Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα;

Παρ’ όλη τη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος για την πραγματοποίηση του «εθνικού» πανηγυριού, παρ’ όλους τους στολισμούς των δρόμων και των κτιρίων, παρ’ όλα τα τεράστια πανό με τετραυγουστιανά συνθήματα σε τοίχους και σε μάντρες, παρ’ όλα τα εμβλήματα, τα λάβαρα, τα διπλά τσεκούρια, τις παρελάσεις, τις αντιπροσωπείες απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, τους εθνικούς χορούς, τις εθνικές φορεσιές, τους μαυροντυμένους φαλαγγίτες, τις μαυροντυμένες φαλαγγίτισσες, τις ουρανομήκεις ζητωκραυγές, τα πυροτεχνήματα, τις λαμπαδηφορίες, τα παλαμάκια, το τιγκαρισμένο Στάδιο, το φανατισμένο πόπολο, τον φασιστικό χαιρετισμό και τον «εθνικό» κυβερνήτη φουσκωτό καμαρωτό, κάτι θα έλειπε από τον εορτασμό της 4ης Αυγούστου του 1938.
Τι; Ένας ύμνος.
Το κενό καλύφθηκε. Και ιδού!

Διαβάστε τη συνέχεια

Αποχαιρέτησαν για πάντα τον τόπο τους, το όμορφο Μελένικο, έβαλαν φωτιά στους προγονικούς τάφους και στα σπίτια τους και πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς

Το όμορφο Μελένικο χτίστηκε σε μια βαθιά χαράδρα με ασβεστολιθικά πετρώματα. To κόκκινο κρασί του ήταν ονομαστό και διατηρούταν σε βαρέλια τεραστίων διαστάσεων στις τρυπητές, στις υπόγειες στοές κάτω από τα σπίτια, που είχαν σταθερή θερμοκρασία χειμώνα καλοκαίρι. Το Μελένικο εξελίχθηκε σε πλούσια εμπορική πόλη και κέντρο του Ελληνισμού στο βόρειο τμήμα της Ανατολικής Μακεδονίας. Σήμερα είναι χωριό της νότιας Βουλγαρίας και τουριστικό αξιοθέατο. 

Εφημερίδα Εμπρός, 4/17 Ιουλίου 1913

Το καλοκαίρι του 1913 οι κάτοικοι του Μελένικου γέμισαν χαρά κι ελπίδα, όπως συνέβη και με τους κατοίκους της Δοϊράνης και τόσων άλλων πόλεων, όταν υποδέχτηκαν ως απελευθερωτή τον Ελληνικό στρατό. Όμως, η συνέχεια ήταν τραγωδία και προσφυγιά. Σε λίγες μέρες, 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου, υπογράφτηκε η συνθήκη του Βουκουρεστίου, που όρισε τα σύνορα της Ελλάδας μέχρι την οροσειρά του Μπέλλες κι έδωσε το Μελένικο στη Βουλγαρία.

Οι Μελενικιώτες, για να γλιτώσουν από τις μετά βεβαιότητος αναμενόμενες σφαγές και ωμότητες των κομιτατζήδων, πήραν την απόφαση να μετοικήσουν στην Ελλάδα υπό την προστασία του αποσυρόμενου Ελληνικού στρατού.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς, ο τενόρος, το σουξέ και η πονηρή Κολούμπια

Ο μπάρμπα-Γιάννης ο κανατάς ήταν τύπος της Παλιάς Αθήνας. Οι παππούδες των παππούδων των σύγχρονων Γκάγκαρων μπορεί και να τον γνώρισαν προσωπικά. Οι υπόλοιποι γνώρισαν τη φήμη του και το τραγούδι που γράφτηκε γι’ αυτόν, περί το 1870, από τον αρχιμουσικό της Βασιλικής Φρουράς Ανδρέα Σάιλερ, που διασκεύασε μια ιταλική μελωδία.
Τα χρόνια πέρασαν, η Παλιά Αθήνα έσβησε και ο μπάρμπα-Γιάννης ξεχάστηκε. Ώσπου, το 1933, ο τενόρος και συνθέτης Πέτρος Επιτροπάκης ανέσυρε από τη λήθη το παλιό τραγούδι, το διασκεύασε και το τραγούδησε σε μία ανεπανάληπτη, λυρική και ταυτόχρονα χιουμοριστική, εκτέλεση. Σε χρόνο ρεκόρ έγινε τεράστια επιτυχία, σε σημείο να ξεπεράσει το αθάνατο «Γελεκάκι» του Ολλανδέζου.

Η παρτιτούρα του τραγουδιού εκδόθηκε από τον Μουσικό Οίκο Γαϊτάνου.
(Φωτογραφία από το αρχείο του ΕΛΙΑ).

Το έπαιζαν στο πιάνο οι κόρες των καλών οικογενειών, το τραγουδούσαν οι συντροφιές «στις μάντρες της αθηναϊκής γειτονιάς που λέγονται ταβέρνες», το έλεγαν οι κανταδόροι (που τους κυνηγούσε η αστυνομία, γιατί κάποιος σοφός νους είχε αποφασίσει ότι τα άσματα διατάρασσαν την τάξη), το έπαιζαν τα γραμμόφωνα. Γενικά, όλη η Αθήνα τραγουδούσε «μπάρμπα Γιάννη κανατά».
Σε λίγο, λόγω της επιτυχίας του τραγουδιού, οι εφημερίδες άρχισαν να γράφουν για τον ξεχασμένο τύπο της Παλιάς Αθήνας, που τον θυμήθηκε και τον ανάστησε η σύγχρονη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Δύο ζαχαροπλαστεία πολυτελείας, ένας ζαχαροπλάστης που δεν το ’βαζε κάτω και δυο χιλιάδες πιτσιρίκια

Είχαμε μιλήσει παλιότερα για το ζαχαροπλαστείο Δεσποτικό, που άνοιξε προπολεμικά ο Αντώνης Ακζιώτης στην οδό Μέρλιν στο Κολωνάκι, για τον άσχημο ρόλο του εκδότη Σαλίβερου, που του το άρπαξε μέσα απ’ τα χέρια, και για τον επίσης άσχημο ρόλο του Σπύρου Μελά, που παρασκηνιακά σιγοντάριζε το αφεντικό του. Το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ. Επανερχόμαστε βάζοντας στο σκηνικό τον Τσελεμεντέ, την εξωφρενική απόφαση της κυβέρνησης Τσαλδάρη για υποχρεωτική κατανάλωση σταφιδόψωμου και μια φιλανθρωπία που σταμάτησε την κυκλοφορία στο κέντρο της Αθήνας.

Η οδός Μέρλιν τη δεκαετία του ’30, όταν επί Κοτζιά γίνονταν έργα οδοποιίας. (Φωτογραφία από το αρχείο του ΕΛΙΑ)

Το 1932 ο Ακζιώτης είχε την ιδέα να ιδρύσει σχολή μέσα στο ζαχαροπλαστείο Δεσποτικό και να παραδίδει μαθήματα μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής. Η ιδέα του ήταν πρωτότυπη και τα μαθήματα είχαν μεγάλη επιτυχία. Τα παρακολούθησαν «περισσότεραι των χιλίων ατθίδων» – δεσποινίδες και κυρίες πλούσιων οικογενειών, που ήθελαν να βελτιώσουν τις γνώσεις τους και κρατούσαν σημειώσεις. Τα μαθήματα έμοιαζαν πιο πολύ με κοσμικές συγκεντρώσεις και όταν μάλιστα επρόκειτο να παρευρεθούν δημοσιογράφοι, η τουαλέτα και το παρφέν πήγαινε σύννεφο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Γρηγόρης Λαμπράκης – 57 χρόνια από τη δολοφονία του

Μακεδονία, 23 Μαΐου 1963

Μακεδονία, 24 Μαΐου 1963

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες… Ο Μίκης Θεοδωράκης μας μιλάει για τις τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Λαμπράκη στο ΑΧΕΠΑ. Μια μοναδική μαρτυρία στη συνέντευξη που είχε δώσει στον Κωνσταντίνο Μπλιάτκα τον Μάιο του 1998 για την εκπομπή «Με Μια Τρίτη Ματιά». Την ώρα που ο μαραθωνοδρόμος της Ειρήνης χαροπάλευε βρέθηκαν στο πλευρό του ο Μίκης, ο Γιάννης Ριτσος, ο Μανώλης Γλέζος, ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο ποιητής και ακτινολόγος γιατρός Μανόλης Αναγνωστάκης. Η συγκλονιστική παρουσία μερικών δεκάδων γενναίων φοιτητών έξω από το νοσοκομείο, στην μπούκα του αυταρχικού κράτους. Μόλις είδαν τους δυο δημιουργούς του «Επιτάφιου», τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γιάννη Ρίτσο άρχισαν να τραγουδούν δακρυσμένοι το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες».

Δείτε περισσότερα

Αρσενικό και παστή σαρδέλα – ο σύζυγος μαζί με τις δύο ερωμένες του έβγαλε από τη μέση τη σύζυγό του

Ο Ντίνος, γεωργός στο επάγγελμα, ζούσε σ’ ένα χωριό κοντά στη Σπάρτη. Είχε σχέσεις με τη Γεωργία, αλλά ξενοκοίταζε κιόλας. Τον ήξεραν στο χωριό· ήταν ο χαρακτήρας του τέτοιος. Η Γεωργία ήταν χήρα, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή του κι είχε και κόρη της παντρειάς.

Ο Ντίνος

Κάποτε αποφάσισε κι αυτός να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Βρήκε την Ελένη, που ήταν νέα και όμορφη, έστειλε προξενήτρα και τη ζήτησε. Είπε στους δικούς της ότι είχε περιουσία, κτήματα από τον πατέρα του. Φούμαρα! Τίποτα δεν είχε. Πάντως την Ελένη του την έδωσαν κι ο γάμος έγινε.

Η Ελένη

Της Γεωργίας της κακοφάνηκε πολύ και την φαρμάκωνε η ζήλια. «Θα τηνε φάει το φίδι», είπε για τη νύφη τη μέρα του γάμου. Όχι ότι υπήρχε ποτέ περίπτωση να την παντρευτεί ο Ντίνος, αλλά είχε κάνει κι αυτή τα σχέδιά της. Και να τώρα που της τον έπαιρνε μια άλλη. Τη μισούσε και κάθε μέρα που περνούσε το μίσος της φούντωνε πιο πολύ.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα – μεταμφιέστηκε σε αγόρι για να βρει δουλειά και δημιούργησε ερωτικές σχέσεις με γυναίκες για να μην την υποψιαστούν

Χειμώνας του 1939. Στις πέντε τα ξημερώματα ένας νεαρός ποδηλάτης, μ’ ένα καλάθι με κούμαρα δεμένο στο ποδήλατο, πήγαινε αντικανονικά στην οδό Σικελιανού στους Αμπελόκηπους. Ένας αστυφύλακας τον σταμάτησε για να του κάνει έλεγχο. Ο ποδηλάτης δεν είχε άδεια, ο αστυφύλακας υποψιάστηκε ότι το ποδήλατο ήταν κλεμμένο και τον συνέλαβε. Νεαρός, ποδήλατο και κούμαρα βρέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Αμπελοκήπων.
— Είσαι ο και λέγεσαι.
— Θρασύβουλος Ανδριανόπουλος.

Ο νεαρός ποδηλάτης

Ο ενωμοτάρχης διέταξε την κράτησή του, γιατί ένα ποδήλατο είχε κάνει φτερά από τους Ποδαράδες και μάλλον ήταν αυτό με τα κούμαρα. Ο Θρασύβουλος κλείστηκε στο κρατητήριο. Το πρωί διατάχθηκε έρευνα στην κάμαρα που νοίκιαζε, Ηπείρου και Φυλής, μήπως βρεθούν και άλλα κλοπιμαία. Βρέθηκε μια βαλίτσα με γυναικεία ρούχα.
Άρχισε η ανάκριση.
— Τα ’κλεψες.
— Όχι.
— Βρε, τα ’κλεψες και λέγε από πού.
— Δεν τα ’κλεψα. Ορκίζομαι στα κόκαλα του πατέρα μου και της μάνας μου.
— Και πού τα βρήκες;
— Δικά μου είναι.
— Ποιον κοροϊδεύεις, ρε;
Στο σημείο αυτό ο Θρασύβουλος έφαγε μερικές σφαλιάρες, μέχρι που έβαλε τα κλάματα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του τόσο όσο…
— Δεν είμαι αγόρι. Κορίτσι είμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια

Χρίστος Τσιγγιρίδης – ο πρωτοπόρος οραματιστής που ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη τον πρώτο ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό

Η διαδρομή της ελληνικής ραδιοφωνίας έχει αφετηρία της τη Θεσσαλονίκη, την ιδιωτική πρωτοβουλία και το όραμα του ανθρώπου που έφτιαξε τον πρώτο ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό.
Τον καιρό που οι βελόνες των λιγοστών αθηναϊκών ραδιοφώνων έπιαναν μόνον ξένους σταθμούς, η Θεσσαλονίκη άκουγε τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, που ίδρυσε ο Χρίστος Τσιγγιρίδης.

Από την Ανατολική Ρωμυλία στη Γερμανία και κατόπιν στην Ελλάδα
Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης γεννήθηκε το 1877 στη Φιλιππούπολη από πλούσιους Έλληνες γονείς. Ξέσπασε το Μακεδονικό, πέθανε ο πατέρας, τα οικονομικά στένεψαν και στις αρχές του 20ου αιώνα η οικογένεια κατέφυγε στη Γερμανία. Στη Στουτγάρδη δημιούργησε μια κερδοφόρα επιχείρηση, που επέτρεψε στον Χρίστο να συνεχίσει στις σπουδές του στο εκεί Πολυτεχνείο. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός, δημιούργησε δική του οικογένεια και το 1918 ήρθε στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκε στη Λάρισα, όπου ανέλαβε τη Διεύθυνση της Εταιρείας Ηλεκτροφωτισμού και Ύδρευσης. Το όνειρό του να ιδρύσει ραδιοφωνικό σταθμό τον οδήγησε στη Θεσσαλονίκη.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η θρυλική Κοκσινέλ, που η ομορφιά της γοήτευε άντρες και γυναίκες στο καμπαρέ Καρουσέλ του Παρισιού – όπως την περιγράφει ο Μίνως Αργυράκης

Τον Απρίλιο του 1959 ο Μίνως Αργυράκης μετέφερε στις σελίδες της εφημερίδας Ελευθερία με σκίτσα και με κείμενα τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στο Παρίσι. Το άρθρο του για τη Μονμάρτη, τα μιούζικ χολ, τα καμπαρέ και το στριπτίζ ήταν ένα πικάντικο θέμα που ευχάριστα σχολίασαν οι αναγνώστες.

ΚοκσινέλΤο να γράψει όμως για το καμπαρέ Καρουσέλ, για τις πανέμορφες τρανς γυναίκες, που κάτω από το μακιγιάζ, την περούκα και το στρας ήταν πανέμορφα αγόρια (ή ήταν κάποτε), και για την ωραιότερη απ’ όλες, τη θεϊκή Κοκσινέλ, εν έτει 1959, ήθελε κάποια τόλμη.
Το άρθρο έχει πολύ ενδιαφέρον και το παραθέτω ολόκληρο. Συνοδεύεται από τρία σκίτσα του Μίνου Αργυράκη και μία φωτογραφία της Κοκσινέλ από το πρόγραμμα του καμπαρέ. Είχα την τύχη να βρω κάποιες φωτογραφίες από το πρόγραμμα του La Carrousel και τις πρόσθεσα.

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΚΑΜΠΑΡΕ ΚΑΡΟΥΣΕΛ

Αργυράκης Κοκσινέλ τίτλος Ελευθερία 19-4-1959

Ένα από τα πιο περίεργα μα και τα πιο γοητευτικά θεάματα που μονάχα στο Παρίσι μπορεί κανείς να τα απολαύσει είναι αναμφισβήτητα αυτό που βλέπει κανείς στο καμπαρέ «Καρουσέλ».
Μετά τα μεσάνυχτα μέσα στο μικρό αλλά αριστοκρατικό αυτό κέντρο, σβήνουν σιγά σιγά τα πολλά φώτα, χαμηλώνει η ορχήστρα του χορευτικούς της ρυθμούς και οι προβολείς ρίχνουν τις χρωματιστές τους ακτίνες πάνω σε κάτι πολύ αλλόκοτο. Μπροστά στα μάτια σου παρελαύνουν η μια μετά την άλλη σειρά από γυναίκες εκπάγλου καλλονής, χορεύουνε, τραγουδάνε και κάνουνε τα νούμερά τους με μια τέτοια θηλυκότητα που σπάνια μπορεί να τη συναντήσει κανείς αλλού.
Κι όμως, εδώ είναι το περίεργο, όλες οι γοητευτικές αυτές γυναίκες είναι νεαροί. Μπορείς μάλιστα να δεις και τη φωτογραφία τους, πώς δηλαδή είναι στην πραγματικότητα και στο πρόγραμμα. Ναι, ναι, έχει και συνέχεια!

Τον καιρό που οι γυναίκες δεν φορούσαν «αντρικά» και το παντελόνι αποτελούσε προσβολή της δημοσίας αιδούς

Όταν η Ρένα έφυγε από το σπίτι του πλούσιου θείου της, όπου της φέρονταν άσχημα και τη μεταχειρίζονταν σαν υπηρέτρια, αναγκάστηκε να δουλέψει. Έψαχνε για μέρες στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων, αλλά μάταια. Άλλοτε τη θέση την είχε πάρει κάποια άλλη και άλλοτε ο εργοδότης είχε πονηρούς σκοπούς. Στην αγωνία της, της ήρθε η ιδέα να φορέσει κουστούμι και ν’ αναζητήσει δουλειά ως άντρας. Έκοψε τα μαλλιά της, συστήθηκε ως Περικλής και προλήφθηκε σαν βοηθός σοφέρ σε κάποιο πλούσιο σπίτι.
Αυτά συνέβαιναν στα Τέσσερα σκαλοπάτια, μια από τις αγαπημένες ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που γυρίστηκε το 1950. 

Τα τέσσερα σκαλοπάτια

Η Ζινέτ Λακάζ με κοντό μαλλί και «αντρικά» στην ταινία «Τα τέσσερα σκαλοπάτια».

Για πολλές δεκαετίες το παντελόνι ήταν αποκλειστικά αντρικό ρούχο και σημάδι ανδρισμού. Η φράση «εγώ φοράω παντελόνια», σήμαινε ότι αυτός που την έλεγε διέθετε εντιμότητα και ο λόγος του ήταν συμβόλαιο. Καααλά!

μόδα πλαζ 1932.jpg

1932

Εντυπωσιακές εικόνες, όπως η παραπάνω γαλλική, αναδημοσιεύονταν μεν στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά δεν είχαν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Γυναίκα με κοντά μαλλιά, τσιγάρο και παντελόνι μπορεί στη Γαλλία να θεωρούταν κομψή, αλλά στην Ελλάδα ήταν εξώλης και προώλης. Άσε που οι Έλληνες στις παραλίες εμφάνιζαν εικόνα προσφυγιάς με τις καλαθούνες, τις συμπεθέρες, τα πιτσιρίκια, τον πάτερ-φαμίλια, τα λουτρόπανα, τις ρόμπες και τα κεφτεδάκια.
Στη δεκαετία του ’30 οι γυναίκες δεν εμφανίζονταν δημόσια φορώντας παντελόνι και όσες το τόλμησαν ή τις μάζεψε η αστυνομία ή τις έγραψαν οι εφημερίδες – ή και τα δύο μαζί.
Τα άρθρα διανθίζονταν με πικρόχολα και χλευαστικά σχόλια και με επιεικώς απαράδεκτους χαρακτηρισμούς για το ποιόν της γυναίκας και την ψυχική της υγεία. Αν μάλιστα η συμπεριφορά της ήταν αντισυμβατική, ο χαρακτηρισμός «ψυχοπαθής» ήταν ψωμοτύρι· και πλάι του κολλούσαν την πληροφορία ότι επρόκειτο περί κομμουνίστριας, γιατί, ως γνωστόν, αυτές οι κομμουνίστριες, ανέκαθεν, ήταν
ικανές για όλα.

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα

Η Χριστίνα ως Θρασύβουλος.

Η Χριστίνα δεν χαρακτηρίστηκε ούτε ψυχοπαθής ούτε κομμουνίστρια, γιατί η ιστορία της συγκίνησε το πανελλήνιο.
Εγκατέλειψε τη φτώχεια του χωριού της και την οικογενειακή εστία, που μετά τον θάνατο των γονιών μόνο δυστυχία είχε προσφέρει, φόρεσε αντρικά κι έγινε Θρασύβουλος για να κερδίσει τον επιούσιο. Έψαξε ακούραστα για δουλειά από πόλη σε πόλη της Πελοποννήσου, μέχρι που έφτασε και στην πρωτεύουσα.
Το καλοκαίρι του 1938 που ξεκίνησε η περιπέτεια, η Χριστίνα δεν ήταν παρά δεκατριών χρόνων. Δούλεψε σκληρά, έκανε φιλίες με συναδέλφους και βγήκε ραντεβού με κορίτσι, για το… ξεκάρφωμα. Ήταν ένα δυνατό κι έξυπνο πλάσμα που, όταν μαθεύτηκε η ιστορία της, κέρδισε τη συμπάθεια της κοινής γνώμης, των εφημερίδων και των αρχών, λέγοντας ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος που είχε για να κερδίσει τη ζωή της, χωρίς να κινδυνέψει η τιμή της. 

κορίτσι δούλευε σαν αγόρι 1939.jpg

1939


ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την περιπέτεια της Χριστίνας.


Η ιστορία της Μαίρης

Η Μαίρη, 1933.

Η Μαίρη ήταν διαφορετική περίπτωση. Προερχόταν από πλούσια οικογένεια, είχε ζήσει στο εξωτερικό, ήταν μορφωμένη και δεν την απασχολούσε το θέμα της τιμής και της επιβίωσης, αλλά της αυτοδιάθεσης.  Με τα μαλλιά κομμένα κοντά, φορώντας μπερέ και παντελόνι, κατέβηκε ένα βράδυ στον Πειραιά και διασκέδασε σε ύποπτα κέντρα. Κάποιοι θεώρησαν ότι πήγαινε γυρεύοντας και της επιτέθηκαν «με ευνόητους σκοπούς». Εκείνη όχι μόνον αντιστάθηκε, αλλά τράβηξε μαχαίρι και κυνήγησε τους επίδοξους βιαστές. Κατέληξε στο αστυνομικό τμήμα. Στον ντόρο που ακολούθησε κανείς δεν αναρωτήθηκε γιατί κατέληξε μόνον η Μαίρη στο τμήμα και όχι οι επίδοξοι βιαστές. Τα περί αυτοδιάθεσης της Μαίρης ήταν ψιλά γράμματα για τους αστυνομικούς και τους δημοσιογράφους, που τη χαρακτήριζαν «ηρωίδα των τεκέδων», «πράκτορα της Γκεπεού» και που είχαν βγάλει τη διάγνωση ότι είναι ψυχοπαθής και ότι πρέπει να εγκλειστεί στο Δαφνί.

ψυχοπαθής αντρικά 1933

Οι μόνες γυναίκες που ο πουριτανισμός της εποχής ανεχόταν να φοράνε παντελόνια ήταν οι καλλιτέχνιδες.

Η Αγγέλα

Η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που εμφανίστηκε επί σκηνής φορώντας φράκο.

Η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου

Η Αγγέλα ήταν από καλλιτεχνική οικογένεια, αδελφή του συνθέτη Βαγγέλη Λυκιαρδόπουλου.  Εμφανιζόταν με την κιθάρα της στην περίφημη Μάντρα του Αττίκ και συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής: Θεόφραστο Σακελλαρίδη, Κώστα Κοφινιώτη, Μιχάλη Σουγιούλ, Γιάννη Βέλλα, τη Δανάη, την Κάκια Μένδρη και τη Νινή Ζαχά. Τραγούδησε με τον Εντουάρντο Μπιάνκο, τον βασιλιά του τανγκό, κι έκανε παγκόσμια περιοδεία μαζί του. Συνέχισε την καριέρα της στο εξωτερικό κι εγκαταστάθηκε στο Χόλιγουντ, όπου πέρασε την υπόλοιπη ζωή της.


Κάποια ξένη ηθοποιός, τη δεκαετία του ’30, που κυκλοφόρησε με παντελόνι στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, πρέπει να αισθάνθηκε πολύ αμήχανα, γιατί όλοι την κοίταζαν σαν περίεργο φαινόμενο. Παραλίγο να την προγκάρουν, αλλά γλίτωσε, όταν έγινε γνωστό ότι ήταν εγγλέζα και όχι κάποια εκκεντρική Αθηναία.

γυναίκα με παντελόνια Αθήνα1939

1939

Βέβαια, εκείνη την εποχή ο συντηρητισμός όχι μόνον έφτανε στα όρια του παραλογισμού, αλλά τα ξεπέρναγε. Κάποιοι σοφοί εγκέφαλοι προβληματίζονταν αν ήταν σωστό οι γυναίκες ν’ ασχολούνται με τον αθλητισμό. Με τη γυμναστική δεν είχαν πρόβλημα, αλλά για τον αθλητισμό θεωρούσαν ότι ασχημίζει τις γραμμές του γυναικείου σώματος και κάνει τις γυναίκες να «αντροφέρνουν», να γίνονται «ζορμπάδες» και στην τελική να μένουν «γεροντοκόραι». 

η γυμναστική ασχημίζει 1930

1930

Οι γυναίκες έπρεπε να είναι το ωραίο φύλο και οι άντρες το ισχυρό. Τα περί ισότητας των δύο φύλων ανήκαν στη σφαίρα της τρελής φαντασίας. Ο άντρας ήταν η κεφαλή της οικογένειας και για να προστατεύσει την τιμή του δικαιούταν να φτάσει μέχρι φόνο. Ο νόμος ήταν με το μέρος του.
Τα γυναικεία ζητήματα ήταν πηγή κρύων και σεξιστικών αστείων. Όταν τον Μάρτιο του ’33 έκαναν φτερά από το πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 2000 εκλογικά βιβλιάρια γυναικών, που δεν είχαν παραληφθεί ακόμα από τις δικαιούχους, το θέμα δεν θεωρήθηκε ιδιαίτερα ανησυχητικό. Έδωσε όμως λαβή για έντυπες κρυάδες.

Κλοπή βιβλιαρίων γυναικών 3-1933

Μάρτιος 1933

Οι δημοσιογράφοι έβρισκαν γαργαλιστικό να διανθίζουν, ακόμα και στις πιο τραγικές ειδήσεις, με κάποια γυναικεία παρουσία, που δήθεν υπήρξε η πέτρα του σκανδάλου.
Στη δεκαετία του ’30, της κρίσης, της πτώχευσης και της συμφοράς, που οι πλημμύρες είχαν καταστρέψει τη σοδειά, που στην επαρχία άνθρωποι και ζώα πέθαιναν κυριολεκτικά από ασιτία, που γίνονταν πορείες πείνας και ντου απόγνωσης στους φούρνους, ο δαιμόνιος δημοσιογράφος ανακάλυψε ότι αφορμή των τραγικών γεγονότων της Νάουσας ήταν μία γυναίκα.

Ας επιστρέψουμε στο θέμα παντελόνι. Το θέαμα μιας γυναίκας με παντελόνι έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί προσβολή της δημοσίας αιδούς. Σε μερικούς κύκλους, όμως, εξακολουθεί να θεωρείται τολμηρό ή απρεπές. Κάποιοι ιεροί χώροι επιβάλλουν να εισερχόμαστε «ευπρεπώς ενδεδυμένοι». Επισκέπτριες με παντελόνι δεν θεωρούνται πάντοτε ευπρεπείς. Στα αυστηρά μοναστήρια τους δίνουν να φορέσουν μακριές μαύρες ρόμπες.
Στη σύγχρονη ζωή οι ακραιφνείς χριστιανές δεν φοράνε παντελόνια, γιατί είναι αμαρτία οι γυναίκες να μιμούνται τους άντρες. Άσε που το παντελόνι τονίζει σημεία του σώματος που πρέπει να είναι καλυμμένα.


Πριν μερικά χρόνια εικονογραφούσα ένα παιδικό βιβλίο για κάποιον «νηστίσιμο» εκδοτικό οίκο. Έφτιαξα μία παρέα παιδιών, αγοριών και κοριτσιών, να παίζουν μακριά γαϊδούρα. Όλα φορούσαν φόρμες. Έστειλα τα σκίτσα στη συγγραφέα, «νηστίσιμη» επίσης, και περίμενα τις παρατηρήσεις της.
Ντριν, το τηλέφωνο.
— Τέτη μου, είχα έναν λογισμό.
— Δεν αρχίζουμε καλά, σκέφτηκα.
— Τα κοριτσάκια καλύτερα να μη φοράνε παντελόνι.
— Γιατί;
— Ε, να, εμείς αποφεύγουμε το παντελόνι.
— Και πώς θα παίζουν μακριά γαϊδούρα; Θα φαίνεται το βρακί τους.
— Να μην παίζουν. Να παρακολουθούν μόνο.