Οι τραγωδίες των άγριων ραδικιών

Ο Σταμ. Σταμ. στη δεκαετία του ’30 επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη κι έγραψε μια σειρά από χρονογραφήματα που αποτυπώνουν τη ζωή της πόλης, από τα κεντρικά σημεία ως τις απόμερες γειτονιές. Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα χρονογραφήματος και «Οι τραγωδίες των άγριων ραδικιών» είναι ένας από τους υπότιτλούς του.

Πριν περάσουμε το φρούριο για να μπούμε εις την συνοικία του Εσκί Ντελίκ συναντάμε κάτι κατοικήματα ή μάλλον φωλεάς, που είναι κολλημένα εις την πλαγιάν του βράχου του φρουρίου, ωσάν πεταλίδες εις τα κοτρώνια της ακροθαλασσιάς.
Τα κατοικήματα αυτά φαίνεται ότι μεγαλώνουν κατά περιόδους χρονικάς. Ένας κυκλοτερής σωρός λίθων με μία λαμαρίνα από πάνω και κατεσκευάσθη η κουζίνα, άλλη μαντροειδής συσσώρευσις και έγινε το πλυσταριό.
Εκεί στεγάζεται ο κόσμος του καθημερινού γολγοθά, της βιοπάλης, ο εσταυρωμένος κόσμος, ο οποίος δεν βλέπει ανάστασιν ποτέ, αλλά ταφήν διηνεκώς, και του οποίου η μόνη παρηγορία και απολύτρωσις είναι η ειρήνη του θανάτου.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η βρύση της Ροτόντας

Η οδός Αγίου Γεωργίου και στο βάθος η βρύση της Ροτόντας. Η σκηνή του δρόμου είναι σκηνοθετημένη από τον φωτογράφο. Μπροστά στη βρύση στέκεται ένας άνθρωπος, για να φανούν οι αναλογίες της σε σχέση με το ανθρώπινο μέτρο, ενώ σε πρώτο πλάνο, στην Αγίου Γεωργίου, ένας υπαίθριος πουλητής με το γαϊδουράκι του περιμένει χαλλλαρά την πελάτισσα να διαλέξει εμπόρευμα από τα κοφίνια.

Αριστερά: Η βρύση της Ροτόντας. Δεξιά: Άλλος ένας υπαίθριος πουλητής με το γαϊδουράκι του φορτωμένο κοφίνια και δίπλα στη βρύση μια γειτόνισσα.

Ένας πουλητής με γαϊδουράκι ήταν προνομιούχος, γιατί είχε… όχημα. Ο Σταμ. Σταμ. έχει περιγράψει τη φτώχεια των υπαίθριων μανάβηδων της Θεσσαλονίκης, που πήγαιναν με τα πόδια στον Λαγκαδά και μάζευαν χόρτα, που θα πουλούσαν την άλλη μέρα, πλυμένα και καθαρισμένα, στους νοικοκυραίους. Γύριζαν πάλι με τα πόδια, εκτός αν τους συμπονούσαν οι καροτσέρηδες και τους ανέβαζαν στην καρότσα. Άνθρωποι του καθημερινού Γολγοθά, που για να βγάλουν ένα μεροκάματο χρειάζονταν δύο μέρες.

Η βρύση της οδού Ολυμπιάδος

Υπάρχουν κάποια μνημεία που δείχνουν εξαιρετική αντοχή στον χρόνο και στις αλλαγές, που μας κάνουν να απορούμε άραγε πώς γλίτωσαν. Ένα από αυτά είναι η βρύση που βρίσκεται στο πεζοδρόμιο μπροστά από την πολυκατοικία της οδού Ολυμπιάδος 75, απέναντι σχεδόν στη συμβολή της με την οδό Αμφιλοχίας.
Σε κάποια φάση της ιστορικής διαδρομής της, η βρύση βρέθηκε εντοιχισμένη στην πρόσοψη ενός παλιού σπιτιού. Το σπίτι κατεδαφίστηκε, αλλά η βρύση όχι· αποσπάστηκε και τοποθετήθηκε στο πεζοδρόμιο.

Διαβάστε τη συνέχεια

Τη δροσιά του να ’χεις!

Η βρύση Ικί Λουλέ τζαμί με το μεγάλο πλατάνι της βρισκόταν στη συμβολή των σημερινών οδών Ολύμπου και υπουργού Φιλίππου Δραγούμη. Εκεί ήταν και το Ικί Λουλέ τζαμί.

Οι μουσουλμάνοι σέβονταν πολύ το θείο δώρο του νερού κι έχτιζαν βρύσες για συγχώριο, για να δροσίζονται οι διαβάτες και να εύχονται για την ψυχή του δωρητή ή εκείνου στον οποίο ήταν αφιερωμένη η βρύση. Τα ονόματά τους αναφέρονταν στο χρονόγραμμα.

Η κρήνη της Ναμικά Χανούμ ή Κόκκινη Βρύση, λόγω των κατακόκκινων τούβλων της, σώζεται στην οδό Ακροπόλεως. Το χρονόγραμμα γράφει: «Αυτή είναι η βρύση της μακαρίτισσας Ναμικά Χανούμ, εγγονής του μουφτή Ιμπραήμ μπέη. [Πείτε] μια προσευχή για την ψυχή της. Έτος 1328», δηλαδή έτος 1910.

Σε κάθε πολυσύχναστο δρόμο, σε σταυροδρόμια, σε γειτονιές, δίπλα σε τζαμιά, μεντρεσέδες, ιμαρέτ, τουρμπέδες και τεκέδες της Θεσσαλονίκης υπήρχε και μία κρήνη με τρεχούμενο καθαρό νερό. Ξεδίψαγαν οι περαστικοί και έπαιρναν νερό τα νοικοκυριά.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο τσεσμές, ο τουρμπές και το φάντασμα

Η υδατογραφία δείχνει τη συμβολή των οδών Κασσάνδρου και Προφήτη Ηλία. Αριστερά ένα τούρκικο μπακάλικο και δεξιά η Χρυσή Κρήνη. Το κτίσμα με το καφασωτό παράθυρο, πίσω από τον τσεσμέ, είναι ο τουρμπές του Τσενέντ μπαμπά. Τουρμπές και μαραμπούτ είναι συνώνυμες λέξεις και σημαίνουν ταφικό μνημείο. Οι λεζάντες κάποιων καρτ ποστάλ αναφέρουν την κρήνη και τη συνοικία ως Μαραμπούτ. Πρόκειται για τη συνοικία Εσκί Σεράι. Πάνω αριστερά διακρίνεται ο μιναρές του Εσκί Σεράι τζαμιού, του προφήτη Ηλία.

Ξεκίνησα γλυκά με αυτή την όμορφη υδατογραφία, για να φτάσω στην επόμενη φωτογραφία, που δείχνει από πιο κοντά την κρήνη και τον τουρμπέ.

Καρτ ποστάλ με την κρήνη και τον τουρμπέ της συνοικίας Εσκί Σεράι, που η λεζάντα την αναφέρει ως συνοικία Μαραμπούτ.

Κάθε φορά που την κοίταζα, είχα την αίσθηση ότι έβλεπα κάποια μορφή ν’ αχνοφαίνεται πίσω από το καφασωτό του τουρμπέ. Το φάντασμα του τάφου, ίσως;

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο Νουμάν πασάς και το τζαμί του

Η Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της διοικητικά αποτελούσαν σαντζάκι, δηλαδή νομό, με διοικητή τον σαντζάκ-μπεη. Η θέση ήταν ζηλευτή και πολλές φορές δινόταν σε ηλικιωμένους βεζίρηδες, μαζί με την περιοχή της Καβάλας.
Με το που ερχόταν ο καινούργιος σαντζάκ-μπεης στην πόλη, απαιτούσε ένα ποσό για καλωσόρισμα. Επιβάρυνε τους κατοίκους με τη συντήρηση του στρατιωτικού σώματος που έφερνε μαζί του και που το αποτελούσαν μερικές εκατοντάδες άτακτων. Κάθε έξι μήνες ανανεωνόταν η ένδυση και η υπόδηση των στρατιωτών του, με έξοδα –ποιών άλλων;– των κατοίκων. Και στις γιορτές έπρεπε όλοι να πάρουν το δωράκι τους. Όταν ο σαντζάκ-μπεης διοριζόταν σε άλλο πόστο, εισέπραττε έξοδα αποχώρησης. Αυτό γινόταν συνήθως κάθε χρόνο, αλλά καμιά φορά τα έφερνε ανάποδα ο γιαραμπής, όπως μια χρονιά που άλλαξαν τέσσερις διοικητές.
Σημειωτέον ότι αυτοί οι φόροι που επιβάλλονταν στους κατοίκους ήταν πέρα από την κρατική φορολογία.

Το τζαμί του Νουμάν πασά βρισκόταν μεταξύ Ολυμπιάδος και Αθηνάς, κοντά στα ανατολικά τείχη.

Ο Νουμάν πασάς ήταν ένας γέρος βεζίρης, που μάλιστα είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη και διορίστηκε σαντζάκ-μπεης στη γενέτηρά του. Απομυζούσε τους κατοίκους, αλλά ήταν και… γενναιόδωρος. Με κάποια από τα χρήματα που τους πήρε, τους έχτισε τζαμί, ορφανοτροφείο και σχολείο. Βέβαια, από αυτό το δώρο όφελος είχε μόνον η μουσουλμανική κοινότητα.
Όλοι οι ήλπιζαν ότι θα έρθει κάποιος καλύτερος και μια που ο Νουμάν πασάς κόντευε τα εκατό, πίστευαν ότι αυτό δεν θ’ αργούσε. Σήμερα πεθαίνει, αύριο πεθαίνει, ο Νουμάν πασάς, όμως, έκλεισε τα εκατό και παρέμενε στη θέση του. Μέχρι που μια μέρα του 1756 υπέκυψε κι αυτός στο αναπόφευκτο, σε ηλικία 105 χρόνων. Όλοι ανάσαναν με ανακούφιση, όπως είπε ο Βενετός πρόξενος Δημήτρης Χοϊδάς.


Το σαντζάκι της Θεσσαλονίκης ανήκε στο ίδιο βιλαέτι (διοικητική περιφέρεια) με το σαντζάκι των Σερρών και το σαντζάκι της Δράμας. Πρωτεύουσα του βιλαετιού ήταν η Θεσσαλονίκη. Τα σαντζάκια υποδιαιρούνταν σε καζάδες. Ο σαντζάκ-μπεης λογοδοτούσε στον μπεηλέρ-μπεη, τον γενικό διοικητή της Ρούμελης, δηλαδή των Βαλκανίων.

• Οι πληροφορίες κι η ιστορία του Νουμάν πασά προέρχονται από τη δημοσίευση του Βασίλη Δημητριάδη «Η Θεσσαλονίκη κατά την τουρκοκρατία».

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – ο γαλατάς

Δύο γαλατάδες, έξω από τα ανατολικά τείχη, με τα γαϊδουράκια τους φορτωμένα, κατεβαίνουν στην πόλη, το 1916.

Ο γαλατάς αξημέρωτα γέμιζε τα τσίγκινα γκιούμια του με φρεσκοαρμεγμένο γάλα, τα φόρτωνε στο ζωντανό του και κατέβαινε στην πόλη. Ανάγγελλε την άφιξή του φωνάζοντας «γαλατάαας».

Οι χαρακτηριστικές φωνές των πουλητάδων, οι ήχοι μιας πόλης που στους δρόμους της περιδιαβαίνουν άνθρωποι και ζώα, οι μυρωδιές των μαχαλάδων, της αγοράς, των μαγειριών, θα μας μείνουν για πάντα άγνωστα. Χρωστάμε ευγνωμοσύνη στους λογοτέχνες και στους ερευνητές – εραστές της λεπτομέρειας– που με το έργο τους δίνουν εφόδια στη φαντασία μας να συνθέσει εικόνες και να ζωντανέψει φωτογραφίες. Για παράδειγμα, διάβαζα πρόσφατα ότι τα εβραϊκά σπίτια ξεχώριζαν, εκτός των άλλων, και από τη μυρωδιά των μαγειριών τους, γιατί οι νοικοκυρές τηγάνιζαν με σησαμέλαιο. Κι ενώ το σουσάμι στα εργαστήρια που το επεξεργάζονταν ανάδινε υπέροχη ευωδιά, το λάδι του στο τηγάνι μύριζε ανυπόφορα.
Ας ξαναγυρίσουμε στον γαλατά.

Γαλατάς στην αγορά της Θεσσαλονίκης, 1916.

Διαβάστε τη συνέχεια

Τα Τρία Αυγά

Η Αγίου Δημητρίου από τα δυτικά προς τα ανατολικά και τα Τρία Αυγά. Οι άνθρωποι στο βάθος βρίσκονται λίγα βήματα πριν από το πλάτωμα της Στήλης των Όφεων.

Μπαίνοντας στη Αγίου Δημητρίου από τη Ληταία Πύλη, προτού φτάσει κανείς στο πλάτωμα της Στήλης των Όφεων, περνούσε κάτω από τα Τρία Αυγά. Ήταν ένας κλειστός κεραμοσκέπαστος διάδρομος και συνέδεε ένα τούρκικο αρχοντικό με τον κήπο του, που βρισκόταν στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Χάρη σε αυτόν τον διάδρομο οι γυναίκες του σπιτιού πήγαιναν από το σεράι στον μπαξέ προστατευμένες από τα αδιάκριτα μάτια.
Ο δυτικός τοίχος εξωτερικά ήταν βαμμένος κόκκινος και διακοσμημένος με τρεις οβάλ ζωγραφιές τοπίων, που θύμιζαν αυγά κι έδωσαν στο σημείο το όνομά του. Ίτς Γιουμουρτά, Τρία Αυγά.

Μια και βρισκόμαστε στην εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας, ας σημειώσουμε ότι η Αγίου Δημητρίου λεγόταν Μιδάτ πασά, η Ληταία Πύλη Γενί Καπού και η Στήλη των Όφεων Γιλάν Μερμέρ, δηλαδή μάρμαρο του φιδιού. Για τη Στήλη των Όφεων, και τη θαυμαστή αντοχή της στον χρόνο, θα μιλήσουμε σύντομα.

Η Αγίου Δημητρίου από τα ανατολικά προς τα δυτικά, το 1910. Αριστερά η Στήλη των Όφεων στην αρχική της θέση και στο βάθος τα Τρία Αυγά.

Το σπίτι με τα Τρία Αυγά πρέπει να βρισκόταν στο τετράγωνο της παλιάς Λαχαναγοράς, κοντά στη γωνία Αγίου Δημητρίου με Γυμνασιάρχου Ε. Μπουντώνα, και είναι πολύ πιθανό ότι γλίτωσε από την πυρκαγιά του 1917, για να κατεδαφιστεί αργότερα.


Το Σαατλί τζαμί-υδατογραφία του 1876

Υπάρχουν ευτυχώς πολλές φωτογραφικές απεικονίσεις του τζαμιού του Σελίμ πασά, πιο γνωστού ως Σαατλί τζαμί. Το τζαμί δεν υπάρχει πια. Καταστράφηκε ολοσχερώς στην πυρκαγιά του 1917.

Είχε απομείνει μόνο ένα κομμάτι του περιτοιχίσματος με το κιγκλίδωμα, που σωζόταν για κάποια χρόνια μετά την καταστροφή.
Τη φωτογραφία δημοσίευσε ο Απόστολος Βακαλόπουλος στα Μακεδονικά.

Πρόσφατα βρήκα μία υδατογραφία, που δημοσιεύτηκε σε κάποιο γαλλικό περιοδικό τον Μάιο του 1876, την εποχή που όλος ο ευρωπαϊκός τύπος ασχολούταν με το φρικτό φονικό των δύο προξένων, του Ερρίκου Άββοτ και του Ζιλ Μουλέν, που έλαβε χώρα στο Σαατλί τζαμί.
ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο για τη Σφαγή των Προξένων, επαυξημένο και βελτιωμένο, με πολλές λεπτομέρειες και εικόνες.
Η αρπαγή μιας χωριατοπούλας που ήθελε να εξισλαμιστεί πυροδότησε μια σειρά αλυσιδωτών εκρήξεων: ταραχές στην πόλη, φόνος προξένων, διασυρμός μιας αυτοκρατορίας.

Οι αστικές σημαδούρες της Θεσσαλονίκης

Περπατώντας στα πεζοδρόμια της σύγχρονης Θεσσαλονίκης συμβαίνουν τέσσερα πράγματα:
• σκοντάφτεις σε σημεία που έχουν φουσκώσει από τις ρίζες των δέντρων,

Ανασηκωμένο πεζοδρόμιο στην οδό Ολύμπου.

• κινδυνεύεις να παραπατήσεις πάνω σε μεταλλικά πασαλάκια που ξεφυτρώνουν εκεί που κάποτε υπήρχε περίπτερο,
• μπορεί να πατήσεις πάνω σε εβραϊκή ταφόπλακα που έχει γίνει κράσπεδο ή σκαλοπάτι και

Ταφόπλακα από τα Εβραϊκά Μνήματα έχει γίνει σκαλοπάτι στην Άνω Πόλη, κοντά στη μονή Βλατάδων.
Η φωτογραφία είναι από την ομάδα του fb Άγνωστη Θεσσαλονίκη.

• παρατηρείς μεταλλικά καπάκια χωρίς κάποιο αναγνωρίσιμο σήμα στην επιφάνειά τους.

Συνεχίστε, Έχει κι άλλο…