Τα Φώτα και ο φωτισμός στην Κρήτη – παλιά και λησμονημένα κάλαντα

Ο Σταμ. Σταμ. σ’ ένα γράμμα του από την Κρήτη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος τον Γενάρη του 1938, αναφέρει ένα παμπάλαιο κρητικό τραγούδι των Φώτων, που εκείνα τα χρόνια δεν τραγουδιόταν παρά στα απόμερα της Κρήτης, διότι όλα αυτά τα παλαιά τοπικά Κάλανδα τα διεδέχθη η φυλλάδα των «Συριανών Καλήμερα».
Αν προπολεμικά ήταν σχεδόν λησμονημένο και δεν τραγουδιόταν παρά στα απόμερα, σήμερα ίσως να μην τραγουδιέται πουθενά. Το τραγούδι είναι μεγάλο και ο Σταμ. Σταμ. δημοσίευσε κάποιες περικοπές:

Διαβάστε τη συνέχεια

Τα κάλαντα της παραμονής των Χριστουγέννων – Μικρασιάτικες αναμνήσεις του Φώτη Κόντογλου

Γράφει ο Κόντογλου για μια παραμονή Χριστουγέννων στην παλιά πατρίδα, που έκανε «κρύο τάντανο κι ο αγέρας σαν να ’τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήταν χαρούμενος και γεμάτος κέφι». Τα παιδιά λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά και στα καφενεία της αγοράς κι όταν σουρούπωνε γύριζαν στις γειτονιές κρατώντας φανάρια και τα έλεγαν στα σπίτια. «Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα που λένε μοναχά πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα και κείνα παράφωνα».

«Από δω κι από κει ακουγόντανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά. Η ώρα περνούσε κι ανάργευε σιγά-σιγά ο κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν ένα ένα, μοναχά μέσα στα μπαρμπεριά ξυριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι. Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι νοικοκυράδες και τα παιδιά τους όλοι ήτανε χαρούμενοι κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες κι εκείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σαν χοτζάδες:

Διαβάστε τη συνέχεια

Μεγάλη Παρασκευή

Τη νύχτα, μετά την ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης, κοπέλες και νέοι στολίζουν τον Επιτάφιο. Ο Επιτάφιος, ακόμα και στις πιο φτωχές ενορίες, είναι ένα θαυμάσιο έργο τέχνης και ευλάβειας, που θα κρατήσει 24 ώρες. Μετά το υποβλητικό πένθιμο χτύπημα της καμπάνας, την κατανυκτική ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής και τον σπαραγμό του επιτάφιου θρήνου, είναι ν’ απορεί κανείς πού βρισκόταν αυτή η μανία με την οποία το εκκλησίασμα τραβολογάει και ξηλώνει τον στολισμό, για να πάρει σπίτι του ευλογία, αφήνοντας πίσω του έναν γυμνό Επιτάφιο και τσαλαπατημένα λουλούδια στο δάπεδο του ναού.

Στη συνέχεια στοιχεία για τον ζωγράφο

Τα βάρβαρα της αγιαβαρβάρας – ένα γλυκό έθιμο από το Σουφλί

Οι γιορτές της αγίας Βαρβάρας, του αγίου Σάββα και του αγίου Νικολάου, οι τρεις συνεχόμενες γιορτές την πρώτη εβδομάδα του Δεκεμβρίου, στις 4, 5 και 6 του μήνα, λέγονται Νικολοβάρβαρα. Είναι οι μέρες που χειμώνας αρχίζει να γίνεται βαρύς. «Απ’ τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει ο χειμώνας» κατά την παροιμία.

Τα γενέθλια της μάνας μου πέφτανε της αγίας Βαρβάρας. Τα γιορτάζαμε με σπιτικούς λουκουμάδες.
Η αγία Βαρβάρα είναι η προστάτιδα του πυροβολικού, οι λουκουμάδες πάλι είναι στρογγυλοί σαν τις μπάλες των κανονιών και παραδοσιακά οι λουκουμάδες είναι το γλυκό αυτής της γιορτής. Το 1829, στον πρώτο εορτασμό της αγίας Βαρβάρας ως προστάτιδας του πυροβολικού, προσφέρθηκαν λουκουμάδες στους επισκέπτες του Τάγματος Πυροβολιστών. Την επόμενη χρονιά επαναλήφθηκε το ίδιο και από τότε καθιερώθηκε.
Οι λουκουμάδες που έφτιαχνε η μάνα μου έβγαιναν πλακέ σαν τηγανίτες.
Διαβάστε τη συνέχεια

«Η δε γυνή…» Το πάτημα του ποδιού και άλλα γαμήλια έθιμα

Δράμα καπνοφυτείες.jpg

Ο Σεραφείμ Δερμιτζόγλου, από τη Δράμα, είχε φτάσει τα 28 κι ήταν πια καιρός να παντρευτεί και ν’ ανοίξει σπίτι. Η Όλγα Αρτζόγλου, επίσης από τη Δράμα, είχε κλείσει τα 17 και είχε μπει σε ηλικία γάμου. Έγιναν τα προξενιά, συμπαθήθηκαν οι μελλόνυμφοι, συμφώνησαν οι οικογένειες, άλλαξαν δαχτυλίδια και όρισαν να γίνει ο γάμος την Κυριακή 11 Οκτωβρίου σε κάποιο κέντρο της πόλης. (Είμαστε στην εποχή πριν από τον πόλεμο, που οι γάμοι δεν γίνονταν στην εκκλησία, αλλά στο σπίτι ή σε κέντρο).

Το απόγευμα ήταν όλα έτοιμα. Στον δίσκο τα κουφέτα, που μετά το μυστήριο θα πάρουν οι ελεύθερες για να τα βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους και να δουν στον ύπνο τους τον άντρα που θα παντρευτούν. Έτοιμο και το ρύζι που θα πετάξουν στο ζευγάρι για να ριζώσει ο γάμος. Οι ανύπαντροι έχουν κανονίσει μεταξύ τους ποιοι θα πιούν το κρασί που θα περισσέψει από το μυστήριο, για να καλοπαντρευτούν γρήγορα.
Η νύφη έχει γράψει στις σόλες των νυφιάτικων παπουτσιών της τα ονόματα των ανύπαντρων φιλενάδων της. Έφτασε με βήμα σερνάμενο, γιατί σύμφωνα με το έθιμο τα ονόματα έπρεπε να συρθούν στο έδαφος, για να σύρει μαζί της στον γάμο τις φιλενάδες της.

Το μυστήριο άρχισε. Μόλις ο παπάς ξεστόμισε την περικοπή της προς Εφεσίους επιστολής του αποστόλου Παύλου «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα» ξέσπασε η θύελλα.

Διαβάστε τη συνέχεια

Στ’ αναμμένα κάρβουνα

Όταν η εκκλησία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης έπιασε φωτιά, ακούστηκαν από μέσα οι φωνές των εικόνων να καλούν σε βοήθεια. Οι κάτοικοι χωρίς να λογαριάσουν τον κίνδυνο όρμησαν μέσα για να σώσουν εικόνες και κειμήλια. Με θαυματουργικό τρόπο κανένας δεν έπαθε τίποτα κι αυτό αποδόθηκε στους δύο αγίους. Έτσι θέλει ο θρύλος το ξεκίνημα των Αναστεναριών από το χωριό Κωστί της Ανατολικής Θράκης, που οφείλει το όνομά του στον προστάτη άγιό του. Στην πραγματικότητα το έθιμο έχει την απαρχή του στα αρχαία χρόνια.
Οι πρόσφυγες που έφυγαν από την Ανατολική Θράκη το 1914 περιπλανήθηκαν οκτώ χρόνια μέχρι να φτάσουν στη Μακεδονία. Έφεραν μαζί τους στην καινούργια πατρίδα και τ’ Αναστενάρια. Όμως, επί δύο δεκαετίες τουλάχιστον δεν υπήρξε καμία αναφορά για τέλεση του εθίμου, λες και είχε εξαφανιστεί. Διαβάστε τη συνέχεια