Αρσενικό και παστή σαρδέλα – ο σύζυγος μαζί με τις δύο ερωμένες του έβγαλε από τη μέση τη σύζυγό του

Ο Ντίνος, γεωργός στο επάγγελμα, ζούσε σ’ ένα χωριό κοντά στη Σπάρτη. Είχε σχέσεις με τη Γεωργία, αλλά ξενοκοίταζε κιόλας. Τον ήξεραν στο χωριό· ήταν ο χαρακτήρας του τέτοιος. Η Γεωργία ήταν χήρα, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή του κι είχε και κόρη της παντρειάς.

Ο Ντίνος

Κάποτε αποφάσισε κι αυτός να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Βρήκε την Ελένη, που ήταν νέα και όμορφη, έστειλε προξενήτρα και τη ζήτησε. Είπε στους δικούς της ότι είχε περιουσία, κτήματα από τον πατέρα του. Φούμαρα! Τίποτα δεν είχε. Πάντως την Ελένη του την έδωσαν κι ο γάμος έγινε.

Η Ελένη

Της Γεωργίας της κακοφάνηκε πολύ και την φαρμάκωνε η ζήλια. «Θα τηνε φάει το φίδι», είπε για τη νύφη τη μέρα του γάμου. Όχι ότι υπήρχε ποτέ περίπτωση να την παντρευτεί ο Ντίνος, αλλά είχε κάνει κι αυτή τα σχέδιά της. Και να τώρα που της τον έπαιρνε μια άλλη. Τη μισούσε και κάθε μέρα που περνούσε το μίσος της φούντωνε πιο πολύ.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η Καλοερίνα

Οι θειάδες και οι μπαρμπάδες από το σόι του πατέρα μου έδιναν σ’ εμάς τους μικρότερους την ευχή να πάρουμε τα χρόνια της προγιαγιάς μας της Καλοερίνας, που πέθανε 105 χρονών, και μέχρι τα τελευταία της ήταν αεικίνητη, είχε όλα της τα δόντια γερά και το μυαλό ξυράφι.
Η προγιαγιά ήταν κάτι σαν θρύλος για μας που δεν την είχαμε γνωρίσει. Ούτε φωτογραφία της υπήρχε για να δούμε, μπορούσαμε, όμως, να τη φανταστούμε. Κάτω απ’ το Αλογοβούνι, στο χωριό της Καλοερίνας, όπως και στα περισσότερα χωριά της ηπειρωτικής Ελλάδας, όλες οι ηλικιωμένες γυναίκες έμοιαζαν λίγο πολύ –λιγνές, με πρόσωπα σκαμμένα, χέρια ταλαιπωρημένα, μαυροντυμένες και με τα μαλλιά πλεγμένα κοτσίδες κάτω απ’ το τσεμπέρι– σαν την Ηπειρώτισσα στη φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα.
Δεν ρώτησα ποτέ από τι πέθανε, γιατί προεξοφλούσα ότι πήγε από γεράματα. Μια φορά όμως το ’φερε η κουβέντα κι έμαθα αυτό το θαυμαστό:
— Και ξέρεις από τι πήγε; Βγήκε μια μέρα να κυνηγήσει το άλογο κι έπεσε. Έτσι έφυγε η Καλοερίνα!
Εκατόν πέντε χρονών και όχι απλώς βγήκε για το άλογο, βγήκε να το κυνηγήσει κιόλας. Τι να πεις;

Η Καμπουρίτσα

Στα Πευκάκια έχουν συμβεί διάφορες ιστορίες. Η πιο γνωστή είναι το επεισόδιο με τον Νίκολσον και τον νταή χωροφύλακα, που πληρώσαμε με εθνικό διασυρμό. Η ιστορία της Καμπουρίτσας είναι άγνωστη. Για να το πω πιο σωστά, δεν υπάρχει καν ιστορία. Μονάχα μια κοπέλα χωρίς όνομα, με το παρανόμι Καμπουρίτσα, κι ένα χρονογράφημα που έγραψε ο Στρατής Μυριβήλης το 1937. Ιδού το!


Η Καμπουρίτσα. Έτσι την έλεγεν όλη η γειτονιά. Ανέβαινε με πολύ αργά βήματα την ανηφοριά της οδού Σίνα και εχώνετο μέσα σε κάποιο από τα φτωχόσπιτα, στα οποία καταλήγει ο δρομάκος Λέοντος Σγουρού. Μέσα σ’ εκείνα τα παλιόσπιτα θερίζει τη φτωχολογιά το χτικιό. Και είναι στα κράσπεδα του πευκώνος του Λυκαβηττού. Εκεί κάπου χωνότανε η Καμπουρίτσα, σε μία από τις αυλές που αδειάζουνε στον δρόμο τα μπουγαδόνερα των αρρώστων και αρδεύονται οι τριγυρινοί δρόμοι όπου ανεβοκατεβαίνουν και παίζουν τα παιδάκια τεσσάρων μεγάλων σχολείων με 500 παιδιά κι απάνω το καθένα.
Μα το Ε’ τμήμα, όπου υπάγεται ο δρομάκος, είναι πολύ μακριά. Στο τέρμα της οδού Ιπποκράτους. Έτσι κανένας αστυφύλακας δεν τον τιμά δια της παρουσίας του. Διαβάστε τη συνέχεια

Άξια χέρια

Πόση τέχνη και ομορφιά στα ρούχα αυτής της Λευκαδίτισσας –ηλικιωμένης, όπως δείχνουν τα σημάδια του χρόνου στο χέρι της. Το λεπτό μαντίλι με τη δαντέλα γύρω-γύρω, η μπέρτα πλεγμένη με βελονάκι κι από κάτω η ζακέτα πλεγμένη με βελόνες, όλα φτιαγμένα από τα δικά της άξια χέρια.

Η φωτογραφία αναρτήθηκε στην ομάδα του fb KONTARENA – LEFKADA – GREECE / ΚΟΝΤΑΡΑΙΝΑ – ΛΕΥΚΑΔΑ – ΕΛΛΑΔΑ

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα – μεταμφιέστηκε σε αγόρι για να βρει δουλειά και δημιούργησε ερωτικές σχέσεις με γυναίκες για να μην την υποψιαστούν

Χειμώνας του 1939. Στις πέντε τα ξημερώματα ένας νεαρός ποδηλάτης, μ’ ένα καλάθι με κούμαρα δεμένο στο ποδήλατο, πήγαινε αντικανονικά στην οδό Σικελιανού στους Αμπελόκηπους. Ένας αστυφύλακας τον σταμάτησε για να του κάνει έλεγχο. Ο ποδηλάτης δεν είχε άδεια, ο αστυφύλακας υποψιάστηκε ότι το ποδήλατο ήταν κλεμμένο και τον συνέλαβε. Νεαρός, ποδήλατο και κούμαρα βρέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Αμπελοκήπων.
— Είσαι ο και λέγεσαι.
— Θρασύβουλος Ανδριανόπουλος.

Ο νεαρός ποδηλάτης

Ο ενωμοτάρχης διέταξε την κράτησή του, γιατί ένα ποδήλατο είχε κάνει φτερά από τους Ποδαράδες και μάλλον ήταν αυτό με τα κούμαρα. Ο Θρασύβουλος κλείστηκε στο κρατητήριο. Το πρωί διατάχθηκε έρευνα στην κάμαρα που νοίκιαζε, Ηπείρου και Φυλής, μήπως βρεθούν και άλλα κλοπιμαία. Βρέθηκε μια βαλίτσα με γυναικεία ρούχα.
Άρχισε η ανάκριση.
— Τα ’κλεψες.
— Όχι.
— Βρε, τα ’κλεψες και λέγε από πού.
— Δεν τα ’κλεψα. Ορκίζομαι στα κόκαλα του πατέρα μου και της μάνας μου.
— Και πού τα βρήκες;
— Δικά μου είναι.
— Ποιον κοροϊδεύεις, ρε;
Στο σημείο αυτό ο Θρασύβουλος έφαγε μερικές σφαλιάρες, μέχρι που έβαλε τα κλάματα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του τόσο όσο…
— Δεν είμαι αγόρι. Κορίτσι είμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια

Τον καιρό που οι γυναίκες δεν φορούσαν «αντρικά» και το παντελόνι αποτελούσε προσβολή της δημοσίας αιδούς

Όταν η Ρένα έφυγε από το σπίτι του πλούσιου θείου της, όπου της φέρονταν άσχημα και τη μεταχειρίζονταν σαν υπηρέτρια, αναγκάστηκε να δουλέψει. Έψαχνε για μέρες στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων, αλλά μάταια. Άλλοτε τη θέση την είχε πάρει κάποια άλλη και άλλοτε ο εργοδότης είχε πονηρούς σκοπούς. Στην αγωνία της, της ήρθε η ιδέα να φορέσει κουστούμι και ν’ αναζητήσει δουλειά ως άντρας. Έκοψε τα μαλλιά της, συστήθηκε ως Περικλής και προλήφθηκε σαν βοηθός σοφέρ σε κάποιο πλούσιο σπίτι.

Τα τέσσερα σκαλοπάτια

Αυτά συνέβαιναν στα Τέσσερα σκαλοπάτια, μια από τις αγαπημένες ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που γυρίστηκε το 1950. 

Για πολλές δεκαετίες το παντελόνι ήταν αποκλειστικά αντρικό ρούχο και σημάδι ανδρισμού. Η φράση «εγώ φοράω παντελόνια», σήμαινε ότι αυτός που την έλεγε διέθετε εντιμότητα και ο λόγος του ήταν συμβόλαιο. Καααλά!

μόδα πλαζ 1932.jpg
1932

Εντυπωσιακές εικόνες, όπως η παραπάνω γαλλική, αναδημοσιεύονταν μεν στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά δεν είχαν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Γυναίκα με κοντά μαλλιά, τσιγάρο και παντελόνι μπορεί στη Γαλλία να θεωρούταν κομψή, αλλά στην Ελλάδα ήταν εξώλης και προώλης. Άσε που οι Έλληνες στις παραλίες εμφάνιζαν εικόνα προσφυγιάς με τις καλαθούνες, τις συμπεθέρες, τα πιτσιρίκια, τον πάτερ-φαμίλια, τα λουτρόπανα, τις ρόμπες και τα κεφτεδάκια. Διαβάστε τη συνέχεια

Η κυρά της Ρω

Κυρα της Ρω
Δέσποινα Αχλαδιώτη 1890 – 13 Μαΐου 1982

Ζούσε στη Ρω, μια βραχονησίδα του ακριτικού Καστελόριζου, μια ανάσα μακριά από τα τουρκικά παράλια. Έμενε εκεί ολομόναχη και από το 1943 ίσαμε τον θάνατό της, το 1982, ύψωνε την ελληνική σημαία με την ανατολή του ήλιου και την υπέστελλε τη δύση. Κάθε μέρα, κάθε μέρα… επί τριάντα εννέα χρόνια.
Η μοναδική αυτή γυναίκα αναπαύεται στον βράχο του Αιγαίου που διαλάλησε την ελληνικότητά του, δίπλα στον ιστό, κάτω από τον ίσκιο της ελληνικής σημαίας.
Δέσποινα Αχλαδιώτη, η κυρά της Ρω.

Η εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού

 

Χρόνια πολλά, μαντάμ Σουσού!

MadamSousou_Prosthiki.indd

Χρειάζονται συστάσεις για τη μαντάμ Σουσού; Περιττό, γιατί η μαντάμ Σουσού είναι πασίγνωστη. Αλλά κι αν χρειάζονται, εκείνη ξέρει να τις κάνει με τον δικό της μοναδικό τρόπο:
— Μαντάμ Σουσού. Σνομπαρία.

Η μαντάμ Σουσού είναι μια ηρωίδα φαινόμενο. Όχι μόνο διατηρεί τη φρεσκάδα της σε πείσμα του χρόνου, αλλά η επικαιρότητά της συνεχώς ανανεώνει το κοινό που την αγαπά.
Τρεις γενιές θαυμαστών δεν είναι μικρό πράγμα, ακόμα και για την ακατάδεχτη μαντάμ Σουσού.
Τον Απρίλη έχει τα γενέθλιά της. Φέτος γίνεται ογδόντα ενός χρόνων!

Η μαντάμ Σουσού γεννήθηκε στις σελίδες του δημοφιλούς περιοδικού Θησαυρός, από την πένα του Δημήτρη Ψαθά, τον Απρίλη του 1938. Αγαπήθηκε αμέσως. Λένε πως ο Ψαθάς εμπνεύστηκε την ηρωίδα του από τη φαντασμένη σύζυγο ενός γνωστού του δημοσιογράφου. Για δύο χρόνια ο «Βίος και πολιτεία της Μαντάμ Σουσούς» κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον και το κέφι των αναγνωστών του Θησαυρού. Τον Οκτώβρη του 1940 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Μαντάμ Σουσού, η πυργοδέσποινα του Βούθουλα», από τις εκδόσεις Κασταλία. Εξώφυλλο και εικονογράφηση του Φωκίωνα Δημητριάδη. Η κήρυξη του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου δεν εμπόδισε την προέλαση της αγέρωχης μαντάμ Σουσούς. Η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε σ’ ένα μήνα.
Αμέσως έγινε μούσα. Ο Κώστας Μάνεσης και ο Κρέοντας Ρηγόπουλος έγραψαν τους στίχους και ο Λεό Ραπίτης τη μουσική του τραγουδιού «Μαντάμ Σουσού», που το ερμήνευσε ο Νίκος Γούναρης μαζί με τον Ρένο Τάλμα και τον Μπέμπη Βουγά και έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία. Αυτά δεν ήταν παρά μόνον η αρχή.
Από το περιοδικό στο βιβλίο, από το βιβλίο στην επιθεώρηση, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση· η επιτυχία ακολουθεί τη θρυλική μαντάμ Σουσού σε κάθε της βήμα εδώ και ογδόντα χρόνια.

«Βούρλα» στην ΕΡΤ2

Περιμένουμε με πολύ ενδιαφέρον την Κυριακή 31 Μαρτίου, 19.00, που θα προβληθεί από την ΕΡΤ2 το πρώτο επεισόδιο του τέταρτου κύκλου της σειράς ΣΤΕΚΙΑ με θέμα τα Βούρλα, το τεράστιο μπορντέλο στη Δραπετσώνα, που έφτιαξε ο δήμος του Πειραιά και λειτούργησε εξήντα χρόνια. Αγαπητικοί, πελάτες, ρεμπέτες, ουσίες, τεκέδες, νοικοκυραίοι, χωροφύλακες, πολιτικά παιχνίδια και γυναίκες χωρίς όνομα και χωρίς μέλλον. Για όλα αυτά και άλλα θα μιλήσουν ερευνητές του θέματος και ανάμεσά τους κι εγώ, με την ιδιότητα της συγγραφέα του βιβλίου «Κάτι να μείνει από μένα – Πόρνες στα Βούρλα».
Μην το χάσετε!

Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα

Μαρίκα Νίνου Τι σήμερα τι αύριο
Δίφυλλο με τραγούδια του Τσιτσάνη, από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου Ρεμπέτικα Τραγούδια.

Η Μαρίκα Νίνου έφυγε από το κέντρο Φλώριδα όπου εμφανιζόταν με τον Στελάκη Περιπινιάδη και πήγε στου Τζίμη του Χοντρού, που της πρόσφερε μεγαλύτερο μεροκάματο. Οι 25 δραχμές του Φλώριδα, έγιναν 90 στου Τζίμη του Χοντρού. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι γνώρισε τον Τσιτσάνη. Αμέσως ξεκίνησε η συνεργασία τους που γνώρισε τεράστια επιτυχία. Το ένα τραγούδι διαδεχόταν το άλλο και το ένα ήταν καλύτερο από τ’ άλλο. Διαβάστε τη συνέχεια