Έδισσον Βήχος – ο ηθοποιός με το ψευδώνυμο Απόλλων Μαρσύας που εντυπωσίασε με την κλασική ομορφιά του

«Ομορφιά αληθινά ελληνική. Κατατομή άριστη. Φωτογένεια καταπληκτική. Αληθινό εύρημα».
Αυτά έγραψε ο κριτικός κάποιας εφημερίδας για τον Απόλλωνα Μαρσύα, πρωταγωνιστή της ταινίας «Δάφνις και Χλόη». Ας σημειώσουμε ότι η κριτική του τόσο για την ταινία όσο και για το ταλέντο των πρωταγωνιστών ήταν αρνητική. Η ομορφιά του πρωταγωνιστή όμως ήταν αδιαμφισβήτητη.

Το καλλιτεχνικό όνομα Απόλλων Μαρσύας έδωσε ο Ορέστης Λάσκος, που υπέγραφε το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ταινίας, στον νεαρό πρωτοεμφανιζόμενο ηθοποιό Έδισσον Βήχο, που έπαιξε τον ρόλο του Δάφνη.
Ο Έδισσον Βήχος «υπήρξε μία πραγματική αποκάλυψις με την αρχαιοπρεπή κλασική ομορφιά του», αλλά δεν συνέχισε τον κινηματογράφο. Το 1933, δύο χρόνια μετά την πρώτη του επιτυχία, γύρισε την ταινία «Πρίγκηψ των αλητών», επίσης του Ορέστη Λάσκου, κι εγκατέλειψε την καριέρα του ηθοποιού.
Τα λίγα στοιχεία που έχουμε για τη ζωή του αναφέρουν ότι κατόπιν ασχολήθηκε με τη φωτογραφία. Το 1950 άνοιξε κατάστημα τέχνης σ’ ένα νεοκλασικό κτίριο της οδού Πατησίων κι εμπορευόταν πίνακες ζωγραφικής και κορνίζες.
Πέθανε στις 4 Ιουλίου του 1994, σε ηλικία 82 χρόνων.

Πατησίων και Γρηγοροβίου – ένα πανέμορφο νεοκλασικό που κατεδαφίζεται κι ένα κατάστημα τέχνης που δεν υπάρχει πια

Όταν ήμουν στο Γυμνάσιο, πήγαινα με τα πόδια ως το τέρμα Πατήσια, που ήταν το σχολείο. Τρόλεϊ έπαιρνα μόνον αν είχα αργήσει. Προτιμούσα τους δρόμους πάνω από τη λεωφόρο, που ήταν ήσυχοι, γιατί μου άρεσε να περπατάω και να σκέφτομαι. Για τον γυρισμό διάλεγα την Πατησίων, επειδή η παρέα, η ζωηρή κίνηση και η γρήγορη εναλλαγή των εικόνων με βοηθούσαν να ξεφορτώσω το άχαρο εξάωρο, ενός συστήματος που ποτέ δεν αισθάνθηκα φιλικό στη μάθηση και που μόνον η καλοσύνη και η ανοιχτομυαλιά κάποιων λίγων εκπαιδευτικών το έκαναν υποφερτό.

Google maps, 2009.

Την προσοχή μου πάντα τραβούσε ένα κατάστημα, γωνία Πατησίων και Γρηγοροβίου. Στεγαζόταν σ’ ένα πέτρινο διώροφο νεοκλασικό, με πολλά ακροκέραμα που το στόλιζαν σαν δαντέλα. Ήταν ένα πανέμορφο κτίριο, πνιγμένο στις μονοκόμματες και άχαρες πολυκατοικίες, που ανάσαινε κάπως λόγω της απέναντι ανοιχτωσιάς του Αγίου Λουκά, της εκκλησίας που φτιάχτηκε σε σχέδια του Τσίλερ.

Διαβάστε τη συνεχεια

Ένας σκύλος 80 χρόνων, ο σκύλος της Κυψέλης, και ο γλύπτης Ευριπίδης Βαβούρης

Το «Λαγωνικό σκυλί» της Κυψέλης, έργο του γλύπτη Ευριπίδη Βαβούρη, φωτογραφημένο στα τέλη του ’50 ή στις αρχές του ’60.

Το μαρμάρινο λαγωνικό της Κυψέλης ίσως δεν είναι πολύ γνωστό στους Αθηναίους. Πάντως στους Κυψελιώτες είναι ιδιαίτερα αγαπητό. Βρίσκεται στη Φωκίωνος Νέγρη, στο ύψος της οδού Έκτορος.
Για ποιο λόγο αποφάσισε ο δήμος Αθηναίων να στολίσει την Κυψέλη με το άγαλμα ενός σκύλου; Άγνωστο. Πάντως ήταν μια ευτυχής στιγμή.
Έχουν ακουστεί ιστορίες που θέλουν να δώσουν απάντηση στο ερώτημα: ότι το άγαλμα είναι εμπνευσμένο από έναν σκύλο που έμεινε να περιμένει πιστά το πεθαμένο αφεντικό του ή που έσωσε τη ζωή ενός κοριτσιού από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Το πιο πιθανό είναι πως αυτά ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας.

Συνεχίστε, έχει κι άλλο…

Η Καμπουρίτσα

Στα Πευκάκια έχουν συμβεί διάφορες ιστορίες. Η πιο γνωστή είναι το επεισόδιο με τον Νίκολσον και τον νταή χωροφύλακα, που πληρώσαμε με εθνικό διασυρμό. Η ιστορία της Καμπουρίτσας είναι άγνωστη. Για να το πω πιο σωστά, δεν υπάρχει καν ιστορία. Μονάχα μια κοπέλα χωρίς όνομα, με το παρανόμι Καμπουρίτσα, κι ένα χρονογράφημα που έγραψε ο Στρατής Μυριβήλης το 1937. Ιδού το!


Η Καμπουρίτσα. Έτσι την έλεγεν όλη η γειτονιά. Ανέβαινε με πολύ αργά βήματα την ανηφοριά της οδού Σίνα και εχώνετο μέσα σε κάποιο από τα φτωχόσπιτα, στα οποία καταλήγει ο δρομάκος Λέοντος Σγουρού. Μέσα σ’ εκείνα τα παλιόσπιτα θερίζει τη φτωχολογιά το χτικιό. Και είναι στα κράσπεδα του πευκώνος του Λυκαβηττού. Εκεί κάπου χωνότανε η Καμπουρίτσα, σε μία από τις αυλές που αδειάζουνε στον δρόμο τα μπουγαδόνερα των αρρώστων και αρδεύονται οι τριγυρινοί δρόμοι όπου ανεβοκατεβαίνουν και παίζουν τα παιδάκια τεσσάρων μεγάλων σχολείων με 500 παιδιά κι απάνω το καθένα.
Μα το Ε’ τμήμα, όπου υπάγεται ο δρομάκος, είναι πολύ μακριά. Στο τέρμα της οδού Ιπποκράτους. Έτσι κανένας αστυφύλακας δεν τον τιμά δια της παρουσίας του. Διαβάστε τη συνέχεια

Το ρολόι της Παλιάς Αγοράς – δώρο του λόρδου αρχαιοκάπηλου

Οι Αέρηδες, το Ωρολόγιο του Κυρρήστου, σε φωτογραφία του 1853. Πίσω από το μνημείο διακρίνεται το Ρολόι της Παλιάς Αγοράς. Το ρολόι –ένας μηχανισμός με τέσσερις έδρες, λονδρέζικης κατασκευής– ήταν το δώρο που μας έστειλε ο Έλγιν το 1814, για να μας γλυκάνει για τις αρχαιότητες που μας βούτηξε.

Ο αρχαιοκάπηλος και οι ο κλεπταποδόχος
Επί μία δεκαετία ο Έλγιν κατάκλεβε θησαυρούς, που έφευγαν μέσα σε μεγάλα κιβώτια για τον Πειραιά κι από κει για το Λονδίνο. Συνολικά έκλεψε 253 γλυπτά μεγάλου μεγέθους, ανυπολόγιστες αρχαιότητες μικρού μεγέθους και μία από τις Καρυάτιδες του Ερεχθείου, προκαλώντας συγχρόνως μεγάλες καταστροφές στα μνημεία.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο «Οψοκομιστής», οι ανήλικοι βιοπαλαιστές, τα αλάνια των δρόμων, οι μάγκες του Ρολογιού και η Σχολή Απόρων Παίδων του «Παρνασσού»

Πριν μιλήσουμε για τον πίνακα με τον τίτλο «Οψοκομιστής», ας ανατρέξουμε στο λεξικό του Δημητράκου, για να δούμε τι σημαίνει η λέξη.
Οψοκομιστής είναι «αχθοφόρος μεταφέρων οψώνια εκ της αγοράς εις τας οικίας». Οψώνιον είναι «η δι’ αγοράς προμήθεια τροφίμων, τα ώνια». Όψον σημαίνει «έδεσμα, τροφή».
Η λέξη οψοκομιστής αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1887. Είναι από τις δύστροπες λέξεις, που τόσο άρεσαν στους καθαρευουσιάνους. Στην «Παλιόγλωσσα» ο Νικόλαος Λάσκαρης αναφέρει τη λέξη γραμματοκομιστής.

Ο πίνακας παρουσιάζει μια εικόνα της αθηναϊκής ζωής στις αρχές του 20ου αιώνα. Ένα εργαζόμενο αγόρι, που προέρχεται από την επαρχία όπως φανερώνουν η φορεσιά του και τα τσαρούχια του, με το ψάθινο ζεμπίλι που μεταφέρει τα ψώνια φορεμένο στην πλάτη, σε κάποια στιγμή ανάπαυλας, έχει καθίσει σ’ ένα κασόνι, σε μια ήσυχη γωνιά κάπου στην αγορά και διαβάζει ένα φθαρμένο βιβλίο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Βρομεροί κουλουρτζήδες, ασελγείς στραγαλατζήδες και αναιδείς νέοι πολιορκούν τις Αρσακειάδες – ένα απόσπασμα από μυθιστόρημα και πολλές σημειώσεις για το Αρσάκειο

Το Αρσάκειο στα 1886.

Ο Στανάς, φοιτητής και ήρωας του μυθιστορήματος, συνοδεύει την Πόθα, την κόρη της σπιτονοικοκυράς του, στο σχολείο που φοιτά, στο Αρσάκειο. Ακολουθεί περιγραφή της κίνησης γύρω από το Αρσάκειο περί τα τέλη του 19ου αιώνα.

[…] Αντικρύ εφαίνετο το Αρσάκειον, με την αρχαϊκωτάτην και αληθώς εν στιγμή εμπνεύσεως συλληφθείσαν πρόσοψιν.
Το προ αυτού πεζοδρόμιον ήν κατάμεστον κορασίδων. Εξ όλων των πέριξ οδών, της οδού Σανταρόζα, Πινακωτών, Παρθεναγωγείου, Ιπποκράτους, Αρσάκη συνέρρεον κοράσια μικρά και μεγάλα, με ποικιλόσχημα καπέλα, με πολυχρώμους ποδιάς, με τα καλαθάκια τους, με ταις σάκκαις των, εύθυμα, γελαστά, πλήρη ευθυμίας, πάντα όμως φέροντα αποτυπωμένα επί του προσώπου των τα ίχνη της αναιμίας και της χλωρώσεως, υφ’ ων καταβασανίζεται πάσα η μαθητεύουσα θήλεια νεολαία των Αθηνών.

Κατά μήκος της κυρίας προσόψεως και του Προτύπου, παλαιού οικοδομήματος, κειμένου εις την γωνίαν των οδών Αρσάκη και Πανεπιστημίου ίσταντο εις παράταξιν οι κουλουρτζήδες με τα πλατέα ξύλινα τεψιά των και τα τριγωνοειδείς βάσεις των, εκθέτοντες τα κουλούρια των και εκθειάζοντες την ποιότητά των, ενώ έτεροι προνομιούχοι, σύντροφοι ίσως του θυρωρού και της επιστάτριας, είχον στήσει τα φορητά κουλουροπωλεία των εντός αυτής της αυλής του Προτύπου.

Διαβάστε τη συνέχεια

Από το σώσμα στο γιοματάρι

Πριν τρυγηθούν τα σταφύλια, οι ταβερνιάρηδες είχαν τραβήξει το σώσμα και είχαν ξεκινήσει το καθάρισμα των βαρελιών. Μαζί μ’ αυτούς και οι μερακλήδες νοικοκυραίοι, που έβαζαν ένα-δυο βαρέλια κρασί στο κατώι για τις ανάγκες και τα ζέφκια της χρονιάς. Δρόμοι, πεζοδρόμια και αυλές γέμιζαν από άδεια κρασοβάρελα. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, ταβερνιάρηδες και παραπαίδια ανασκουμπώνονταν για να τα καθαρίσουν.

Η Πλάκα και του Ψυρή, οι κρασογειτονιές της Αθήνας όπου κάθε δρόμος είχε την ταβέρνα του και κάθε στενό το ταβερνάκι του, για λίγες μέρες άλλαζαν όψη και οσμή. Κυριαρχούσε η μυρωδιά του ρετσινιού και ακούγονταν οι κρότοι από το ξεφούντωμα των βαρελιών.

Διαβάστε τη συνέχεια

Τα κολοκύθια, τα κολοκάσια και η Κολοκυνθού

Η συνοικία της Κολοκυνθούς βρίσκεται κάτω απ’ τον Κολωνό και φτάνει ως τον Κηφισό. Μέχρι πριν πενήντα χρόνια ήταν όλο περιβόλια και κτήματα, γι’ αυτό και πολλοί πιστεύουν ότι οφείλει το όνομά της στα κολοκύθια. Στη λεζάντα της ειδυλλιακής καρτποστάλ το όνομα αναφέρεται στα ελληνικά ως Κολοκυνθού και στα γαλλικά ως Κολοκυθού.

Κολοκυνθού ή Κολοκυθού; Χρωστάει το όνομά της στην αθηναϊκή οικογένεια Κολοκύθη ή στα κολοκύθια;

Ο Δημήτριος Καμπούρογλου αποκαλεί τη συνοικία Κολοκυθού και θεωρεί ότι πήρε το όνομά της από μία εκκλησία της περιοχής που ανήκε στην οικογένεια Κολοκύθη, την Παναγία την Κολοκυθού. (Η οποία ήταν μετόχι της μονής των Αγίων Αναργύρων του Ψυρή, όπου και διέμενε η οικογένεια Κολοκύθη, μέλος της οποίας ήταν ο Δημήτριος Κολοκύνθης που έζησε τον 17ο αιώνα).

Κολοκυθου Καμπούρογλου 1.jpg
Από την «Ιστορία των Αθηνών» του Δ. Γρ. Καμπούρογλου.

Σχετικά με την προέλευση του ονόματος από τα κολοκύθια σημειώνει στα Τοπωνυμικά Παράδοξα ότι «υπάρχουν και άλλαι θέσεις εις την λεκάνην των Αθηνών γονιμώτεραι και εδάφη καταλληλότερα προς τούτο».
Το 1856 δημοσιεύτηκε στην Αρχαιολογική Εφημερίδα η διασκεδαστική (όπως τη χαρακτηρίζει ο Καμπούρογλου) γνώμη ότι το όνομα της περιοχής προήλθε από την Κολοκασία Αθηνά.
Και συνεχίζει: «Ατυχώς την εκ της γνώμης ταύτης ευθυμίαν ανακόπτει η ανάμνησις αηδεστάτου τινός πατατοειδούς προϊόντος της γης, των κολοκασίων, τα οποία φαίνεται ότι ευτυχώς εξέλιπον πλέον από την αθηναϊκήν αγοράν».
Και μας αφήνει με την απορία, δηλαδή πόσο αηδιαστικά ήταν τα κολοκάσια κι ευχαριστήθηκε που εξαφανίστηκαν από την αγορά;

κολοκάσι
Το λογότυπο του Φεστιβάλ Κολοκασιού.

Δεν γνώριζα την ύπαρξή τους πριν διαβάσω αυτή την παράγραφο του Καμπούρογλου στα Τοπωνυμικά Παράδοξα. Γκουγκλάροντας στο διαδίκτυο διαβάζω την οδηγία ότι τα κολοκάσια δεν πλένονται με τη φλούδα, γιατί βγάζουν μια  γλοιώδη ουσία. (Άραγε αυτός είναι ο λόγος που ο Καμπούρογλου τα χαρακτηρίζει αηδέστατα;) Βρίσκω διάφορους τίτλους «Κατοχυρώνεται και το κολοκάσι ως κυπριακό προϊόν», «Κολοκάσι: Το μυστικό της μακροζωίας των Ικαριωτών», «Κολοκάσι: 8 Εκπληκτικά Οφέλη για την Υγεία», καθώς και συνταγές που χρησιμοποιούν κολοκάσια αντί για πατάτες (σκορδαλιά, πουρές, χοιρινό με σέλινο και κολοκάσια κ.ά.). Στην Κύπρο μάλιστα κάθε Σεπτέμβρη γίνεται Φεστιβάλ Κολοκασιού.

 

Αρρώστιες, θανατικά, μαγικά και φυλαχτά

Στην οδό Ευριπίδου, γύρω από έναν αρχαίο κίονα, είναι χτισμένο ένα εκκλησάκι, ο Άϊ-Γιάννης της Κολώνας. Κάτω από αυτόν τον κίονα, απομεινάρι κάποιου ασκληπιείου ίσως,  ο άγιος είχε θάψει όλες τις αρρώστιες και οι παλιοί Αθηναίοι –χριστιανοί, αλλά και ευλαβείς μουσουλμάνοι– κολλούσαν κορδέλες με τ’ όνομα της αρρώστιας κι έβρισκαν τη γιατρειά τους.

Άι Γιάννης της Κολώνας Stilling 1853
Ο Άϊ-Γιάννης της Κολώνας, σκίτσο του Δανού αρχιτέκτονα Harald Conrad Stilling, 1853.

Η Αθήνα ήταν γεμάτη από κολωνάκια, που με τη βοήθεια ενός συνδυασμού χριστιανικής πίστης, ξεχασμένης γνώσης της αρχαίας λατρείας και μαγείας έδιωχναν το θανατικό, δηλαδή τις επιδημίες πανούκλας, χολέρας, τύφου που απειλούσαν τους παλιούς κατοίκους. Η γνωστή συνοικία της Αθήνας οφείλει τ’ όνομά της στο κολωνάκι, που βρισκόταν στη Δεξαμενή και σήμερα βρίσκεται στην πλατεία Κολωνακίου.

Διαβάστε τη συνέχεια