Η ανεπανάληπτη Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου

Στο άρθρο για τα «αντρικά», είχα υποσχεθεί φωτογραφία της Αγγέλας Λυκιαρδοπούλου στη χαρακτηριστική και πρωτοποριακή για την εποχή εμφάνισή της με σμόκιν.
Ιδού η ανεπανάληπτη Αγγέλα και λίγα λόγια για τη ζωή της.

Η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου ήταν η πρώτη Ελληνίδα καλλιτέχνιδα που εμφανίστηκε επί σκηνής φορώντας σμόκιν. (Φωτογραφία από το αρχείο του Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου).

Συνεχίστε! Έχει κι άλλο…

Πάμε, κοπέλες!

Θυμάμαι αμυδρά τη θεία Μιμίκα, που όταν έμπαινες στο σπίτι της, έκανες ταξίδι στον χρόνο. Σκαλιστά έπιπλα, βαριά βελούδα, περίτεχνες δαντέλες, πιάνο με κηροπήγια δεξιά και αριστερά από το αναλόγιο. Το γένος Μαλακάση, αρχοντική, σεβάσμια, χαμογελαστή, τυλιγμένη στην αχλή ενός κόσμου που δεν θα γνώριζα ποτέ, η θεία Μιμίκα δεν ήταν άνθρωπος, ήταν έμβλημα.
Ο φωτογράφος Νικόλαος Τομπάζης είχε στην οικογένειά του όχι ένα, ούτε δύο, αλλά πέντε τέτοια… εμβλήματα και κάποια μέρα του 1948, φωτογράφισε τις θείες του στο Ψυχικό.


Ευχαριστώ τον συλλέκτη Δημήτρη Παπαγεωργόπουλο για τη φωτογραφία.

Οι μαντινάδες και το βιτριόλι

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθούμε τις εξελίξεις του δράματος της κοπέλας, που κάποια μαυροντυμένη γυναίκα, με μάσκα, την παραμόνεψε και της έριξε στο πρόσωπο βιτριόλι. Δώδεκα χρόνια πριν, το 2008, η Κωνσταντίνα Κούνεβα, λόγω της συνδικαλιστικής δράσης της, έπεφτε θύμα επίθεσης με βιτριόλι από άγνωστους, οι οποίοι δεν έχουν συλληφθεί ακόμα.
Στις εφημερίδες παλιότερων δεκαετιών βρίσκουμε αρκετές ειδήσεις επίθεσης με βιτριόλι. Οι συνηθέστερες ήταν από γυναίκες που εκδικούνταν τον άπιστο εραστή ή τον βάναυσο σύζυγο, όπως στην περίπτωση της Σωτηρίας Μπέλου. Οι επιθέσεις από γυναίκα σε γυναίκα ή από άντρα σε γυναίκα ήταν σπανιότερες.

Τον Οκτώβριο του 1939 οι εφημερίδες έγραψαν για την άγρια εκδίκηση μιας εγκαταλειφθείσης, που έριξε βιτριόλι στον εγκαταλείψαντα. Αποκαλύφθηκε όμως ότι η υπόθεση είχε και άλλες πτυχές, αφού η κοπέλα, με εγκαύματα στο πρόσωπο, υπέβαλλε μήνυση εναντίον του φίλου της, επειδή της έριξε βιτριόλι, αφού πρώτα την ξυλοκόπησε. Η κίνηση που έκανε για να προστατευτεί, όταν τον είδε να βγάζει το μπουκάλι με το οξύ, είχε σαν αποτέλεσμα το περισσότερο από το καυστικό υγρό να πέσει επάνω του.

Επίθεση από άντρα σε άντρα νομίζω ότι έχει καταγραφεί την τελευταία εικοσαετία και οι λόγοι δεν ήταν ερωτικοί.


Οι μαντινάδες και το βιτριόλι
Σ’ ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο, δύο νέοι, η Αναστασία και ο Ηρακλής, ερωτεύτηκαν και τα έφτιαξαν. Αφού ολοκλήρωσαν τις σχέσεις τους, εκείνος δεν έδειχνε καμία διάθεση να πραγματοποιήσει τον γάμο που της είχε υποσχεθεί και στο τέλος την παράτησε. Η Αναστασία υπέβαλλε μήνυση εναντίον του, «την διέφθειρε και την εγκατέλειψε». Το Πλημμελειοδικείο Χανίων καταδίκασε τον Ηρακλή σε επτάμηνη φυλάκιση. Όταν αποφυλακίστηκε και γύρισε στο χωριό, για να εκδικηθεί την Αναστασία, την πείραζε συνεχώς. Σκάρωνε πειραχτικές μαντινάδες, που τις τραγουδούσε περνώντας προκλητικά έξω από το σπίτι της και στις μαζώξεις με τους φίλους του.
Σε κάποια γιορτή, που ήταν μαζεμένο όλο το χωριό και χόρευε και γλεντούσε, ο Ηρακλής με τη λύρα του τραγούδησε μπροστά σε όλους:

«Της Μαρωνιάς ο ποταμός,
βρέχει δε βρέχει, τρέχει,
ήκαμα εγώ το κέφι μου
κι ας σε χαρεί που σ’ έχει».

Διαβάστε τη συνέχεια

Αρσενικό και παστή σαρδέλα – ο σύζυγος μαζί με τις δύο ερωμένες του έβγαλε από τη μέση τη σύζυγό του

Ο Ντίνος, γεωργός στο επάγγελμα, ζούσε σ’ ένα χωριό κοντά στη Σπάρτη. Είχε σχέσεις με τη Γεωργία, αλλά ξενοκοίταζε κιόλας. Τον ήξεραν στο χωριό· ήταν ο χαρακτήρας του τέτοιος. Η Γεωργία ήταν χήρα, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή του κι είχε και κόρη της παντρειάς.

Ο Ντίνος

Κάποτε αποφάσισε κι αυτός να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Βρήκε την Ελένη, που ήταν νέα και όμορφη, έστειλε προξενήτρα και τη ζήτησε. Είπε στους δικούς της ότι είχε περιουσία, κτήματα από τον πατέρα του. Φούμαρα! Τίποτα δεν είχε. Πάντως την Ελένη του την έδωσαν κι ο γάμος έγινε.

Η Ελένη

Της Γεωργίας της κακοφάνηκε πολύ και την φαρμάκωνε η ζήλια. «Θα τηνε φάει το φίδι», είπε για τη νύφη τη μέρα του γάμου. Όχι ότι υπήρχε ποτέ περίπτωση να την παντρευτεί ο Ντίνος, αλλά είχε κάνει κι αυτή τα σχέδιά της. Και να τώρα που της τον έπαιρνε μια άλλη. Τη μισούσε και κάθε μέρα που περνούσε το μίσος της φούντωνε πιο πολύ.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η Καλοερίνα

Οι θειάδες και οι μπαρμπάδες από το σόι του πατέρα μου έδιναν σ’ εμάς τους μικρότερους την ευχή να πάρουμε τα χρόνια της προγιαγιάς μας της Καλοερίνας, που πέθανε 105 χρονών, και μέχρι τα τελευταία της ήταν αεικίνητη, είχε όλα της τα δόντια γερά και το μυαλό ξυράφι.
Η προγιαγιά ήταν κάτι σαν θρύλος για μας που δεν την είχαμε γνωρίσει. Ούτε φωτογραφία της υπήρχε για να δούμε, μπορούσαμε, όμως, να τη φανταστούμε. Κάτω απ’ το Αλογοβούνι, στο χωριό της Καλοερίνας, όπως και στα περισσότερα χωριά της ηπειρωτικής Ελλάδας, όλες οι ηλικιωμένες γυναίκες έμοιαζαν λίγο πολύ –λιγνές, με πρόσωπα σκαμμένα, χέρια ταλαιπωρημένα, μαυροντυμένες και με τα μαλλιά πλεγμένα κοτσίδες κάτω απ’ το τσεμπέρι– σαν την Ηπειρώτισσα στη φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα.
Δεν ρώτησα ποτέ από τι πέθανε, γιατί προεξοφλούσα ότι πήγε από γεράματα. Μια φορά όμως το ’φερε η κουβέντα κι έμαθα αυτό το θαυμαστό:
— Και ξέρεις από τι πήγε; Βγήκε μια μέρα να κυνηγήσει το άλογο κι έπεσε. Έτσι έφυγε η Καλοερίνα!
Εκατόν πέντε χρονών και όχι απλώς βγήκε για το άλογο, βγήκε να το κυνηγήσει κιόλας. Τι να πεις;

Η Καμπουρίτσα

Στα Πευκάκια έχουν συμβεί διάφορες ιστορίες. Η πιο γνωστή είναι το επεισόδιο με τον Νίκολσον και τον νταή χωροφύλακα, που πληρώσαμε με εθνικό διασυρμό. Η ιστορία της Καμπουρίτσας είναι άγνωστη. Για να το πω πιο σωστά, δεν υπάρχει καν ιστορία. Μονάχα μια κοπέλα χωρίς όνομα, με το παρανόμι Καμπουρίτσα, κι ένα χρονογράφημα που έγραψε ο Στρατής Μυριβήλης το 1937. Ιδού το!


Η Καμπουρίτσα. Έτσι την έλεγεν όλη η γειτονιά. Ανέβαινε με πολύ αργά βήματα την ανηφοριά της οδού Σίνα και εχώνετο μέσα σε κάποιο από τα φτωχόσπιτα, στα οποία καταλήγει ο δρομάκος Λέοντος Σγουρού. Μέσα σ’ εκείνα τα παλιόσπιτα θερίζει τη φτωχολογιά το χτικιό. Και είναι στα κράσπεδα του πευκώνος του Λυκαβηττού. Εκεί κάπου χωνότανε η Καμπουρίτσα, σε μία από τις αυλές που αδειάζουνε στον δρόμο τα μπουγαδόνερα των αρρώστων και αρδεύονται οι τριγυρινοί δρόμοι όπου ανεβοκατεβαίνουν και παίζουν τα παιδάκια τεσσάρων μεγάλων σχολείων με 500 παιδιά κι απάνω το καθένα.
Μα το Ε’ τμήμα, όπου υπάγεται ο δρομάκος, είναι πολύ μακριά. Στο τέρμα της οδού Ιπποκράτους. Έτσι κανένας αστυφύλακας δεν τον τιμά δια της παρουσίας του. Διαβάστε τη συνέχεια

Άξια χέρια

Πόση τέχνη και ομορφιά στα ρούχα αυτής της Λευκαδίτισσας –ηλικιωμένης, όπως δείχνουν τα σημάδια του χρόνου στο χέρι της. Το λεπτό μαντίλι με τη δαντέλα γύρω-γύρω, η μπέρτα πλεγμένη με βελονάκι κι από κάτω η ζακέτα πλεγμένη με βελόνες, όλα φτιαγμένα από τα δικά της άξια χέρια.

Η φωτογραφία αναρτήθηκε στην ομάδα του fb KONTARENA – LEFKADA – GREECE / ΚΟΝΤΑΡΑΙΝΑ – ΛΕΥΚΑΔΑ – ΕΛΛΑΔΑ

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα – μεταμφιέστηκε σε αγόρι για να βρει δουλειά και δημιούργησε ερωτικές σχέσεις με γυναίκες για να μην την υποψιαστούν

Χειμώνας του 1939. Στις πέντε τα ξημερώματα ένας νεαρός ποδηλάτης, μ’ ένα καλάθι με κούμαρα δεμένο στο ποδήλατο, πήγαινε αντικανονικά στην οδό Σικελιανού στους Αμπελόκηπους. Ένας αστυφύλακας τον σταμάτησε για να του κάνει έλεγχο. Ο ποδηλάτης δεν είχε άδεια, ο αστυφύλακας υποψιάστηκε ότι το ποδήλατο ήταν κλεμμένο και τον συνέλαβε. Νεαρός, ποδήλατο και κούμαρα βρέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Αμπελοκήπων.
— Είσαι ο και λέγεσαι.
— Θρασύβουλος Ανδριανόπουλος.

Ο νεαρός ποδηλάτης

Ο ενωμοτάρχης διέταξε την κράτησή του, γιατί ένα ποδήλατο είχε κάνει φτερά από τους Ποδαράδες και μάλλον ήταν αυτό με τα κούμαρα. Ο Θρασύβουλος κλείστηκε στο κρατητήριο. Το πρωί διατάχθηκε έρευνα στην κάμαρα που νοίκιαζε, Ηπείρου και Φυλής, μήπως βρεθούν και άλλα κλοπιμαία. Βρέθηκε μια βαλίτσα με γυναικεία ρούχα.
Άρχισε η ανάκριση.
— Τα ’κλεψες.
— Όχι.
— Βρε, τα ’κλεψες και λέγε από πού.
— Δεν τα ’κλεψα. Ορκίζομαι στα κόκαλα του πατέρα μου και της μάνας μου.
— Και πού τα βρήκες;
— Δικά μου είναι.
— Ποιον κοροϊδεύεις, ρε;
Στο σημείο αυτό ο Θρασύβουλος έφαγε μερικές σφαλιάρες, μέχρι που έβαλε τα κλάματα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του τόσο όσο…
— Δεν είμαι αγόρι. Κορίτσι είμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια

Τον καιρό που οι γυναίκες δεν φορούσαν «αντρικά» και το παντελόνι αποτελούσε προσβολή της δημοσίας αιδούς

Όταν η Ρένα έφυγε από το σπίτι του πλούσιου θείου της, όπου της φέρονταν άσχημα και τη μεταχειρίζονταν σαν υπηρέτρια, αναγκάστηκε να δουλέψει. Έψαχνε για μέρες στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων, αλλά μάταια. Άλλοτε τη θέση την είχε πάρει κάποια άλλη και άλλοτε ο εργοδότης είχε πονηρούς σκοπούς. Στην αγωνία της, της ήρθε η ιδέα να φορέσει κουστούμι και ν’ αναζητήσει δουλειά ως άντρας. Έκοψε τα μαλλιά της, συστήθηκε ως Περικλής και προλήφθηκε σαν βοηθός σοφέρ σε κάποιο πλούσιο σπίτι.
Αυτά συνέβαιναν στα Τέσσερα σκαλοπάτια, μια από τις αγαπημένες ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που γυρίστηκε το 1950. 

Τα τέσσερα σκαλοπάτια

Η Ζινέτ Λακάζ με κοντό μαλλί και «αντρικά» στην ταινία «Τα τέσσερα σκαλοπάτια».

Για πολλές δεκαετίες το παντελόνι ήταν αποκλειστικά αντρικό ρούχο και σημάδι ανδρισμού. Η φράση «εγώ φοράω παντελόνια», σήμαινε ότι αυτός που την έλεγε διέθετε εντιμότητα και ο λόγος του ήταν συμβόλαιο. Καααλά!

μόδα πλαζ 1932.jpg

1932

Εντυπωσιακές εικόνες, όπως η παραπάνω γαλλική, αναδημοσιεύονταν μεν στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά δεν είχαν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Γυναίκα με κοντά μαλλιά, τσιγάρο και παντελόνι μπορεί στη Γαλλία να θεωρούταν κομψή, αλλά στην Ελλάδα ήταν εξώλης και προώλης. Άσε που οι Έλληνες στις παραλίες εμφάνιζαν εικόνα προσφυγιάς με τις καλαθούνες, τις συμπεθέρες, τα πιτσιρίκια, τον πάτερ-φαμίλια, τα λουτρόπανα, τις ρόμπες και τα κεφτεδάκια.
Στη δεκαετία του ’30 οι γυναίκες δεν εμφανίζονταν δημόσια φορώντας παντελόνι και όσες το τόλμησαν ή τις μάζεψε η αστυνομία ή τις έγραψαν οι εφημερίδες – ή και τα δύο μαζί.
Τα άρθρα διανθίζονταν με πικρόχολα και χλευαστικά σχόλια και με επιεικώς απαράδεκτους χαρακτηρισμούς για το ποιόν της γυναίκας και την ψυχική της υγεία. Αν μάλιστα η συμπεριφορά της ήταν αντισυμβατική, ο χαρακτηρισμός «ψυχοπαθής» ήταν ψωμοτύρι· και πλάι του κολλούσαν την πληροφορία ότι επρόκειτο περί κομμουνίστριας, γιατί, ως γνωστόν, αυτές οι κομμουνίστριες, ανέκαθεν, ήταν
ικανές για όλα.

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα

Η Χριστίνα ως Θρασύβουλος.

Η Χριστίνα δεν χαρακτηρίστηκε ούτε ψυχοπαθής ούτε κομμουνίστρια, γιατί η ιστορία της συγκίνησε το πανελλήνιο.
Εγκατέλειψε τη φτώχεια του χωριού της και την οικογενειακή εστία, που μετά τον θάνατο των γονιών μόνο δυστυχία είχε προσφέρει, φόρεσε αντρικά κι έγινε Θρασύβουλος για να κερδίσει τον επιούσιο. Έψαξε ακούραστα για δουλειά από πόλη σε πόλη της Πελοποννήσου, μέχρι που έφτασε και στην πρωτεύουσα.
Το καλοκαίρι του 1938 που ξεκίνησε η περιπέτεια, η Χριστίνα δεν ήταν παρά δεκατριών χρόνων. Δούλεψε σκληρά, έκανε φιλίες με συναδέλφους και βγήκε ραντεβού με κορίτσι, για το… ξεκάρφωμα. Ήταν ένα δυνατό κι έξυπνο πλάσμα που, όταν μαθεύτηκε η ιστορία της, κέρδισε τη συμπάθεια της κοινής γνώμης, των εφημερίδων και των αρχών, λέγοντας ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος που είχε για να κερδίσει τη ζωή της, χωρίς να κινδυνέψει η τιμή της. 

κορίτσι δούλευε σαν αγόρι 1939.jpg

1939


ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την περιπέτεια της Χριστίνας.


Η ιστορία της Μαίρης

Η Μαίρη, 1933.

Η Μαίρη ήταν διαφορετική περίπτωση. Προερχόταν από πλούσια οικογένεια, είχε ζήσει στο εξωτερικό, ήταν μορφωμένη και δεν την απασχολούσε το θέμα της τιμής και της επιβίωσης, αλλά της αυτοδιάθεσης.  Με τα μαλλιά κομμένα κοντά, φορώντας μπερέ και παντελόνι, κατέβηκε ένα βράδυ στον Πειραιά και διασκέδασε σε ύποπτα κέντρα. Κάποιοι θεώρησαν ότι πήγαινε γυρεύοντας και της επιτέθηκαν «με ευνόητους σκοπούς». Εκείνη όχι μόνον αντιστάθηκε, αλλά τράβηξε μαχαίρι και κυνήγησε τους επίδοξους βιαστές. Κατέληξε στο αστυνομικό τμήμα. Στον ντόρο που ακολούθησε κανείς δεν αναρωτήθηκε γιατί κατέληξε μόνον η Μαίρη στο τμήμα και όχι οι επίδοξοι βιαστές. Τα περί αυτοδιάθεσης της Μαίρης ήταν ψιλά γράμματα για τους αστυνομικούς και τους δημοσιογράφους, που τη χαρακτήριζαν «ηρωίδα των τεκέδων», «πράκτορα της Γκεπεού» και που είχαν βγάλει τη διάγνωση ότι είναι ψυχοπαθής και ότι πρέπει να εγκλειστεί στο Δαφνί.

ψυχοπαθής αντρικά 1933

Οι μόνες γυναίκες που ο πουριτανισμός της εποχής ανεχόταν να φοράνε παντελόνια ήταν οι καλλιτέχνιδες.

Η Αγγέλα

Η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που εμφανίστηκε επί σκηνής φορώντας φράκο.

Η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου

Η Αγγέλα ήταν από καλλιτεχνική οικογένεια, αδελφή του συνθέτη Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου.  Εμφανιζόταν με την κιθάρα της στην περίφημη Μάντρα του Αττίκ και συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής: Θεόφραστο Σακελλαρίδη, Κώστα Κοφινιώτη, Μιχάλη Σουγιούλ, Γιάννη Βέλλα, τη Δανάη, την Κάκια Μένδρη και τη Νινή Ζαχά. Τραγούδησε με τον Εντουάρντο Μπιάνκο, τον βασιλιά του τανγκό, κι έκανε παγκόσμια περιοδεία μαζί του. Συνέχισε την καριέρα της στο εξωτερικό κι εγκαταστάθηκε στο Χόλιγουντ, όπου πέρασε την υπόλοιπη ζωή της.


Κάποια ξένη ηθοποιός, τη δεκαετία του ’30, που κυκλοφόρησε με παντελόνι στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, πρέπει να αισθάνθηκε πολύ αμήχανα, γιατί όλοι την κοίταζαν σαν περίεργο φαινόμενο. Παραλίγο να την προγκάρουν, αλλά γλίτωσε, όταν έγινε γνωστό ότι ήταν εγγλέζα και όχι κάποια εκκεντρική Αθηναία.

γυναίκα με παντελόνια Αθήνα1939

1939

Βέβαια, εκείνη την εποχή ο συντηρητισμός όχι μόνον έφτανε στα όρια του παραλογισμού, αλλά τα ξεπέρναγε. Κάποιοι σοφοί εγκέφαλοι προβληματίζονταν αν ήταν σωστό οι γυναίκες ν’ ασχολούνται με τον αθλητισμό. Με τη γυμναστική δεν είχαν πρόβλημα, αλλά για τον αθλητισμό θεωρούσαν ότι ασχημίζει τις γραμμές του γυναικείου σώματος και κάνει τις γυναίκες να «αντροφέρνουν», να γίνονται «ζορμπάδες» και στην τελική να μένουν «γεροντοκόραι». 

η γυμναστική ασχημίζει 1930

1930

Οι γυναίκες έπρεπε να είναι το ωραίο φύλο και οι άντρες το ισχυρό. Τα περί ισότητας των δύο φύλων ανήκαν στη σφαίρα της τρελής φαντασίας. Ο άντρας ήταν η κεφαλή της οικογένειας και για να προστατεύσει την τιμή του δικαιούταν να φτάσει μέχρι φόνο. Ο νόμος ήταν με το μέρος του.
Τα γυναικεία ζητήματα ήταν πηγή κρύων και σεξιστικών αστείων. Όταν τον Μάρτιο του ’33 έκαναν φτερά από το πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 2000 εκλογικά βιβλιάρια γυναικών, που δεν είχαν παραληφθεί ακόμα από τις δικαιούχους, το θέμα δεν θεωρήθηκε ιδιαίτερα ανησυχητικό. Έδωσε όμως λαβή για έντυπες κρυάδες.

Κλοπή βιβλιαρίων γυναικών 3-1933

Μάρτιος 1933

Οι δημοσιογράφοι έβρισκαν γαργαλιστικό να διανθίζουν, ακόμα και στις πιο τραγικές ειδήσεις, με κάποια γυναικεία παρουσία, που δήθεν υπήρξε η πέτρα του σκανδάλου.
Στη δεκαετία του ’30, της κρίσης, της πτώχευσης και της συμφοράς, που οι πλημμύρες είχαν καταστρέψει τη σοδειά, που στην επαρχία άνθρωποι και ζώα πέθαιναν κυριολεκτικά από ασιτία, που γίνονταν πορείες πείνας και ντου απόγνωσης στους φούρνους, ο δαιμόνιος δημοσιογράφος ανακάλυψε ότι αφορμή των τραγικών γεγονότων της Νάουσας ήταν μία γυναίκα.

Ας επιστρέψουμε στο θέμα παντελόνι. Το θέαμα μιας γυναίκας με παντελόνι έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί προσβολή της δημοσίας αιδούς. Σε μερικούς κύκλους, όμως, εξακολουθεί να θεωρείται τολμηρό ή απρεπές. Κάποιοι ιεροί χώροι επιβάλλουν να εισερχόμαστε «ευπρεπώς ενδεδυμένοι». Επισκέπτριες με παντελόνι δεν θεωρούνται πάντοτε ευπρεπείς. Στα αυστηρά μοναστήρια τους δίνουν να φορέσουν μακριές μαύρες ρόμπες.
Στη σύγχρονη ζωή οι ακραιφνείς χριστιανές δεν φοράνε παντελόνια, γιατί είναι αμαρτία οι γυναίκες να μιμούνται τους άντρες. Άσε που το παντελόνι τονίζει σημεία του σώματος που πρέπει να είναι καλυμμένα.


Πριν μερικά χρόνια εικονογραφούσα ένα παιδικό βιβλίο για κάποιον «νηστίσιμο» εκδοτικό οίκο. Έφτιαξα μία παρέα παιδιών, αγοριών και κοριτσιών, να παίζουν μακριά γαϊδούρα. Όλα φορούσαν φόρμες. Έστειλα τα σκίτσα στη συγγραφέα, «νηστίσιμη» επίσης, και περίμενα τις παρατηρήσεις της.
Ντριν, το τηλέφωνο.
— Τέτη μου, είχα έναν λογισμό.
— Δεν αρχίζουμε καλά, σκέφτηκα.
— Τα κοριτσάκια καλύτερα να μη φοράνε παντελόνι.
— Γιατί;
— Ε, να, εμείς αποφεύγουμε το παντελόνι.
— Και πώς θα παίζουν μακριά γαϊδούρα; Θα φαίνεται το βρακί τους.
— Να μην παίζουν. Να παρακολουθούν μόνο.

Η κυρά της Ρω

Κυρα της Ρω
Δέσποινα Αχλαδιώτη 1890 – 13 Μαΐου 1982

Ζούσε στη Ρω, μια βραχονησίδα του ακριτικού Καστελόριζου, μια ανάσα μακριά από τα τουρκικά παράλια. Έμενε εκεί ολομόναχη και από το 1943 ίσαμε τον θάνατό της, το 1982, ύψωνε την ελληνική σημαία με την ανατολή του ήλιου και την υπέστελλε τη δύση. Κάθε μέρα, κάθε μέρα… επί τριάντα εννέα χρόνια.
Η μοναδική αυτή γυναίκα αναπαύεται στον βράχο του Αιγαίου που διαλάλησε την ελληνικότητά του, δίπλα στον ιστό, κάτω από τον ίσκιο της ελληνικής σημαίας.
Δέσποινα Αχλαδιώτη, η κυρά της Ρω.

Η εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού