Πλατεία Διοικητηρίου

Κάθε φορά που βλέπω τη φωτογραφία της παλιάς πλατείας Διοικητηρίου, αναρωτιέμαι αν αυτή η μαρμάρινη τούρτα άρεσε στους παλιούς Σαλονικιούς, πώς της συμπεριφέρθηκαν και αν τη νοσταλγούν.

Σήμερα στη θέση της υπάρχει η πλατεία Κυπρίων Αγωνιστών, που στην πραγματικότητα είναι αρχαιολογικός χώρος. Μα όπου και να σκάψεις στη Θεσσαλονίκη, θα βρεις την παλιά πόλη. Ποιος να ξέρει αυτές πολυκατοικιάρες τι κρύβουν στα θεμέλιά τους.
Με την ευκαιρία ας πω ότι κάπου εδώ κοντά, σε απόσταση λίγων βημάτων, βρίσκονταν οι γυναικείες φυλακές της οθωμανικής πόλης. Αν κάποιος έχει εντοπίσει ακριβώς το σημείο, τον παρακαλώ μου στείλει ένα μήνυμα.

Πλατεία Κυπρίων Αγωνιστών (2) copy.jpg

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

«Την ίδια περίοδο, λίγο πριν τους σεισμούς της Ιερισσού, θεμελιώθηκε και ανηγέρθη το αγλάισμα της περιοχής, το «καλλιμάρμαρον» πάρκο του Διοικητηρίου. Ένα φρικαλέο αποτέλεσμα της αμηχανίας των μηχανικών να συνταιριάξουν την πλατεία που ήταν ψηλά, με την οδό Ολύμπου που ήταν χαμηλότερα. Είχε τα μάρμαρά του μονίμως χιλιοκατουρημένα από τα στίφη των αδέσποτων σκυλιών, αλλά και δικαιωματικά από τους ανηφορίζοντες νοικοκυραίους της Άνω Πόλης που κάνανε μια σύντομη στάση, φάτσα στα μάρμαρά του, παρά τις απαγορευτικές απειλές «εκ της Αστυνομίας». Και μετά συνεχίζανε ξαλαφρωμένοι ξανά και στωικά τον ανήφορο, φορτωμένοι με τα πλεμάτια και τα ζεμπίλια τους.
Σ’ αυτό το πάρκο παίζαμε, γαμπρίζαμε, ξεφωνίζαμε τις καντάδες μας, αρπαζόμασταν, συνωμοτούσαμε, βυσσοδομούσαμε, συζητούσαμε. Ήταν η αρχαία αγορά μας. Αργότερα εκεί μέσα στήσανε και την προτομή του πρίγκιπα Νικολάου, προς μεγάλη χαρά των αρσενικών σκύλων, έτσι που τους βόλευε, ως το μόνο προεξέχον αντικείμενο του πάρκου.
Ξημερώνοντας η Κατοχή, βρήκε το πάρκο με τα ξεχαρβαλωμένα τα πιο πολλά του μάρμαρα και βρόμικο, όσο κανένα άλλο μνημείο στον κόσμο».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΖΗΣΙΑΔΗΣ, Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι, Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991.

Advertisements

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Τσάκο και Ντανιέλ

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

εβραίοι φορτώνουν καράβι
Στο φόρτωμα και στο ξεφόρτωμα των καϊκιών.

Μέσα σε όλο τον κόσμο που έτρεχε κυνηγώντας το καρβέλι, οι συντοπίτες μας οι Εβραίοι τρέχανε κι αυτοί πρώτοι και καλύτεροι, κάνοντας εκτός των άλλων πολλά χαρακτηριστικά επαγγέλματα. Ήταν οι μεταπράτες της αγοράς, που είχαν ειδικευτεί σε δουλειές του ποδαριού. Αυτοί, που δίνανε το δικό τους τόνο στην αγορά και στις γειτονιές. Μια έβλεπες τον Τσάκο να πουλάει σε καρότσι ροδάκινα «λίγο χτυπημενα, λίγο βαρεμένα», φτηνά, να φάει η φτωχολογιά, που τα διαπραγματεύτηκε από κάποιο καΐκι πριν τα πετάξουν ανοιχτά στη θάλασσα, και την άλλη, να πουλάει ο ίδιος, υφάσματα «της πυρκαγιάς και της ασφάλειας», που τα απέσπασε από κάποιο στοκ συμπατριώτη του εμπόρου. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Ο γανωτής και μια απάτη με μπακίρια τον καιρό της Κατοχής

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

Τα πρωινά ήταν και η ώρα των γανωματήδων. Μαύροι από τη μουτζούρα, μούτρα και χέρια, είχαν ένα ντορβά από τριγωνικό κομμάτι τσουβάλι περασμένο στον ώμο και μάζευαν από τα σπίτια τα χαλκώματα, να τα γανώσουν και να τα παραδώσουν ασημένια κι αστραφτερά την επαύριο.

Παναγία Χαλκέων
Η Κόκκινη Εκκλησία, Παναγία Χαλκέων

Στα σπίτια μας είχαμε όλοι τσετζερέδες και ταψιά πήλινα και κυρίως χάλκινα. Ολοι ανεξαιρέτως. Το αλουμίνιο βγήκε πολύ αργότερα και φυσικά από τα ανοξείδωτα δεν είχε ιδέα ούτε η Ευρώπη. Ολοι λοιπόν, τρώγαμε από χάλκινα και ο κίνδυνος από την πράσινη οξείδωση ήταν μεγάλος. Γι’ αυτό ευδοκιμούσε η δουλειά του γανωτή. Γανωματίδια είχε η κάθε γειτονιά αλλά κυρίως, η γειτονιά της Κόκκινης Εκκλησιάς, της Παναγιάς των Χαλκέων. Οι μαστόροι τα πρωινά μαζεύανε τα χαλκώματα και παραδίνανε τα χθεσινά, ενώ τα απογεύματα δούλευαν στα εργαστήρια, όπου λαμποκοπούσαν οι φωτιές στα καμίνια τους. Ηταν μαγαζάκια μικρά με ένα μάστορα κι έναν παραγιό, ένα καμίνι με φυσερό, μασιές και μπαμπάκια, με τα οποία αλείφανε το λυωμένο καλάι, να γανωθούν τα μπακίρια. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Λεμονάδα μπούζι-μπούζι

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

Στην πλατεία μας, περαστικός αυτός, ερχότανε κι ο λεμονατζής. […] Ήταν ένας Μικρασιάτης γεράκος που δρόσιζε τον κόσμο τα καλοκαίρια στις κάψες. Γυρνούσε φαίνεται όλη τη Θεσσαλονίκη, γιατί τον θυμόμουν να περνάει κι απ’ την παλιά μας γειτονιά στην Μπότσαρη και αργότερα τον βλέπαμε σχεδόν παντού: στην παραλία, στα Λαδάδικα, στο Βαρδάρι, ακόμα και στο Ντεπώ. Δεν τον είδα ποτέ στην Τσιμισκή γιατί, φαίνεται, το καταναλωτικό της κοινό ήταν ακατάλληλο να γευθεί την ανατολίτικη λεμονάδα του.

lemonade seller in Salonika 1890

Είχε βράκα μικρασιάτικη με σελάχι. Στα πόδια φορούσε μυτερά γιεμενιά και στο κεφάλι είχε δεμένο ένα κίτρινο μαντίλι. Μια κάτασπρη ποδιά συμπλήρωνε το σύνολο. Η γραφική του φιγούρα της λαγγεμένης Ανατολής περνούσε απ’ τις γειτονιές και πότιζε λεμονάδα τον κόσμο, να ξεδιψάσει. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Ο παπλωματάς

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

παπλωματάς

Ένας τορβάς στην πλάτη, πιασμένος μ’ ένα φαρδύ ιμάντα, περασμένος λοξά, από τον ώμο ώς τη μέση. Μέσα στον τορβά διάφορα εργαλεία, υλικά ραπτικής και αρκετό αφράτο μπαμπάκι. Πασπαλισμένος από την κορυφή μέχρι τα νύχια με άσπρες νιφάδες μπαμπακιού, που του άσπριζαν τα μαλλιά, μουστάκια και φρύδια, περνούσε τα πρωινά από τις γειτονιές μας ο παπλωματάς. Στο ένα χέρι κρατάει ένα παράξενο εργαλείο, κάτι σαν πελώριο δοξάρι βιολιού, μακρύ ίσα με δύο μέτρα, που έχει πάνω του τεντωμένο ένα χοντρό βούνευρο για χορδή. Στον ώμο του έχει κρεμασμένο ένα χοντρό κι ένα μεγάλο ξύλινο εργαλείο στο σχήμα μιας οκάρικης μπουκάλας, με τον πάτο της να εξέχει περιμετρικά. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης

Στην πολύχρωμη, πολύγλωσση και πολυεθνική Θεσσαλονίκη ζούσαν Εβραίοι, Τούρκοι, Έλληνες, Αρναούτηδες, Σέρβοι, Αρμένηδες, Σλαβομακεδόνες, Βούλγαροι, Ρουμανόβλαχοι, Λαζοί, Καραμαλήδες, Ντονμέδες, Φράγκοι και Γύφτοι.
Οι άνθρωποι γνωρίζονταν από τις φορεσιές τους και από τα επαγγέλματά τους. Οι Αρναούτηδες ήταν καβάσηδες, λεμονατζήδες και χαλβατζήδες, οι Ηπειρώτες ήταν φουρνάρηδες και κουλουρτζήδες, οι Σέρβοι ζαχαροπλάστες και χτίστες, οι Αρμένηδες είχαν το μονοπώλιο του καφέ, οι Βλάχοι ήταν βοσκοί, γαλατάδες και αγωγιάτες, οι Γύφτοι αβδελλάδες, οι Εβραίοι χαμάληδες, υφαντές, φημισμένοι έμποροι.

 

Τα επαγγέλματα ήταν πολλά και κάποια εντελώς άγνωστα στις μέρες μας. Ποιος υπερτασικός γνωρίζει ότι βάζοντας βδέλλες στα ριζαύτια, προκαλεί ένα είδος αφαίμαξης που κατεβάζει την πίεση; Κι αν το γνωρίζει, δεν είναι πρόθυμος να το κάνει. Μα κι αν είναι πρόθυμος να το κάνει, πού να βρει βδέλλες;

Διαβάστε τη συνέχεια

Το καφενείο του Κιοσσέ στο Τσινάρι

Αυτός που θα πιει καφέ σε τούρκικο καφενείο έχει τη σιγουριά ότι θα πιει ακριβώς το είδος του καφέ που προτιμά. Το γκαρσόνι θα πάρει την παραγγελία, χωρίς να εκφράσει με το βλέμμα του την απορία «Ναι και όχι; Τι είν’ αυτό;» και θα επιστρέψει φέρνοντας στον δίσκο τον ναι και όχι σε χοντρό φλιτζάνι κι ένα ποτήρι κρύο νερό.
Αυτό που κάνει ένα τούρκικο καφενείο ξεχωριστό είναι πάνω απ’ όλα η ευγένεια, η προθυμία και η περιποιητικότητα του καφετζή. Ο πελάτης αισθάνεται άρχοντας, το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Στη Θράκη υπάρχουν ακόμα τέτοια καφενεία. Τα πιο απολαυστικά καφενεία βρίσκονται κάτω από την «αμφιλαφή» σκιά των πλατάνων. Στη Θεσσαλονίκη επιζεί το… κέλυφος ενός παλιού τούρκικου καφενείου.

Τσινάρι- Ο πλάτανος και ευθεία μπροστά το καφενείο του Κιοσσέ
Τσινάρι. Ο πλάτανος και ευθεία μπροστά το τούρκικο καφενείο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Βρέχει και οι αχθοφόροι μεταφέρουν ανθρώπους – μια άγνωστη εικόνα της παλιάς Θεσσαλονίκης

χαμάλης 1Απόσπασμα από  χρονογράφημα του Σταμ. Σταμ.

Το σύστημα των υπονόμων της Θεσσαλονίκης είναι τόσον ατελές, που λίγο να φταρνιστεί ο ουρανός και η πόλις γίνεται θέαμα πόλεως πρωτοτύπου, με τους δρόμους της μεταβεβλημένους εις φουσκωμένους ποταμούς και τους κατοίκους της διαπεραιούμενους από το ένα πεζοδρόμιο εις το άλλο επί των ώμων αχθοφόρων της στιγμής και της πλημμυριστικής ανάγκης.
Επαγωγόν το θέαμα, όταν η εποχούμενη είναι κοπέλα ή κυρία και μάλιστα παχεία. Εις την γενικήν αναστάτωσιν των όρων της ζωής προστίθενται και τα απροσδόκητα θεάματα, τα οποία εις πάσαν άλλη περίστασιν θα εθεωρούντο άσεμνα και θα τα ημπόδιζε η αστυνομία. Τώρα η αστυνομία όχι μόνον δεν τα απαγορεύει, αλλά και τα υποβοηθεί.
— Έλα δω, βρε συ, να πάρεις και την κυρία από δω.
— Λίγο ψηλά, κυρία, τα φουστάνια σου, μη λερώσουν από τη θολούρα.
Η κυρία υψώνει τα φουστάνια της μη λερώσουν από τη θολούρα και πλημμυρίζουν οι δρόμοι από νερά και τα μάτια των θεατών από κρέατα καλοθρεμμένα.


Σε παλιές ηθογραφίες ο υποχρεωτικός κύριος βγάζει το σακάκι του και το στρώνει πάνω στα νερά του δρόμου για να πατήσει η κυρία σε στεγνό. Ο Σουρής στο ποίημα με την κυρία που κατεβαίνει από το αμάξι, βάζει έναν δανδή των δρόμων να παρακολουθεί τη σκηνή, μέχρι να φανεί ο αστράγαλος. Ύστερα ο δανδής αποχωρεί ευχαριστημένος.
Ο Σταμ. Σταμ. δίνει μια απροσδόκητη εικόνα της Θεσσαλονίκης με απροσδόκητα-άσεμνα θεάματα. Άσεμνο στα 1936, με τη θέση που είχε τότε η γυναίκα στην κοινωνία και τη λιγούρα που έδερνε το ισχυρό φύλο, μπορεί να ήταν ότι φάνηκε η δαντέλα του μεσοφοριού και λίγο πόδι πάνω από το γόνατο.

Το Hellas Special αγαπάει εξίσου τα χρονογραφήματα και τα σκίτσα του Σταμ. Σταμ. Μια που ο Σταμ. Σταμ. δεν είχε φτιάξει σκίτσο γι’ αυτή τη σκηνή, πήρα το θάρρος να φτιάξω εγώ ένα σεμνό.

Απόψε Σταμ. Σταμ. στο ραδιόφωνο

Περιπλανώμενος δερβίσης κολάζ

Σήμερα στις 8 το βράδυ, στην εκπομπή του Περιπλανώμενος Δερβίσης, ο διαδικτυακός φίλος Γιώργος Γεωργιάδης, θα διαβάσει ένα χρονογράφημα που έγραψε ο Σταμ. Σταμ. το 1936 για το νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας. Το αλίευσε από το Hellas Special, που, όπως ίσως θα ξέρετε, έχει μεγάλη αγάπη στον εξαίρετο Σταμ. Σταμ.
Το νέο μου έδωσε μεγάλη χαρά και εκφράζω την ευχή να γνωρίσει περισσότερος κόσμος το κοφτερό χιούμορ του Σταμ. Σταμ., αυτού του πολύπλευρου ανθρώπου, για τον οποίο ο Ηλίας Πετρόπουλος (άλλη μεγάλη αγάπη) είπε ότι «Ξεφτίλισε δια παντός το ελληνικό δημόσιο».
Χιούμορ και νεκροταφείο μπορούν να ταιριάξουν; Ναι, η πένα του Σταμ. Σταμ. τα ταιριάζει μια χαρά και ο Γιώργος Γεωργιάδης υπόσχεται μια ξενάγηση και στα δύο, με λόγο και μουσική.

Απόψε στις 8 συντονιζόμαστε στο metadeftero και στα βήματα του Περιπλανώμενου Δερβίση.


Η εκπομπή έγινε και μπορείτε να την ακούσετε ΕΔΩ.

Τι ήταν οι Κήποι του Πασά; Τόπος απόκοσμων συναντήσεων και αποκρυφιστικών τελετών ή ένα πάρκο πίσω από το νοσοκομείο;

Τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής παρουσίας στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού της αυτοκρατορίας, χάρισαν στην πόλη μια σειρά από σπουδαία έργα. Ένα από αυτά είναι το Νοσοκομείο Χαμιδιέ. Αργότερα ονομάστηκε Γκουρέμπα Χασταχανεσί (Νοσοκομείο των Άπορων Ξένων), μετά την απελευθέρωση Δημοτικό και σήμερα λέγεται Γενικό Νοσοκομείο «Άγιος Δημήτριος».

E02 νεοχτισμένο νοσοκομείο
Φωτογραφία μετά το 1902. Η ανέγερση του νοσοκομείου έχει ολοκληρωθεί και ο περιβάλλων χώρος έχει περιφραχθεί. Πίσω από το νοσοκομείο διακρίνεται το τμήμα, που μόλις έχει δενδροφυτευθεί και στο οποίο διαμορφώνονται οι Κήποι του Πασά. (Φωτο ΚΙΘ)

Το νοσοκομείο οικοδομήθηκε δίπλα στην εξωτερική πλευρά του ανατολικού τείχους και πάνω στο βόρειο τμήμα του νεκροταφείου της Ευαγγελίστριας, το οποίο με τη σειρά του οικοδομήθηκε πάνω στο παλιό ορθόδοξο νεκροταφείο, που χάθηκε από προσώπου γης χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.

Διαβάστε τη συνέχεια