Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα

Μαρίκα Νίνου Τι σήμερα τι αύριο
Δίφυλλο με τραγούδια του Τσιτσάνη, από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου Ρεμπέτικα Τραγούδια.

Η Μαρίκα Νίνου έφυγε από το κέντρο Φλώριδα όπου εμφανιζόταν με τον Στελάκη Περιπινιάδη και πήγε στου Τζίμη του Χοντρού, που της πρόσφερε μεγαλύτερο μεροκάματο. Οι 25 δραχμές του Φλώριδα, έγιναν 90 στου Τζίμη του Χοντρού. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι γνώρισε τον Τσιτσάνη. Αμέσως ξεκίνησε η συνεργασία τους που γνώρισε τεράστια επιτυχία. Το ένα τραγούδι διαδεχόταν το άλλο και το ένα ήταν καλύτερο από τ’ άλλο. Διαβάστε τη συνέχεια

Advertisements

Ο θρυλικός Σαμψών, ένας λαϊκός ήρωας

Σαμψών (2)

Ο περίφημος Σαμψών εμφανιζόταν σε υπαίθριους χώρους κι επιδείκνυε τη δύναμή του. Έσπαζε πέτρες, ξύλα, τσιμεντόλιθους με το κεφάλι· τραβούσε αυτοκίνητα, φορτηγά, λεωφορεία, τρακτέρ με τα δόντια ή με τα χέρια· απωθούσε ξίφη με την κοιλιά, λύγιζε σίδερα, έσπαγε αλυσίδες, έσκιζε τηλεφωνικούς καταλόγους, σήκωνε μεγάλα βάρη. Έβαζε κοτρώνες στο κεφάλι του και προκαλούσε κάποιον από το κοινό να τις σπάσει χτυπώντας τες με βαριοπούλα. Οι παραστάσεις του έκοβαν την ανάσα. Διαβάστε τη συνέχεια

Ο σταθμός υπεραστικών λεωφορείων Πελοποννήσου και το ξενοδοχείο Δελφοί

 

 

Το 1946 εγκαινιάστηκε ο σταθμός υπεραστικών λεωφορείων Αθηνών-Πελοποννήσου. Βρισκόταν σε μικρή απόσταση από την Ομόνοια, στην οδό Βηλαρά γωνία με πλατεία Αγίου Κωνσταντίνου, δίπλα στο ξενοδοχείο Δελφοί.

 

Στην παραπάνω φωτογραφία διακρίνεται ένα τμήμα του ξενοδοχείου Δελφοί, η είσοδος του μπαρ και η είσοδός του ξενοδοχείου από την πλατεία Αγίου Κωνσταντίνου. Το ξενοδοχείο βρισκόταν και βρίσκεται στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου διαγωνίως απέναντι από το Εθνικό Θέατρο, λειτουργεί μέχρι σήμερα και είναι ένα από τα όμορφα κτίρια της Αθήνας.

 

Με το τραπέζι στα δόντια

Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2018
Τι ρεβεγιόν και λούσα κάθεσαι και λες; Να ’τανε, λέει, να κατεβαίναμε στην Αχαρνών, στου Τζίμη του χοντρού, να ’τανε ο βλάχος με το μπουζούκι, να το κελάηδαγε η Μαρίκα (όλα εξόν από το «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα», μη μας κάνει την καρδιά αλοή, χρονιάρα μέρα), να σηκωνότανε ο μάγκας να χορέψει, να σήκωνε και το τραπέζι με τα δόντια και να ’φερνε τις βόλτες του. Να ’τανε κι η Γιωργία από μια μεριά και να του βαράγαμε ομού τα παλαμάκια.
Τότενες να σε φιλήσω, αδρεφέ μου, εγκαρδίως και να σου ευχηθώ «Ευτυχές το νέον έτος!»

Πιάσαμε την καλή_Γεωργία Βασιλειάδου.jpg

Έρχεται το 1961

Σταδίου 1960 Κώστας Μπαλάφας
Σταδίου και Αιόλου. Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας, 1960
Σταδίου κι Αιόλου
Το ίδιο ακριβώς σημείο σε ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Μέγαρο Μετoxικού Ταμείου από Σύνταγμα 1960
Σταδίου 1960. Ο Κώστας Μπαλάφας φωτογραφίζει τη Σταδίου κοιτάζοντας προς την Ομόνοια. Δεξιά το μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού.
Σταδίου Μέγαρο Μετοχικού Ταμείου Στρατού
Σταδίου προς Σύνταγμα. Το μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατου.

 

 

Η πλατεία με τα πολλά ονόματα

Η πλατεία Λουδοβίκου, που εικονίζεται στην παραπάνω φωτογραφία, είναι η σημερινή πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως. Περικλείεται από τις οδούς Αιόλου, Κρατίνου, Αθηνάς και Ευπόλιδος.
Ο Σταμάτης Κλεάνθης και ο Εδουάρδος Σάουμπερτ στο πολεοδομικό σχέδιό τους είχαν προτείνει μια μεγάλη πλατεία, τον Κήπο του Λαού, που θ’ άρχιζε από την Ομόνοια και θα έφτανε μέχρι την Ευριπίδου· θα είχε κτίρια με στοές, με καταστήματα στο ισόγειο και κατοικίες στον όροφο και ελεύθερο χώρο με πολύ πράσινο και σιντριβάνια. Όπως όλοι ξέρουμε, το σχέδιό τους δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Κατέφθασε ο Κλέντσε, που το άλλαξε προς όφελος της συνεχούς δόμησης και κατάργησε μεγάλο μέρος των ελεύθερων χώρων. Και πάλι, όμως, άφηνε άφθονο ελεύθερο χώρο και ορατά τα ρέματα της περιοχής, που βρίσκονταν μεταξύ του σημερινού Δημαρχείου και της Εθνικής Τράπεζας. Ένα βασιλικό διάταγμα του 1851 κουτσούρεψε ακόμα περισσότερο την έκταση, στο 1/5 της προβλεπόμενης από το σχέδιο. Το Δημοτικό Θέατρο κατέλαβε ένα ακόμα τμήμα της.
Τελικά, ο Κήπος του Λαού πήρε διαστάσεις απλής πλατείας, η οποία κατασκευάστηκε από το Δήμο Αθηναίων, επί δημαρχίας Σκούφου, γύρω στο 1860. Η περιοχή οικοδομήθηκε ταχύτατα.
Διαβάστε τη συνέχεια

Η ιστορία του άτυχου θεάτρου της πλατείας Λουδοβίκου

Το 1856 αποφασίστηκε η κατασκευή ενός θεάτρου, που ξεκίνησε για Εθνικό, αλλά στην πορεία έγινε Δημοτικό. Η ανέγερσή του διαρκώς εμποδιζόταν και σκόνταφτε. Μηχανορραφίες, έλλειψη πόρων, αλλαγές τοποθεσίας και αρχιτεκτόνων… Κατά τη διάρκεια των εργασιών έγιναν θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα και το θέατρο έβγαλε κακό όνομα· το χαρακτήριζαν «αμαρτωλό» και «στοιχειωμένο». Ύστερα από τρεις δεκαετίες, το 1888, το μέγαρο ολοκληρώθηκε και στόλισε την πλατεία Λουδοβίκου. Βρισκόταν στο κάτω μέρος της πλατείας, μεταξύ των οδών Ευπόλιδος και Κρατίνου, και η πίσω όψη του έβλεπε στην οδό Αθηνάς.

Το Δημοτικό Θέατρο
Το Δημοτικό Θέατρο το 1905. Μπροστά  είναι η πλατεία Λουδοβίκου και δεξιά η Ευπόλιδος.

Η κατασκευή του ολοκληρώθηκε ύστερα από τριάντα δύο χρόνια, το 1888. Τα σχέδια ήταν του Τσίλερ. Τα αναπροσάρμοσε όμως ο Αντρέας Συγγρός, που έβαλε το χρήμα του, αλλά και τους όρους του. Δέκα χρόνια ύστερα από τα εγκαίνια, το 1898, το θέατρο περιήλθε στον Δήμο κι έγινε το Δημοτικό Θέατρο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Το πατάρι του Λουμίδη

Λουμίδης 7-1-1938
7 Ιανουαρίου 1938

Το Σάββατο 8 Ιανουαρίου του 1938, στις 11.30 το πρωί, εγκαινιάστηκε το νέο καφεκοπτείο των αδελφών Λουμίδη στην οδό Σταδίου 42, δίπλα στην είσοδο της στοάς Νικολούδη. Καλεσμένη ήταν όλη η Αθήνα, αφού η πρόσκληση των εγκαινίων δημοσιευόταν τις προηγούμενες μέρες στις εφημερίδες.
Οι πελάτες μπορούσαν ν’ αγοράσουν γλυκά, φρεκοκαβουρδισμένο, μυρωδάτο καφέ ή να πιούν έναν καφέ στο πόδι. Για εκείνους που ήθελαν να απολαύσουν τον καφέ τους καθιστοί, υπήρχαν τραπεζάκια στο πατάρι.
Για να εξυπηρετεί τους φίλους του θεάτρου και του κινηματογράφου (η Σταδίου, άλλωστε, ήταν ο δρόμος των κινηματογράφων), που ευχαρίστως θα τελείωναν τη βραδιά τους πίνοντας τον καινούργιο, δυνατό καφέ, τον εσπρέσο, το κατάστημα έμενε ανοιχτό μέχρι τις δύο το πρωί.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο τελευταίος ανεμόμυλος της Αθήνας

Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι είχε η Αθήνα ανεμόμυλο. Κάπου θ’ άλεθαν το στάρι τους οι Αθηνιώτες. Ο συγκεκριμένος γύριζε και κροτούσε στον λόφο του Αρδηττού, στο Μετς. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο ανεμόμυλος αυτός, ο μοναδικός που είχε απομείνει, αφού επέζησε απ’ όσα συγκλόνισαν την πόλη –από τουρκοκρατία, βαυαροκρατία, πολέμους, Κατοχή, Δεκεμβριανά (στις μάχες της Αθήνας έχασε την σκεπή του), αντιπαροχές, εργολάβους, χούντα– κατεδαφίστηκε από τον ιδιοκτήτη του το ειρηνικό, δημοκρατικό και ασφαλές έτος 1986, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες των γειτόνων και όσων υποστήριζαν ότι έπρεπε να χαρακτηριστεί διατηρητέος.
Ήταν ο ανεμόμυλος του Γιωργάκη Αργυρίου, που είχε χτιστεί τον 18ο αιώνα και άλεθε μέχρι το 1880. Μέχρι την κατεδάφισή του χρησιμοποιούταν ως κατοικία.

Και κάτι ακόμα…

Ο Ελαιώνας που είχαμε

Αστεροσκοπείο 1860 πίσω ο Ελαιώνας
Το Αστεροσκοπείο και στο βάθος ο Ελαιώνας, 1860.

«Πυκνός, βαθύς, σκιερός, πού μεν μαύρος, πού δε πρασινίζων, με τας πυκνάς συστάδας των δένδρων του, με τα φαλακρά και αμπελόσπαρτα μέρη του, με τας οφιοειδείς οδούς του, τας μη στερουμένας ποιήσεως γεφύρας του, τους κατεσπαρμένους εδώ κι εκεί μανοσπόρους* αγροτικούς οικίσκους του, εξετείνετο ο γηραιός Ελαιών, το ωραίον αυτό συμπλήρωμα της μοναδικής των ορέων στεφάνης, η πτωχή αύτη, αλλ’ ειλικρινής απάντησις της στείρας Αττικής γης εις το θείον των ανθρώπων έργον, την Ακρόπολιν.

Ακρόπολη, προπύλαια, στο βάθος Αστεροσκοπείο και ο Ελαιώνας
Τα Προπύλαια, το Αστεροσκοπείο και στο βάθος ο Ελαιώνας.

Η πρωία ήταν γλυκυτάτη, καίτοι ήτο ήδη 6 Δεκεμβρίου. Ωραίος ήλιος κατεφώτιζε το δάσος, εθέρμαινε δια των αδυνάτων ακτίνων του και έδιδε εύθυμον χροιάν εις τα δένδρα, τους ανθρώπους, τας οικίας. Πνοή ανέμου δεν ετάρασσε την ανάπαυσιν της φύσεως και το έδαφος ξηρόν και απολιθωθέν κατόπιν ισχυροτάτου βορρά επελθόντος μετά ραγδαίαν βροχήν αντήχει ιδιαιτέρως το ποδοβολητόν των ίππων και είχεν εις τον ύπατον βαθμόν την τόσον προσιδιάζουσα εις το αττικόν έδαφος ελαστικότητα».

θέα από το Αστεροσκοπείο Kuhn, J 1870
Θέα από το Αστεροσκοπείο, 1870. Στο βάθος ο Ελαιώνας.

*μανόσπορος: ο αραιά σπαρμένος


Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Στον Ελαιώνα», από το βιβλίο του Ν. Ι. Σπανδωνή Η Αθήνα μας, Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893