Από τα 118 εκατομμύρια καταθέσεων τα 85 ανήκαν σε Βολιώτες και Πηλιορείτες. Τον Ιανουάριο του 1932 η τράπεζα έκανε στάση πληρωμών και στη συνέχεια κήρυξε πτώχευση. Η δόλια χρεωκοπία της παρέσυρε και τις τράπεζες Λάρισας και Τρικάλων. Χαμός στη Θεσσαλία! Παραμονές της πτώχευσης οι Κοσμαδόπουλοι φρόντισαν να μεταβιβάσουν τις περιουσίες τους στις συζύγους τους. Η κυβέρνηση Βενιζέλου τους διευκόλυνε το κατά δύναμιν.

Το νεοκλασικό του Παρθενώνα και του Αστόρια

Δίπλα στο ξενοδοχείο Απόλλων επί της Αιόλου βρισκόταν ένα νεοκλασικό κτίριο, έργο του Τσίλερ, που έφτανε μέχρι την Πανεπιστημίου. Το όμορφο κτίριο δεν υπάρχει πια. Κατεδαφίστηκε το 1976. Διασώζεται στον πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη.

Ξενοδοχείο Απόλλων_5.jpg

Απέναντι, στην πλευρά που είναι σήμερα το Ταχυδρομείο, βρισκόταν το καφενείο Παρθενών. Ο Παρθενών μέχρι το 1960 διέθετε ναργιλέδες, παρόλο που τα περισσότερα καφενεία τους είχαν καταργήσει. Ήταν σημείο συνάντησης οικοδόμων και εργολάβων. Επειδή το κτίριο θα κατεδαφιζόταν, το 1969 ο Παρθενών μεταφέρθηκε στο ισόγειο του νεοκλασικού που απαθανάτισε ο Τσαρούχης.

Καφενείο Παρθενών πριν από το 1969.jpg
Το καφενείο Παρθενών στην πρώτη του θέση.

Η παρακάτω φωτογραφία του Σκοπελίτη συμπληρώνει την εικόνα του νεοκλασικού που μας δίνει ο πίνακας του Τσαρούχη. Στο ισόγειο του κτιρίου, στη γωνία της Αιόλου με την Πανεπιστημίου, ήταν το καφεζαχαροπλαστείο Αστόρια. Εκεί είχαν καθίσει τα μέλη της ΠΕΑΝ περιμένοντας την έκβαση του μεγάλου σαμποτάζ της 20ης Σεπτεμβρίου 1942, που ανατίναξε τα γραφεία της ΕΣΠΟ.

Αιόλου και Πανεπιστημίου.jpg
Από Πανεπιστημίου με θέα την πλατεία Ομονοίας. Αριστερά το Αστόρια.

Το σπίτι του Κανάρη στην Κυψέλη

«Στην οδό Κυψέλης ήταν πασίγνωστο το σπίτι του Κανάρη, το απλό και με την ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική του. Μια μαρμάρινη επιγραφή διαιώνιζε στην πρόσοψή του τη μνήμη του θανάτου του πυρπολητού στα 1877».

Σ’ αυτό το σπίτι έζησε ο Κανάρης από το 1853 μέχρι τον θάνατό του. Το σπίτι και το μεγάλο κτήμα που το περιέβαλλε κληρονόμησε η εγγονή του και δόθηκε ως προίκα στον σύζυγό της δικηγόρο Μπαλτή. Από την οικογένεια Μπαλτή δόθηκε ως προίκα στην ψυχοκόρη τους που παντρεύτηκε τον υδραυλικό Μαούτσο.
Συνέχεια…