Η Τσικνοπέμπτη, ο μπαλνταφάς και ο Γήσης

Γήσης Παπαγεωργίου
Γήσης Παπαγεωργίου

Ο κύριος της φωτογραφίας είναι ένας πολύ γνωστός και εξαιρετικός σκιτσογράφος. Όταν παραιτήθηκε από πλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού, ασχολήθηκε με τη γελοιογραφία σε γνωστές εφημερίδες. Το λεύκωμα «Ελληνικοί πέτρινοι φάροι» που κρατάει ο Γήσης Παπαγεωργίου οφείλεται στην έρευνά του γύρω από τους πέτρινους φάρους και ολοκληρώνεται με δικά του σχέδια. Ερεύνησε και σχεδίασε τις στολές του Πολεμικού Ναυτικού από τον καιρό του Καποδίστρια ώς τις μέρες μας. Στη συνέχεια το ενδιαφέρον του τράβηξε η ελληνική παραδοσιακή φορεσιά και εδώ και δεκαοχτώ χρόνια ερευνά το θέμα και σχεδιάζει. 
Προτού τα κάνει όλα αυτά και άλλα πολλά σπουδαία πράγματα, ήταν ένα παιδί που ήθελε να ντυθεί καουμπόης, αλλά βρέθηκε μέσα στην «ξέμπαρκη» στολή του θείου του, να περνάει άσχημα σ’ έναν παιδικό χορό, ντυμένος στο περίπου ιππότης.

ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ σήμερα μου είπανε κι εγώ θυμήθηκα τότε παλιά που γινόντουσαν σαν και σήμερα οι «μπαλνταφάδες» εκ του ball d’ enfant, λέξις γαλλική, εφαρμογή εκτέλεση ελληνική. Διαβάστε τη συνέχεια

Advertisements

Μέγας αποκριάτικος χορός

Η γιαγιά και ο παππούς Τσατσούλη
Αποκριάτικος χορός σε επαρχιακή πόλη την εποχή του μεσοπολέμου. Είναι εντυπωσιακό ότι τόσοι άνθρωποι σταμάτησαν τη διασκέδασή τους και μαζεύτηκαν ο ένας κοντά στον άλλον για να χωρέσουν στον φακό του φωτογράφου, χωρίς να χάσουν το κέφι τους. Πόση ώρα, άραγε, χρειάστηκε μέχρι να τραβηχτεί η φωτογραφία και να ξαναρχίσει ο χορός;

Κάθε χρόνο, την εποχή της αποκριάς, όλοι οι σύλλογοι, σύνδεσμοι, σωματεία, αδελφότητες, ομοσπονδίες και λέσχες έδιναν τον μεγάλο ετήσιο χορό τους σε κάποιο θέατρο, ξενοδοχείο ή κέντρο. Με φράκα και τουαλέτες, με μεταμφιέσεις, με παραδοσιακές ενδυμασίες, με κοτιγιόν, με ατραξιόν, με λαχειοφόρους αγορές και διαγωνισμούς ομορφιάς, οι χοροεσπερίδες συνδύαζαν την ψυχαγωγία με τη φιλανθρωπία.
Το παλιό καρναβάλι με τα γλέντια στους δρόμους και στις γειτονιές το έσβησαν οι Βαλκανικοί και ο Πρώτος Παγκόσμιος.
Διαβάστε τη συνέχεια

Πτερωτή αράχνη

1938
1938

Η σερπαντίνα! Γιατί άραγε ο Μιμηκόπουλος το 1938 την έλεγε πτερωτή αράχνη, αφού η λέξη σερπαντίνα ήταν πολύ διαδομένη τουλάχιστον από το 1931, που φέρναμε σερπαντίνες από την Ιαπωνία;

Σερπαντίνες Ελεύθ Άνθρ 5-2-1931
1931. Σερπαντίνες Ιαπωνίας.

Όταν ξαναζωντάνεψε η παλιά αθηναϊκή αποκριά και κάηκε το πελεκούδι στην Πλάκα και στου Ψυρή

Μετά τους Βαλκανικούς και το Πρώτο Παγκόσμιο επικρατούσε μελαγχολία και κατήφεια. Η ανακωχή δεν έφερε πίσω ούτε το παλιό καρναβάλι ούτε την ευθυμία και το κέφι. Ο πόλεμος άφησε πολλή δυστυχία και φτώχεια. Από το 1920 και για μια δεκαετία δεν γινόταν καρναβάλι στην Αθήνα παρά μόνον αποκριάτικοι χοροί, που συνδύαζαν τη φιλανθρωπία με την ψυχαγωγία. Οι Αθηναίοι του μεσοπολέμου φορώντας φράκα και τουαλέτες το είχαν ρίξει στον χορό πάνω στα παρκέ και κόντευαν να ξεχάσουν τα γλέντια στους δρόμους και στις γειτονιές. Ώσπου το 1931 το Κομιτάτο της Αποκριάς είχε την ιδέα να αναβιώσει την παλιά αθηναϊκή αποκριά, όπως γιορταζόταν πριν έρθουν εξ Εσπερίας τα άρματα και οι μασκαράτες.
Ας την παρακολουθήσουμε!


Στην Παλιά Αθήνα, στις γειτονιές του Ψυρή και της Πλάκας, ξαναζωντανεύει η αποκριά του παλιού καιρού με φουστανέλες, σουραύλια, πίπιζες, ζουνάρια και φέσια καπετανέικα, λυχνάρια αθηνέικα με τα πέντε φιτίλια, με στολισμένες ταβέρνες να συναγωνίζονται ποια θα είναι η καλύτερη, Συνεχίστε το διάβασμα

Αποκριάτικο ευθυμογράφημα του Σταμ. Σταμ.

Ο μοναδικός, οξυδερκής, ανοιχτόμυαλος, παρατηρητικός και με λεπτό χιούμορ Σταμ. Σταμ. ήταν χρονογράφος, ευθυμογράφος και σκιτσογράφος. Ήταν και της νομικής. Δικός μου άνθρωπος! Μέσα από τα ευθυμογραφήματά του δίνει εικόνες μιας Ελλάδας που ακόμα δεν είχε διαμορφώσει τα τωρινά της σύνορα και παρ’ όλο που ο ίδιος κατείχε διοικητικές θέσεις (διατέλεσε έπαρχος, γενικός διοικητής και νομάρχης) δεν δίστασε καθόλου να καταγράψει τον αρπακολλισμό του ελληνικού κράτους, την αμορφωσιά των οργάνων της εξουσίας, τη στενοκεφαλιά των δασκάλων, την απληστία του κλήρου και άλλα πολλά.
Το παρακάτω εύθυμο και σατιρικό είναι από το βιβλίο του «Εύθυμα και σατιρικά» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Διόνυσος» του Γεωργίου Νασιώτη.


Διαβάστε τη συνέχεια