Οβομαλτίνη σε κόμικ και κόμικ-στριπ

Έχουμε ξαναμιλήσει για την Οβομαλτίνη, κυρίως γιατί οι (εισαγόμενες) διαφημίσεις της ήταν σε μορφή κόμικς, πράγμα πρωτότυπο για τη δεκαετία του ’30.

1938

Το θέμα είναι ένα ανόρεχτο αγόρι, που συνεχώς χάνει βάρος και δυνάμεις απελπίζοντας τους δικούς του. Όλα αλλάζουν εντυπωσιακά, μόλις δοκιμάζει την Οβομαλτίνη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Μπισκότα Παπαδοπούλου – νόστιμα και τραγανά από το 1922 μέχρι σήμερα

Το 1916 η μητέρα μιας φτωχής ελληνικής οικογένειας της Πόλης, η Μαρία Παπαδοπούλου, για να βοηθήσει τα οικονομικά του σπιτιού, φτιάχνει κάθε μέρα μπισκότα βουτύρου και οι τρεις γιοί, ο Ευάγγελος, ο Νικόλαος και ο Θεόφιλος, γεμίζουν τα καλάθια τους και τα πουλάνε στους δρόμους. Είναι φρέσκα, νόστιμα, τραγανά και δεν λιγώνουν, γιατί δεν έχουν πολλή ζάχαρη. Το όνομά τους είναι γαλλικό: Πτι Μπέρ. Μικρά μπισκότα βουτύρου. Ο Γιάννης, ο πατέρας, που είναι ξυλουργός, φτιάχνει μια ξύλινη σφραγίδα και τα μπισκότα γίνονται αναγνωρίσιμα από το σχήμα, το σχέδιο και το όνομά τους.
Το 1922, στον μεγάλο ξεριζωμό, η μητέρα με τα τρία αγόρια μπαίνουν σ’ ένα καράβι με προορισμό τη Μασσαλία. Το πλοίο σταματάει μερικές μέρες στον Πειραιά για ανεφοδιασμό. Η οικογένεια κατεβαίνει για να γνωρίσει την πόλη, όπου με έκπληξη διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι δεν γνωρίζουν τι εστί μπισκότο.
Για την ακρίβεια οι Έλληνες γνωρίζουν το γαλλικό biscotte και το ιταλικό biscotto, δηλαδή τη φρυγανιά, που είναι νόστιμη και τραγανή, κλάσεις ανώτερη από το φρυγμένο ψωμί, αλλά δεν είναι γλύκισμα.
Αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει τα σχέδια· το ταξίδι για τη Μασσαλία ματαιώνεται και η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αθήνα.

Διαβάστε τη συνέχεια

«Που ’ναι, μπάρμπα, τ’ αραπάκια;»

Η παγκόσμια κατακραυγή, που ξέσπασε μετά τη ρατσιστική δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ στις 25 Μαΐου στη Μινεάπολη, πυροδότησε μεγάλες αλλαγές. Σε Αμερική και Ευρώπη έπεσαν αγάλματα ευυπόληπτων καθαρμάτωναποικιοκρατών και δουλέμπορων. Καιρός ήταν!
Διάφορες εταιρείες, για να συμβάλλουν στην εξάλειψη των φυλετικών ανισοτήτων, σχεδιάζουν ν’ αντικαταστήσουν τα λογότυπα που τις διαιωνίζουν. Και πολύ καλά θα κάνουν.
Στην Ελλάδα, ο μπάρμπα-Μπεν πέρασε μάλλον σαν εξωτική φιγούρα και οι περισσότεροι τον αντιμετώπιζαν όπως τον Κουάκερο στη συσκευασία του Κουάκερ. Ούτε κρύο ούτε ζέστη. Τα πιτσιρίκια, όμως, που είχαν διαβάσει την «Καλύβα του Μπάρμπα-Θωμά», μπερδεύονταν και απορούσαν.
Μπάρμπα-Μπεν, δεν θα μας λείψεις. Όπως δεν μας έλειψε και το αραπάκι από την Ελβετία.

1959


Ο τίτλος είναι από το τραγούδι «Κυριακή», του άλμπουμ Τα τραγούδια του Καραγκιόζη, των Κραουνάκη-Κακουλίδη, 1996. Το ερμηνεύει ο Στέλιος Διονυσίου.

Δύο ζαχαροπλαστεία πολυτελείας, ένας ζαχαροπλάστης που δεν το ’βαζε κάτω και δυο χιλιάδες πιτσιρίκια

Είχαμε μιλήσει παλιότερα για το ζαχαροπλαστείο Δεσποτικό, που άνοιξε προπολεμικά ο Αντώνης Ακζιώτης στην οδό Μέρλιν στο Κολωνάκι, για τον άσχημο ρόλο του εκδότη Σαλίβερου, που του το άρπαξε μέσα απ’ τα χέρια, και για τον επίσης άσχημο ρόλο του Σπύρου Μελά, που παρασκηνιακά σιγοντάριζε το αφεντικό του. Το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ. Επανερχόμαστε βάζοντας στο σκηνικό τον Τσελεμεντέ, την εξωφρενική απόφαση της κυβέρνησης Τσαλδάρη για υποχρεωτική κατανάλωση σταφιδόψωμου και μια φιλανθρωπία που σταμάτησε την κυκλοφορία στο κέντρο της Αθήνας.

Η οδός Μέρλιν τη δεκαετία του ’30, όταν επί Κοτζιά γίνονταν έργα οδοποιίας. (Φωτογραφία από το αρχείο του ΕΛΙΑ)

Το 1932 ο Ακζιώτης είχε την ιδέα να ιδρύσει σχολή μέσα στο ζαχαροπλαστείο Δεσποτικό και να παραδίδει μαθήματα μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής. Η ιδέα του ήταν πρωτότυπη και τα μαθήματα είχαν μεγάλη επιτυχία. Τα παρακολούθησαν «περισσότεραι των χιλίων ατθίδων» – δεσποινίδες και κυρίες πλούσιων οικογενειών, που ήθελαν να βελτιώσουν τις γνώσεις τους και κρατούσαν σημειώσεις. Τα μαθήματα έμοιαζαν πιο πολύ με κοσμικές συγκεντρώσεις και όταν μάλιστα επρόκειτο να παρευρεθούν δημοσιογράφοι, η τουαλέτα και το παρφέν πήγαινε σύννεφο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – ο γαλατάς

Δύο γαλατάδες, έξω από τα ανατολικά τείχη, με τα γαϊδουράκια τους φορτωμένα, κατεβαίνουν στην πόλη, το 1916.

Ο γαλατάς αξημέρωτα γέμιζε τα τσίγκινα γκιούμια του με φρεσκοαρμεγμένο γάλα, τα φόρτωνε στο ζωντανό του και κατέβαινε στην πόλη. Ανάγγελλε την άφιξή του φωνάζοντας «γαλατάαας».

Οι χαρακτηριστικές φωνές των πουλητάδων, οι ήχοι μιας πόλης που στους δρόμους της περιδιαβαίνουν άνθρωποι και ζώα, οι μυρωδιές των μαχαλάδων, της αγοράς, των μαγειριών, θα μας μείνουν για πάντα άγνωστα. Χρωστάμε ευγνωμοσύνη στους λογοτέχνες και στους ερευνητές – εραστές της λεπτομέρειας– που με το έργο τους δίνουν εφόδια στη φαντασία μας να συνθέσει εικόνες και να ζωντανέψει φωτογραφίες. Για παράδειγμα, διάβαζα πρόσφατα ότι τα εβραϊκά σπίτια ξεχώριζαν, εκτός των άλλων, και από τη μυρωδιά των μαγειριών τους, γιατί οι νοικοκυρές τηγάνιζαν με σησαμέλαιο. Κι ενώ το σουσάμι στα εργαστήρια που το επεξεργάζονταν ανάδινε υπέροχη ευωδιά, το λάδι του στο τηγάνι μύριζε ανυπόφορα.
Ας ξαναγυρίσουμε στον γαλατά.

Γαλατάς στην αγορά της Θεσσαλονίκης, 1916.

Διαβάστε τη συνέχεια

Πάει ο φούρνος, παν κι οι γαλοπούλες – μια εκρηκτική χριστουγεννιάτικη ανάμνηση από την Κέρκυρα του Φώτου Γιοφύλλη

Η σαρακοστή των Χριστουγέννων παραδοσιακά τελειώνει σ’ ένα καλοστρωμένο τραπέζι με ροδοκόκκινη ευωδιαστή γαλοπούλα, άφθονες λιχουδιές και καλό κρασί. Αυτό το γευστικό πανηγύρι απολάμβαναν όσοι είχαν χρήματα. Οι φτωχοί που κρατούσαν σαρακοστή εξ ανάγκης –«Νηστεύει ο δούλος του Θεού, γιατί δεν έχει να φάει»– συνέχιζαν τη νηστεία και ανήμερα τα Χριστούγεννα και μετά. Οι λιγότερο φτωχοί έτρωγαν χοιρινό.
Ο Φώτος Γιοφύλλης περιγράφει ένα περιστατικό που έγινε στην Κέρκυρα, τη μέρα των Χριστουγέννων, που οι ευωδιές από τις γαλοπούλες που ψήνονταν στους φούρνους πλημμύριζαν τις γειτονιές.
Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ανεξάρτητος τα Χριστούγεννα του 1933.

[…] Καθώς περπατούσαμε, σταθήκαμε εκεί κατά το σταυροδρόμι της Πίνιας, εκεί που ήτανε τότες το χαρτοπωλείο ο «Κάδμος». Αντικρύ ήταν ένας μεγάλος φούρνος. Τα ταψιά με τις γαλοπούλες και τους γάλους πηγαινοέρχονταν και μια ευωδιά σκορπιώταν, μια ευωδιά…
Σταθήκαμε εκεί μια στιγμή να καμαρώσουμε και να μυριστούμε.
Ξαφνικά όμως γίνηκε κάτι τρομερό! Ένας κρότος δυνατός μας έσπασε τ’ αυτιά κι ένας φοβερός σεισμός ετράνταξε τη γη! Ξαφνιστήκαμε, τρομάξαμε και τρέξαμε να φύγουμε. Στο μέρος που ήταν ο φούρνος γίνηκε κάτι σαν έκρηξη σε ηφαίστειο. Πυκνός καπνός και απάσβεστα (κομμάτια από σοβάδες) και πέτρες και ξύλα επετάχτηκαν ψηλά. Και μέσα στον καπνό γαλοπούλες ψημένες και άψητες επετιώντουσαν στον αέρα, πατάτες και πέτρες μαζί και σαν λάβα άφθονες μοσχομυρισμένες σάλτσες… Τι ήταν εκείνο; Ένα ηφαίστειο τρομερό, που πετούσε από τον κρατήρα του γαλοπούλες, πατάτες, σάλτσες μαζί με πέτρες, χώματα και στάχτες. Κάτι τραγικό και αφάνταστο, μα και κάπως κωμικό μαζί.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ρεζιλέ

Το γάλα σε σκόνη δεν μας ήταν άγνωστο στην Ελλάδα. Από το 1960 κυκλοφορούσε το καναδέζικο Canalac, που πουλιόταν σε καταστήματα τροφίμων και σε φαρμακεία. Ύστερα από λίγο ήρθε από τη Γαλλία το Regilait. Ήρθε κι έμεινε και κυκλοφορεί μέχρι σήμερα με το όνομα Ρεγκιλέ.
Λάθος στην ανάγνωση της λέξης Regilait;  Είναι προτιμότερο το λάθος Ρεγκιλέ, από το σωστό αλλά εντελώς αντιεμπορικό Ρεζιλέ.

Ρεζιλέ 1965
1965

Η παρακάτω γαλλική διαφήμιση μπερδεύει λίγο τους θεατές αν το Regilait είναι μάρκα γάλακτος ή καφέ, αλλά ξεκαθαρίζει ρυθμικά και χαρωπά το όνομα Ρεζιλέ.

 

Τα κολοκύθια, τα κολοκάσια και η Κολοκυνθού

Η συνοικία της Κολοκυνθούς βρίσκεται κάτω απ’ τον Κολωνό και φτάνει ως τον Κηφισό. Μέχρι πριν πενήντα χρόνια ήταν όλο περιβόλια και κτήματα, γι’ αυτό και πολλοί πιστεύουν ότι οφείλει το όνομά της στα κολοκύθια. Στη λεζάντα της ειδυλλιακής καρτποστάλ το όνομα αναφέρεται στα ελληνικά ως Κολοκυνθού και στα γαλλικά ως Κολοκυθού.

Κολοκυνθού ή Κολοκυθού; Χρωστάει το όνομά της στην αθηναϊκή οικογένεια Κολοκύθη ή στα κολοκύθια;

Ο Δημήτριος Καμπούρογλου αποκαλεί τη συνοικία Κολοκυθού και θεωρεί ότι πήρε το όνομά της από μία εκκλησία της περιοχής που ανήκε στην οικογένεια Κολοκύθη, την Παναγία την Κολοκυθού. (Η οποία ήταν μετόχι της μονής των Αγίων Αναργύρων του Ψυρή, όπου και διέμενε η οικογένεια Κολοκύθη, μέλος της οποίας ήταν ο Δημήτριος Κολοκύνθης που έζησε τον 17ο αιώνα).

Κολοκυθου Καμπούρογλου 1.jpg
Από την «Ιστορία των Αθηνών» του Δ. Γρ. Καμπούρογλου.

Σχετικά με την προέλευση του ονόματος από τα κολοκύθια σημειώνει στα Τοπωνυμικά Παράδοξα ότι «υπάρχουν και άλλαι θέσεις εις την λεκάνην των Αθηνών γονιμώτεραι και εδάφη καταλληλότερα προς τούτο».
Το 1856 δημοσιεύτηκε στην Αρχαιολογική Εφημερίδα η διασκεδαστική (όπως τη χαρακτηρίζει ο Καμπούρογλου) γνώμη ότι το όνομα της περιοχής προήλθε από την Κολοκασία Αθηνά.
Και συνεχίζει: «Ατυχώς την εκ της γνώμης ταύτης ευθυμίαν ανακόπτει η ανάμνησις αηδεστάτου τινός πατατοειδούς προϊόντος της γης, των κολοκασίων, τα οποία φαίνεται ότι ευτυχώς εξέλιπον πλέον από την αθηναϊκήν αγοράν».
Και μας αφήνει με την απορία, δηλαδή πόσο αηδιαστικά ήταν τα κολοκάσια κι ευχαριστήθηκε που εξαφανίστηκαν από την αγορά;

κολοκάσι
Το λογότυπο του Φεστιβάλ Κολοκασιού.

Δεν γνώριζα την ύπαρξή τους πριν διαβάσω αυτή την παράγραφο του Καμπούρογλου στα Τοπωνυμικά Παράδοξα. Γκουγκλάροντας στο διαδίκτυο διαβάζω την οδηγία ότι τα κολοκάσια δεν πλένονται με τη φλούδα, γιατί βγάζουν μια  γλοιώδη ουσία. (Άραγε αυτός είναι ο λόγος που ο Καμπούρογλου τα χαρακτηρίζει αηδέστατα;) Βρίσκω διάφορους τίτλους «Κατοχυρώνεται και το κολοκάσι ως κυπριακό προϊόν», «Κολοκάσι: Το μυστικό της μακροζωίας των Ικαριωτών», «Κολοκάσι: 8 Εκπληκτικά Οφέλη για την Υγεία», καθώς και συνταγές που χρησιμοποιούν κολοκάσια αντί για πατάτες (σκορδαλιά, πουρές, χοιρινό με σέλινο και κολοκάσια κ.ά.). Στην Κύπρο μάλιστα κάθε Σεπτέμβρη γίνεται Φεστιβάλ Κολοκασιού.

 

Αιωνόβιος Κύκνος

κονσερ Κύκνος official βίντεο (2)

Η κονσέρβα, παρ’ όλο που στις αρχές του 20ου αιώνα μετρούσε εκατό χρόνια ζωής, ήταν πανάκριβη, σχεδόν είδος πολυτελείας. Από το 1915, χάρη στην εταιρεία Κύκνος, αρχίζει να γίνεται είδος ευρείας χρήσης και τα λαχανικά, που αλλιώς θα σάπιζαν στα χωράφια, συντηρούνται και συσκευάζονται.
Η εταιρεία Κύκνος είναι η πρώτη ελληνική κονσερβοποιία. Ιδρύθηκε το 1915. Έχει ήδη συμπληρώσει έναν αιώνα λειτουργίας, παραμένει ελληνική και χρησιμοποιεί αποκλειστικά ελληνικές ντομάτες.

Το 1955 συσκεύαζε σε κονσέρβες 350 τόνους ημερησίως: μπάμιες, φασολάκια, αρακά, μελιτζάνες, αγκινάρες, κουκιά, αμπελόφυλλα, διάφορα φρούτα και μαρμελάδες, ολόκληρες ντομάτες και τον κλασικό ντοματοπελτέ –όλα προϊόντα της αργολικής γης.  Διαβάστε τη συνέχεια

H EMFI της γειτονιάς. Αντίο ΕΒΓΑ!

ΕΒΓΑ1940
1940

Έχει κι άλλο