Οι αστικές σημαδούρες της Θεσσαλονίκης

Περπατώντας στα πεζοδρόμια της σύγχρονης Θεσσαλονίκης συμβαίνουν τέσσερα πράγματα:
• σκοντάφτεις σε σημεία που έχουν φουσκώσει από τις ρίζες των δέντρων,

Ανασηκωμένο πεζοδρόμιο στην οδό Ολύμπου.

• κινδυνεύεις να παραπατήσεις πάνω σε μεταλλικά πασαλάκια που ξεφυτρώνουν εκεί που κάποτε υπήρχε περίπτερο,
• μπορεί να πατήσεις πάνω σε εβραϊκή ταφόπλακα που έχει γίνει κράσπεδο ή σκαλοπάτι και

Ταφόπλακα από τα Εβραϊκά Μνήματα έχει γίνει σκαλοπάτι στην Άνω Πόλη, κοντά στη μονή Βλατάδων.
Η φωτογραφία είναι από την ομάδα του fb Άγνωστη Θεσσαλονίκη.

• παρατηρείς μεταλλικά καπάκια χωρίς κάποιο αναγνωρίσιμο σήμα στην επιφάνειά τους.

Συνεχίστε, Έχει κι άλλο…

Το μνήμα του Γκιουλ μπαμπά

Την εποχή της άλωσης της Θεσσαλονίκης, πίσω από το Γεντί Κουλέ υπήρχε μετόχι της μονής Χορταΐτου. Όταν το 1422 οι Τούρκοι ερήμωσαν το μοναστήρι του Χορτιάτη και μετέβαλαν σε στάβλους τους νάρθηκές του, οι μοναχοί κατέφυγαν στο μετόχι της μονής πίσω από τα τείχη της πόλης και συνέχισαν εκεί τον ασκητικό τους βίο.
Τον καιρό της τουρκοκρατίας, το μετόχι μετατράπηκε σε τεκέ δερβίσηδων. Στον περίβολο του τεκέ υπήρχε το μνήμα του Γκιουλ μπαμπά. Πάνω του άναβαν κεριά τις νύχτες και προσεύχονταν ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο περαστικοί μουσουλμάνοι.
Τις πληροφορίες αυτές καθώς και τη φωτογραφία του μνήματος δίνει ο Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος.
Ο Ηλίας Πετρόπουλος γράφει ότι την εποχή του Ανταρτοπόλεμου Τά μοναδικά πράγματα πού ἔβλεπες πίσω ἀπό το Γεντί-Κουλέ ἤσανε τό γκρεμισμένο μνῆμα του Μπαμπά, ἕνα μαρμαρένιο κολονάκι καί μιά κερασιά. Αὐτός ὁ Μπαμπάς ἤταν κάποιος ἅγιος δερβίσης. Στον τάφο του ἔκαιγε ἕνα ἀκοίμητο καντήλι, πού το τροφοδοτούσανε μέ λάδι οἱ τοῦρκοι προσκυνητές (ἐρχόντουσαν ἀπό τήν Ξάνθη καί τήν Κομοτινή), ἀλλά καί δικές μας γριοῦλεςΤό κολονάκι φαίνεται να ἦταν κατάλοιπο ἀπό κάποιο ἄλλο μνῆμα. Ὅσο γιά τήν κερασιά λέγανε πώς ἐκεῖ, ἀκριβῶς μπροστά της, ἔστηναν τούς μελλοθάνατους.
Τις σεβαστικές γριούλες που άναβαν το καντήλι του δερβίση, ακολούθησε μια στρατιά από μαυροφόρες μανάδες, γιατί, σ’ εκείνη τη μαύρη εποχή των φρικαλεοτήτων, ο τόπος έγινε το επισήμως ανύπαρκτο νεκροταφείο εκτελεσμένων κομμουνιστών.
Μέχρι το 1955 υπήρχαν σκόρπια μάρμαρα και σπασμένοι τάφοι. Σήμερα τίποτα.

Το περίπτερο του Μεβλεβί χανέ

Ο Μεβελεβί χανές, ο τεκές των περιστρεφόμενων δερβίσηδων, ένας από τους τριάντα και πλέον τεκέδες που υπήρχαν στην παλιά Θεσσαλονίκη, ήταν ο μεγαλύτερος, ο πλουσιότερος και ο πιο περίτεχνος τεκές όχι μόνον της πόλης, αλλά ολόκληρης της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ήταν έργο σπάνιας τέχνης και ομορφιάς.
Ο Κεμάλ κατάργησε τα μοναχικά τάγματα, κυνήγησε τους δερβίσηδες κι έκλεισε τα μοναστήρια τους. Ο τεκές λεηλατήθηκε και καταστράφηκε, όταν οι Έλληνες γκρέμιζαν μετά μανίας ό,τι θύμιζε το οθωμανικό παρελθόν. Δεν άφησε άλλο ίχνος πίσω του παρά μόνο τις περιγραφές των περιηγητών, μερικές φωτογραφίες και υδατογραφίες.

ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τον Μεβλεβί χανέ.


Η υδατογραφία ανήκει στην ψηφιακή συλλογή Carte Postale του Ιστορικού Αρχείου της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής (Βιβλιοθήκη Δημήτρης & Αλίκη Περρωτή, Αμερικανική Γεωργική Σχολή). Ευχαριστώ για την ευγενική παραχώρηση της άδειας χρήσης.

Τούρκικα μνήματα στη Θεσσαλονίκη

Από τα αμέτρητα τούρκικα μνήματα που υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη σώζεται μόνον ο τουρμπές του Μουσά μπαμπά στην Άνω Πόλη και ο τάφος του Χορτάτς Σουλεϊμάν εφέντη στον περίβολο της Ροτόντας.
Το 1923, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι μουσουλμάνοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τους τάφους των προγόνων τους με την ίδια συντριβή που αναγκάστηκαν ν’ αφήσουν οι δικοί μας τις αλησμόνητες πατρίδες.
ΕΔΩ μπορείτε να δείτε μερικές πληροφορίες για τα μουσουλμανικά νεκροταφεία της παλιάς Θεσσαλονίκης. Είναι λίγες για ένα τόσο μεγάλο θέμα, αλλά είναι μια αρχή.
Σ’ αυτή την ανάρτηση συγκέντρωσα μερικές φωτογραφίες και γκραβούρες τούρκικων μνημάτων.

Πίσω από το Γεντί Κουλέ

Φωτογραφίες και γκραβούρες

Χαμιδιέ με Εγνατία, στο Σιντριβάνι

Μαλαμίδης_Σιντριβάνι
Από το αρχείο του Μάνου Μαλαμίδη.

Η λεζάντα της κάρτας λέει Πλατεία και Σιντριβάνι της Καλαμαριάς. Δεν πρόκειται για τη σημερινή Καλαμαριά, αλλά για την περιοχή μεταξύ Ευκλείδη και Θεαγένειου.
Ο λόγος που διάλεξα αυτή τη φωτογραφία δεν είναι επειδή δείχνει το Σιντριβάνι (άλλωστε δεν καλοφαίνεται), αλλά επειδή δείχνει ολόκληρο το κτίριο πίσω του. Στο ισόγειο στεγαζόταν το καφενείο του Μήττα και από πάνω η Καταδίωξη, που αργότερα έγινε Γενική Ασφάλεια (θάλαμος και καλοπέραση). Οι γραμμές του τραμ στρίβουν στον δρόμο που βρίσκεται το φορτηγό, στην Εγνατία.

Σιντριβάνι καταδίωξη
Το Σιντριβάνι, το καφενείο του Μήττα και η Καταδίωξη, τέλος 19ου αι.

Χαμιδιέ και συντριβάνι
Οι γραμμές του τραμ ανέβαιναν τη Χαμιδιέ κι έστριβαν στην Εγνατία. Δεξιά από το Σιντριβάνι ήταν το καφενείο Σουφλίον, όπου σύχναζε η διανόηση της Θεσσαλονίκης.

Στο Σιντριβάνι κατέληγε η λεωφόρος Χαμιδιέ, η σημερινή Εθνικής Αμύνης. Για την κατασκευή της κατεδαφίστηκε το νότιο τμήμα των ανατολικών τειχών. Είχε προηγηθεί η κατεδάφιση του τείχους της παραλίας και η Θεσσαλονίκη δεν είναι πλέον περίκλειστη πόλη.

περίκλειστη πόλη

Πλατεία Διοικητηρίου

Κάθε φορά που βλέπω τη φωτογραφία της παλιάς πλατείας Διοικητηρίου, αναρωτιέμαι αν αυτή η μαρμάρινη τούρτα άρεσε στους παλιούς Σαλονικιούς, πώς της συμπεριφέρθηκαν και αν τη νοσταλγούν.

Ο Λεωνίδας Ζησιάδης γράφει:
«Την ίδια περίοδο, λίγο πριν τους σεισμούς της Ιερισσού, θεμελιώθηκε και ανηγέρθη το αγλάισμα της περιοχής, το «καλλιμάρμαρον» πάρκο του Διοικητηρίου. Ένα φρικαλέο αποτέλεσμα της αμηχανίας των μηχανικών να συνταιριάξουν την πλατεία που ήταν ψηλά, με την οδό Ολύμπου που ήταν χαμηλότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Τσάκο και Ντανιέλ

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

εβραίοι φορτώνουν καράβι
Στο φόρτωμα και στο ξεφόρτωμα των καϊκιών.

Μέσα σε όλο τον κόσμο που έτρεχε κυνηγώντας το καρβέλι, οι συντοπίτες μας οι Εβραίοι τρέχανε κι αυτοί πρώτοι και καλύτεροι, κάνοντας εκτός των άλλων πολλά χαρακτηριστικά επαγγέλματα. Ήταν οι μεταπράτες της αγοράς, που είχαν ειδικευτεί σε δουλειές του ποδαριού. Αυτοί, που δίνανε το δικό τους τόνο στην αγορά και στις γειτονιές. Μια έβλεπες τον Τσάκο να πουλάει σε καρότσι ροδάκινα «λίγο χτυπημενα, λίγο βαρεμένα», φτηνά, να φάει η φτωχολογιά, που τα διαπραγματεύτηκε από κάποιο καΐκι πριν τα πετάξουν ανοιχτά στη θάλασσα, και την άλλη, να πουλάει ο ίδιος, υφάσματα «της πυρκαγιάς και της ασφάλειας», που τα απέσπασε από κάποιο στοκ συμπατριώτη του εμπόρου. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Ο γανωτής και μια απάτη με μπακίρια τον καιρό της Κατοχής

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

Τα πρωινά ήταν και η ώρα των γανωματήδων. Μαύροι από τη μουτζούρα, μούτρα και χέρια, είχαν ένα ντορβά από τριγωνικό κομμάτι τσουβάλι περασμένο στον ώμο και μάζευαν από τα σπίτια τα χαλκώματα, να τα γανώσουν και να τα παραδώσουν ασημένια κι αστραφτερά την επαύριο.

Παναγία Χαλκέων
Η Κόκκινη Εκκλησία, Παναγία Χαλκέων

Στα σπίτια μας είχαμε όλοι τσετζερέδες και ταψιά πήλινα και κυρίως χάλκινα. Ολοι ανεξαιρέτως. Το αλουμίνιο βγήκε πολύ αργότερα και φυσικά από τα ανοξείδωτα δεν είχε ιδέα ούτε η Ευρώπη. Ολοι λοιπόν, τρώγαμε από χάλκινα και ο κίνδυνος από την πράσινη οξείδωση ήταν μεγάλος. Γι’ αυτό ευδοκιμούσε η δουλειά του γανωτή. Γανωματίδια είχε η κάθε γειτονιά αλλά κυρίως, η γειτονιά της Κόκκινης Εκκλησιάς, της Παναγιάς των Χαλκέων. Οι μαστόροι τα πρωινά μαζεύανε τα χαλκώματα και παραδίνανε τα χθεσινά, ενώ τα απογεύματα δούλευαν στα εργαστήρια, όπου λαμποκοπούσαν οι φωτιές στα καμίνια τους. Ηταν μαγαζάκια μικρά με ένα μάστορα κι έναν παραγιό, ένα καμίνι με φυσερό, μασιές και μπαμπάκια, με τα οποία αλείφανε το λυωμένο καλάι, να γανωθούν τα μπακίρια. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Λεμονάδα μπούζι-μπούζι

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

Στην πλατεία μας, περαστικός αυτός, ερχότανε κι ο λεμονατζής. […] Ήταν ένας Μικρασιάτης γεράκος που δρόσιζε τον κόσμο τα καλοκαίρια στις κάψες. Γυρνούσε φαίνεται όλη τη Θεσσαλονίκη, γιατί τον θυμόμουν να περνάει κι απ’ την παλιά μας γειτονιά στην Μπότσαρη και αργότερα τον βλέπαμε σχεδόν παντού: στην παραλία, στα Λαδάδικα, στο Βαρδάρι, ακόμα και στο Ντεπώ. Δεν τον είδα ποτέ στην Τσιμισκή γιατί, φαίνεται, το καταναλωτικό της κοινό ήταν ακατάλληλο να γευθεί την ανατολίτικη λεμονάδα του.

lemonade seller in Salonika 1890

Είχε βράκα μικρασιάτικη με σελάχι. Στα πόδια φορούσε μυτερά γιεμενιά και στο κεφάλι είχε δεμένο ένα κίτρινο μαντίλι. Μια κάτασπρη ποδιά συμπλήρωνε το σύνολο. Η γραφική του φιγούρα της λαγγεμένης Ανατολής περνούσε απ’ τις γειτονιές και πότιζε λεμονάδα τον κόσμο, να ξεδιψάσει. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Ο παπλωματάς

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

παπλωματάς

Ένας τορβάς στην πλάτη, πιασμένος μ’ ένα φαρδύ ιμάντα, περασμένος λοξά, από τον ώμο ώς τη μέση. Μέσα στον τορβά διάφορα εργαλεία, υλικά ραπτικής και αρκετό αφράτο μπαμπάκι. Πασπαλισμένος από την κορυφή μέχρι τα νύχια με άσπρες νιφάδες μπαμπακιού, που του άσπριζαν τα μαλλιά, μουστάκια και φρύδια, περνούσε τα πρωινά από τις γειτονιές μας ο παπλωματάς. Στο ένα χέρι κρατάει ένα παράξενο εργαλείο, κάτι σαν πελώριο δοξάρι βιολιού, μακρύ ίσα με δύο μέτρα, που έχει πάνω του τεντωμένο ένα χοντρό βούνευρο για χορδή. Στον ώμο του έχει κρεμασμένο ένα χοντρό κι ένα μεγάλο ξύλινο εργαλείο στο σχήμα μιας οκάρικης μπουκάλας, με τον πάτο της να εξέχει περιμετρικά. Διαβάστε τη συνέχεια