Τα ψωμιά της Ροτόντας

Η Ροτόντα ενωμένη με την Καμάρα αποτελούσε μέρος ενός τεράστιου συγκροτήματος που περιλάμβανε τα ανάκτορα του Γαλέριου, το Οκτάγωνο και το Ιπποδρόμιο. Επικράτησε η άποψη ότι η Ροτόντα θα χρησίμευε ως μαυσωλείο του Γαλέριου. Η Ροτόντα ήταν ναός της παλιάς θρησκείας (του Δία ή σύμφωνα με άλλη άποψη των Καβείρων).

Ο ναός της παλιάς θρησκείας γίνεται χριστιανικός ναός
Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, αφού διέταξε τη σφαγή των εφτά χιλιάδων ανθρώπων στο Ιπποδρόμιο, αφού επιτιμήθηκε από τον Μεδιολάνου Αμβρόσιο, αφού μετάνιωσε και βαφτίστηκε χριστιανός από τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ασχόλιο, μετέτρεψε τη Ροτόντα σε χριστιανικό ναό.
Ο Θεσσαλονίκης Ευστάθιος άφησε τη μαρτυρία ότι ο ναός αφιερώθηκε στους Αγίους Ασωμάτους.

Διαβάστε τη συνέχεια

Βρομεροί κουλουρτζήδες, ασελγείς στραγαλατζήδες και αναιδείς νέοι πολιορκούν τις Αρσακειάδες – ένα απόσπασμα από μυθιστόρημα και πολλές σημειώσεις για το Αρσάκειο

Το Αρσάκειο στα 1886.

Ο Στανάς, φοιτητής και ήρωας του μυθιστορήματος, συνοδεύει την Πόθα, την κόρη της σπιτονοικοκυράς του, στο σχολείο που φοιτά, στο Αρσάκειο. Ακολουθεί περιγραφή της κίνησης γύρω από το Αρσάκειο περί τα τέλη του 19ου αιώνα.

[…] Αντικρύ εφαίνετο το Αρσάκειον, με την αρχαϊκωτάτην και αληθώς εν στιγμή εμπνεύσεως συλληφθείσαν πρόσοψιν.
Το προ αυτού πεζοδρόμιον ήν κατάμεστον κορασίδων. Εξ όλων των πέριξ οδών, της οδού Σανταρόζα, Πινακωτών, Παρθεναγωγείου, Ιπποκράτους, Αρσάκη συνέρρεον κοράσια μικρά και μεγάλα, με ποικιλόσχημα καπέλα, με πολυχρώμους ποδιάς, με τα καλαθάκια τους, με ταις σάκκαις των, εύθυμα, γελαστά, πλήρη ευθυμίας, πάντα όμως φέροντα αποτυπωμένα επί του προσώπου των τα ίχνη της αναιμίας και της χλωρώσεως, υφ’ ων καταβασανίζεται πάσα η μαθητεύουσα θήλεια νεολαία των Αθηνών.

Κατά μήκος της κυρίας προσόψεως και του Προτύπου, παλαιού οικοδομήματος, κειμένου εις την γωνίαν των οδών Αρσάκη και Πανεπιστημίου ίσταντο εις παράταξιν οι κουλουρτζήδες με τα πλατέα ξύλινα τεψιά των και τα τριγωνοειδείς βάσεις των, εκθέτοντες τα κουλούρια των και εκθειάζοντες την ποιότητά των, ενώ έτεροι προνομιούχοι, σύντροφοι ίσως του θυρωρού και της επιστάτριας, είχον στήσει τα φορητά κουλουροπωλεία των εντός αυτής της αυλής του Προτύπου.

Διαβάστε τη συνέχεια

Αρρώστιες, θανατικά, μαγικά και φυλαχτά

Στην οδό Ευριπίδου, γύρω από έναν αρχαίο κίονα, είναι χτισμένο ένα εκκλησάκι, ο Άϊ-Γιάννης της Κολώνας. Κάτω από αυτόν τον κίονα, απομεινάρι κάποιου ασκληπιείου ίσως,  ο άγιος είχε θάψει όλες τις αρρώστιες και οι παλιοί Αθηναίοι –χριστιανοί, αλλά και ευλαβείς μουσουλμάνοι– κολλούσαν κορδέλες με τ’ όνομα της αρρώστιας κι έβρισκαν τη γιατρειά τους.

Άι Γιάννης της Κολώνας Stilling 1853

Ο Άϊ-Γιάννης της Κολώνας, σκίτσο του Δανού αρχιτέκτονα Harald Conrad Stilling, 1853.

Η Αθήνα ήταν γεμάτη από κολωνάκια, που με τη βοήθεια ενός συνδυασμού χριστιανικής πίστης, ξεχασμένης γνώσης της αρχαίας λατρείας και μαγείας έδιωχναν το θανατικό, δηλαδή τις επιδημίες πανούκλας, χολέρας, τύφου που απειλούσαν τους παλιούς κατοίκους. Η γνωστή συνοικία της Αθήνας οφείλει τ’ όνομά της στο κολωνάκι, που βρισκόταν στη Δεξαμενή και σήμερα βρίσκεται στην πλατεία Κολωνακίου.

Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Τσάκο και Ντανιέλ

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

εβραίοι φορτώνουν καράβι
Στο φόρτωμα και στο ξεφόρτωμα των καϊκιών.

Μέσα σε όλο τον κόσμο που έτρεχε κυνηγώντας το καρβέλι, οι συντοπίτες μας οι Εβραίοι τρέχανε κι αυτοί πρώτοι και καλύτεροι, κάνοντας εκτός των άλλων πολλά χαρακτηριστικά επαγγέλματα. Ήταν οι μεταπράτες της αγοράς, που είχαν ειδικευτεί σε δουλειές του ποδαριού. Αυτοί, που δίνανε το δικό τους τόνο στην αγορά και στις γειτονιές. Μια έβλεπες τον Τσάκο να πουλάει σε καρότσι ροδάκινα «λίγο χτυπημενα, λίγο βαρεμένα», φτηνά, να φάει η φτωχολογιά, που τα διαπραγματεύτηκε από κάποιο καΐκι πριν τα πετάξουν ανοιχτά στη θάλασσα, και την άλλη, να πουλάει ο ίδιος, υφάσματα «της πυρκαγιάς και της ασφάλειας», που τα απέσπασε από κάποιο στοκ συμπατριώτη του εμπόρου. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Ο γανωτής και μια απάτη με μπακίρια τον καιρό της Κατοχής

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

Τα πρωινά ήταν και η ώρα των γανωματήδων. Μαύροι από τη μουτζούρα, μούτρα και χέρια, είχαν ένα ντορβά από τριγωνικό κομμάτι τσουβάλι περασμένο στον ώμο και μάζευαν από τα σπίτια τα χαλκώματα, να τα γανώσουν και να τα παραδώσουν ασημένια κι αστραφτερά την επαύριο.

Παναγία Χαλκέων
Η Κόκκινη Εκκλησία, Παναγία Χαλκέων

Στα σπίτια μας είχαμε όλοι τσετζερέδες και ταψιά πήλινα και κυρίως χάλκινα. Ολοι ανεξαιρέτως. Το αλουμίνιο βγήκε πολύ αργότερα και φυσικά από τα ανοξείδωτα δεν είχε ιδέα ούτε η Ευρώπη. Ολοι λοιπόν, τρώγαμε από χάλκινα και ο κίνδυνος από την πράσινη οξείδωση ήταν μεγάλος. Γι’ αυτό ευδοκιμούσε η δουλειά του γανωτή. Γανωματίδια είχε η κάθε γειτονιά αλλά κυρίως, η γειτονιά της Κόκκινης Εκκλησιάς, της Παναγιάς των Χαλκέων. Οι μαστόροι τα πρωινά μαζεύανε τα χαλκώματα και παραδίνανε τα χθεσινά, ενώ τα απογεύματα δούλευαν στα εργαστήρια, όπου λαμποκοπούσαν οι φωτιές στα καμίνια τους. Ηταν μαγαζάκια μικρά με ένα μάστορα κι έναν παραγιό, ένα καμίνι με φυσερό, μασιές και μπαμπάκια, με τα οποία αλείφανε το λυωμένο καλάι, να γανωθούν τα μπακίρια. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Λεμονάδα μπούζι-μπούζι

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

Στην πλατεία μας, περαστικός αυτός, ερχότανε κι ο λεμονατζής. […] Ήταν ένας Μικρασιάτης γεράκος που δρόσιζε τον κόσμο τα καλοκαίρια στις κάψες. Γυρνούσε φαίνεται όλη τη Θεσσαλονίκη, γιατί τον θυμόμουν να περνάει κι απ’ την παλιά μας γειτονιά στην Μπότσαρη και αργότερα τον βλέπαμε σχεδόν παντού: στην παραλία, στα Λαδάδικα, στο Βαρδάρι, ακόμα και στο Ντεπώ. Δεν τον είδα ποτέ στην Τσιμισκή γιατί, φαίνεται, το καταναλωτικό της κοινό ήταν ακατάλληλο να γευθεί την ανατολίτικη λεμονάδα του.

lemonade seller in Salonika 1890

Είχε βράκα μικρασιάτικη με σελάχι. Στα πόδια φορούσε μυτερά γιεμενιά και στο κεφάλι είχε δεμένο ένα κίτρινο μαντίλι. Μια κάτασπρη ποδιά συμπλήρωνε το σύνολο. Η γραφική του φιγούρα της λαγγεμένης Ανατολής περνούσε απ’ τις γειτονιές και πότιζε λεμονάδα τον κόσμο, να ξεδιψάσει. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Ο παπλωματάς

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

παπλωματάς

Ένας τορβάς στην πλάτη, πιασμένος μ’ ένα φαρδύ ιμάντα, περασμένος λοξά, από τον ώμο ώς τη μέση. Μέσα στον τορβά διάφορα εργαλεία, υλικά ραπτικής και αρκετό αφράτο μπαμπάκι. Πασπαλισμένος από την κορυφή μέχρι τα νύχια με άσπρες νιφάδες μπαμπακιού, που του άσπριζαν τα μαλλιά, μουστάκια και φρύδια, περνούσε τα πρωινά από τις γειτονιές μας ο παπλωματάς. Στο ένα χέρι κρατάει ένα παράξενο εργαλείο, κάτι σαν πελώριο δοξάρι βιολιού, μακρύ ίσα με δύο μέτρα, που έχει πάνω του τεντωμένο ένα χοντρό βούνευρο για χορδή. Στον ώμο του έχει κρεμασμένο ένα χοντρό κι ένα μεγάλο ξύλινο εργαλείο στο σχήμα μιας οκάρικης μπουκάλας, με τον πάτο της να εξέχει περιμετρικά. Διαβάστε τη συνέχεια

Η αξέχαστη Μαρίκα Νίνου

Φέτος συμπληρώνονται 62 χρόνια από τη νύχτα 22 προς 23 Φλεβάρη που σίγησε για πάντα η μοναδική φωνή της Μαρίκας Νίνου. Έφυγε νεότατη, μόλις 35 χρόνων. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό της, ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραψε το παρακάτω κείμενο για να τιμήσει την αλησμόνητη τραγουδίστρια. Το αναδημοσιεύουμε στη μνήμη της.


Ακριβώς πριν τριάντα χρόνια ξεψύχησε η Μαρίκα Νίνου, μια από τις μεγαλύτερες φωνές που γέννησε η χώρα μας. Η θλιβερή επέτειος πέρασε, απ’ όσο ξέρω, απαρατήρητη. Γράφω αυτό το σημείωμα για να τιμήσω, από μακριά, την αλησμόνητη τραγουδίστρια που εξακολουθεί να μας δίνει κουράγιο.

Μαρίκα Νίνου

Και πρώτα-πρώτα, η Μαρίκα Νίνου δεν ήτο ελληνίδα. Η Μαρίκα Νίνου είχε αρμένικη καταγωγή. Οι γονείς της, Γκιούλα (Τριανταφυλλιά) και Οβανές (Γιάννης), ήσανε αρμένηδες της Σμύρνης, που, ως εκ θαύματος, γλιτώσανε από τη μεγάλη σφαγή. Η Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1922, πάνω στο βαπόρι Ευαγγελία, που έφερνε την οικογένεια Αταμιάν στον Πειραιά. Οι Αταμιάν κατέληξαν στην Κοκινιά. Ο πατέρας της Μαρίκας Νίνου, που ήτανε χύτης, έψαξε για δουλειά. Η οικογένεια πέρασε πολύ δύσκολα χρόνια. Διαβάστε τη συνέχεια

Ο Ελαιώνας που είχαμε

Αστεροσκοπείο 1860 πίσω ο Ελαιώνας
Το Αστεροσκοπείο και στο βάθος ο Ελαιώνας, 1860.

«Πυκνός, βαθύς, σκιερός, πού μεν μαύρος, πού δε πρασινίζων, με τας πυκνάς συστάδας των δένδρων του, με τα φαλακρά και αμπελόσπαρτα μέρη του, με τας οφιοειδείς οδούς του, τας μη στερουμένας ποιήσεως γεφύρας του, τους κατεσπαρμένους εδώ κι εκεί μανοσπόρους* αγροτικούς οικίσκους του, εξετείνετο ο γηραιός Ελαιών, το ωραίον αυτό συμπλήρωμα της μοναδικής των ορέων στεφάνης, η πτωχή αύτη, αλλ’ ειλικρινής απάντησις της στείρας Αττικής γης εις το θείον των ανθρώπων έργον, την Ακρόπολιν.

Ακρόπολη, προπύλαια, στο βάθος Αστεροσκοπείο και ο Ελαιώνας
Τα Προπύλαια, το Αστεροσκοπείο και στο βάθος ο Ελαιώνας.

Η πρωία ήταν γλυκυτάτη, καίτοι ήτο ήδη 6 Δεκεμβρίου. Ωραίος ήλιος κατεφώτιζε το δάσος, εθέρμαινε δια των αδυνάτων ακτίνων του και έδιδε εύθυμον χροιάν εις τα δένδρα, τους ανθρώπους, τας οικίας. Πνοή ανέμου δεν ετάρασσε την ανάπαυσιν της φύσεως και το έδαφος ξηρόν και απολιθωθέν κατόπιν ισχυροτάτου βορρά επελθόντος μετά ραγδαίαν βροχήν αντήχει ιδιαιτέρως το ποδοβολητόν των ίππων και είχεν εις τον ύπατον βαθμόν την τόσον προσιδιάζουσα εις το αττικόν έδαφος ελαστικότητα».

θέα από το Αστεροσκοπείο Kuhn, J 1870
Θέα από το Αστεροσκοπείο, 1870. Στο βάθος ο Ελαιώνας.

*μανόσπορος: ο αραιά σπαρμένος


Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Στον Ελαιώνα», από το βιβλίο του Ν. Ι. Σπανδωνή Η Αθήνα μας, Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893

Τα στρατοδικεία

 

Κείμενο του Ηλία Πετρόπουλου από το βιβλίο Πτώματα, πτώματα, πτώματα…

Στή διάρκεια του Ἀνταρτοπολέμου τά στρατοδικεῖα τῆς Θεσσαλονίκης δουλεύανε ρολόι. Μέ τόν ἴδιο ρυθμό δουλεύανε καί τά ἐκτελεστικά ἀποσπάσματα. Οἱ ἐκτελέσεις γινόντουσαν πίσω ἀπό το Γεντί-Κουλέ. Τά πτώματα τά ἔθαβαν ἐπί τόπου. Ἐκείνη τήν ἐποχή πίσω ἀπό τό Γεντί-Κουλέ ἦταν μιά ἀπέραντη ἐρημιά. Τά κοντινότερα σπίτια (Συκιές μεριά) ἀπεῖχαν τουλάχιστον πεντακόσια μέτρα.

Τά μοναδικά πράγματα πού ἔβλεπες πίσω ἀπό το Γεντί-Κουλέ ἤσανε τό γκρεμισμένο μνῆμα του Μπαμπά, ἕνα μαρμαρένιο κολονάκι καί μιά κερασιά. Αὐτός ὁ Μπαμπάς ἤταν κάποιος ἅγιος δερβίσης. Στον τάφο του ἔκαιγε ἕνα ἀκοίμητο καντήλι, πού το τροφοδοτούσανε μέ λάδι οἱ τοῦρκοι προσκυνητές (ἐρχόντουσαν ἀπό τήν Ξάνθη καί τήν Κομοτινή), ἀλλά καί δικές μας γριοῦλες. Τό κολονάκι φαίνεται να ἦταν κατάλοιπο ἀπό κάποιο ἄλλο μνῆμα. Ὅσο γιά τήν κερασιά λέγανε πώς ἐκεῖ, ἀκριβῶς μπροστά της, ἔστηναν τούς μελλοθάνατους.

Διαβάστε τη συνέχεια