Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Τσάκο και Ντανιέλ

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

εβραίοι φορτώνουν καράβι
Στο φόρτωμα και στο ξεφόρτωμα των καϊκιών.

Μέσα σε όλο τον κόσμο που έτρεχε κυνηγώντας το καρβέλι, οι συντοπίτες μας οι Εβραίοι τρέχανε κι αυτοί πρώτοι και καλύτεροι, κάνοντας εκτός των άλλων πολλά χαρακτηριστικά επαγγέλματα. Ήταν οι μεταπράτες της αγοράς, που είχαν ειδικευτεί σε δουλειές του ποδαριού. Αυτοί, που δίνανε το δικό τους τόνο στην αγορά και στις γειτονιές. Μια έβλεπες τον Τσάκο να πουλάει σε καρότσι ροδάκινα «λίγο χτυπημενα, λίγο βαρεμένα», φτηνά, να φάει η φτωχολογιά, που τα διαπραγματεύτηκε από κάποιο καΐκι πριν τα πετάξουν ανοιχτά στη θάλασσα, και την άλλη, να πουλάει ο ίδιος, υφάσματα «της πυρκαγιάς και της ασφάλειας», που τα απέσπασε από κάποιο στοκ συμπατριώτη του εμπόρου. Διαβάστε τη συνέχεια

Advertisements

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Ο γανωτής και μια απάτη με μπακίρια τον καιρό της Κατοχής

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

Τα πρωινά ήταν και η ώρα των γανωματήδων. Μαύροι από τη μουτζούρα, μούτρα και χέρια, είχαν ένα ντορβά από τριγωνικό κομμάτι τσουβάλι περασμένο στον ώμο και μάζευαν από τα σπίτια τα χαλκώματα, να τα γανώσουν και να τα παραδώσουν ασημένια κι αστραφτερά την επαύριο.

Παναγία Χαλκέων
Η Κόκκινη Εκκλησία, Παναγία Χαλκέων

Στα σπίτια μας είχαμε όλοι τσετζερέδες και ταψιά πήλινα και κυρίως χάλκινα. Ολοι ανεξαιρέτως. Το αλουμίνιο βγήκε πολύ αργότερα και φυσικά από τα ανοξείδωτα δεν είχε ιδέα ούτε η Ευρώπη. Ολοι λοιπόν, τρώγαμε από χάλκινα και ο κίνδυνος από την πράσινη οξείδωση ήταν μεγάλος. Γι’ αυτό ευδοκιμούσε η δουλειά του γανωτή. Γανωματίδια είχε η κάθε γειτονιά αλλά κυρίως, η γειτονιά της Κόκκινης Εκκλησιάς, της Παναγιάς των Χαλκέων. Οι μαστόροι τα πρωινά μαζεύανε τα χαλκώματα και παραδίνανε τα χθεσινά, ενώ τα απογεύματα δούλευαν στα εργαστήρια, όπου λαμποκοπούσαν οι φωτιές στα καμίνια τους. Ηταν μαγαζάκια μικρά με ένα μάστορα κι έναν παραγιό, ένα καμίνι με φυσερό, μασιές και μπαμπάκια, με τα οποία αλείφανε το λυωμένο καλάι, να γανωθούν τα μπακίρια. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Λεμονάδα μπούζι-μπούζι

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

Στην πλατεία μας, περαστικός αυτός, ερχότανε κι ο λεμονατζής. […] Ήταν ένας Μικρασιάτης γεράκος που δρόσιζε τον κόσμο τα καλοκαίρια στις κάψες. Γυρνούσε φαίνεται όλη τη Θεσσαλονίκη, γιατί τον θυμόμουν να περνάει κι απ’ την παλιά μας γειτονιά στην Μπότσαρη και αργότερα τον βλέπαμε σχεδόν παντού: στην παραλία, στα Λαδάδικα, στο Βαρδάρι, ακόμα και στο Ντεπώ. Δεν τον είδα ποτέ στην Τσιμισκή γιατί, φαίνεται, το καταναλωτικό της κοινό ήταν ακατάλληλο να γευθεί την ανατολίτικη λεμονάδα του.

lemonade seller in Salonika 1890

Είχε βράκα μικρασιάτικη με σελάχι. Στα πόδια φορούσε μυτερά γιεμενιά και στο κεφάλι είχε δεμένο ένα κίτρινο μαντίλι. Μια κάτασπρη ποδιά συμπλήρωνε το σύνολο. Η γραφική του φιγούρα της λαγγεμένης Ανατολής περνούσε απ’ τις γειτονιές και πότιζε λεμονάδα τον κόσμο, να ξεδιψάσει. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Ο παπλωματάς

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

παπλωματάς

Ένας τορβάς στην πλάτη, πιασμένος μ’ ένα φαρδύ ιμάντα, περασμένος λοξά, από τον ώμο ώς τη μέση. Μέσα στον τορβά διάφορα εργαλεία, υλικά ραπτικής και αρκετό αφράτο μπαμπάκι. Πασπαλισμένος από την κορυφή μέχρι τα νύχια με άσπρες νιφάδες μπαμπακιού, που του άσπριζαν τα μαλλιά, μουστάκια και φρύδια, περνούσε τα πρωινά από τις γειτονιές μας ο παπλωματάς. Στο ένα χέρι κρατάει ένα παράξενο εργαλείο, κάτι σαν πελώριο δοξάρι βιολιού, μακρύ ίσα με δύο μέτρα, που έχει πάνω του τεντωμένο ένα χοντρό βούνευρο για χορδή. Στον ώμο του έχει κρεμασμένο ένα χοντρό κι ένα μεγάλο ξύλινο εργαλείο στο σχήμα μιας οκάρικης μπουκάλας, με τον πάτο της να εξέχει περιμετρικά. Διαβάστε τη συνέχεια

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης

Στην πολύχρωμη, πολύγλωσση και πολυεθνική Θεσσαλονίκη ζούσαν Εβραίοι, Τούρκοι, Έλληνες, Αρναούτηδες, Σέρβοι, Αρμένηδες, Σλαβομακεδόνες, Βούλγαροι, Ρουμανόβλαχοι, Λαζοί, Καραμαλήδες, Ντονμέδες, Φράγκοι και Γύφτοι.
Οι άνθρωποι γνωρίζονταν από τις φορεσιές τους και από τα επαγγέλματά τους. Οι Αρναούτηδες ήταν καβάσηδες, λεμονατζήδες και χαλβατζήδες, οι Ηπειρώτες ήταν φουρνάρηδες και κουλουρτζήδες, οι Σέρβοι ζαχαροπλάστες και χτίστες, οι Αρμένηδες είχαν το μονοπώλιο του καφέ, οι Βλάχοι ήταν βοσκοί, γαλατάδες και αγωγιάτες, οι Γύφτοι αβδελλάδες, οι Εβραίοι χαμάληδες, υφαντές, φημισμένοι έμποροι.

 

Τα επαγγέλματα ήταν πολλά και κάποια εντελώς άγνωστα στις μέρες μας. Ποιος υπερτασικός γνωρίζει ότι βάζοντας βδέλλες στα ριζαύτια, προκαλεί ένα είδος αφαίμαξης που κατεβάζει την πίεση; Κι αν το γνωρίζει, δεν είναι πρόθυμος να το κάνει. Μα κι αν είναι πρόθυμος να το κάνει, πού να βρει βδέλλες;

Διαβάστε τη συνέχεια

Το πουλί της χούντας, ο διαφημιστής του και η ιστορία μιας διαφημιστικής

Το έμβλημα της χούντας, ο φαντάρος μπροστά στον φοίνικα που αναγεννιέται, ήταν δημιούργημα του διορισμένου χουντικού δήμαρχου του Πειραιά Αριστείδη Σκυλίτση. Βρισκόταν παντού: σε δρόμους, σε πλατείες, σε κτίρια, σε γραφεία, σε σχολεία, σε σπιρτόκουτα, στην πόλη και στο ύπαιθρο.

Έμβλημα χούντας Πανεπιστημίου
Η πρόσοψη της Τράπεζας της Ελλάδος στην Πανεπιστημίου.

Υπήρχε κι ένας αυτοδίδακτος ζωγράφος και διαφημιστής, που ειδικευόταν στις γιγάντιες διαφημίσεις και στις τοιχογραφίες που κάλυπταν μια ολόκληρη πλευρά πολυκατοικίας.

Ο Παύλος Γκίκας, σκαρφαλωμένος σε σκαλωσιές ή αναβατόρια ζωγράφισε διαφημίσεις για την μπίρα και τα αναψυκτικά Φιξ, τη ρετσίνα Πλάκα, Διαβάστε τη συνέχεια

«Μνήμη 58η – Με τον παπατζή» ένα δυνατό κείμενο του Άρη Σκιαδόπουλου

Άρης Σκιαδόπουλος 1.jpg
Ο Άρης Σκιαδόπουλος στον Νυχτερινό Επισκέπτη.

Τον καιρό που παρακολουθούσα τηλεόραση –στη χάση και στη φέξη, για να είμαι ειλικρινής– φρόντιζα να μη χάνω τον Νυχτερινό Επισκέπτη με τον Άρη Σκιαδόπουλο. Αργότερα, στη μεγάλη γειτονιά του διαδικτύου ήρθαμε σε επαφή και του εξέφρασα τα συγχαρητήριά μου. Νομίζω ότι, για ένα διάστημα, ήμουν η περίεργη που τον κυνηγούσε, μέσω του fb, να βγάλει από το αρχείο του τη συνέντευξη με τον ζωγράφο Κώστα Λούστα. Μία συνέντευξη που η αμεσότητα της συζήτησης και ο χειμαρρώδης λόγος με είχαν καθηλώσει. Την είχα γράψει στο βίντεο και πρόφτασα να τη δω μερικές φορές, προτού το μηχάνημα μασήσει ανεπανόρθωτα τη βιντεοκασέτα. Πίκρα!
Με τον Άρη Σκιαδόπουλο είμαστε φίλοι στο fb. Τα κείμενά του μου αρέσουν πολύ και παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον τις αναρτήσεις του. Ιδιαίτερα η σειρά με τις αριθμημένες μνήμες του με μαγεύει. Είναι ο τρόπος που γράφει, είναι τα θέματά του, είναι η αυθεντικότητά του· είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Μέχρι που έφτασε στη «Μνήμη 58η», για έναν παπατζή στο Μοναστηράκι. Είναι ένα κορυφαίο κείμενο, δυνατό, συγκλονιστικό, που δεν σ’ αφήνει να πάρεις ανάσα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ένα από τα καλύτερά του.
Του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω στο Hellas Special. Μου την παραχώρησε αμέσως και πολύ ευγενικά.  Θα ήθελα να του εκφράσω και δημόσια τις θερμές ευχαριστίες μου.


Μνήμη 58η – Με τον παπατζή
του Άρη Σκιαδόπουλου

Μοναστηράκι για ρεπορτάζ:
Μαζεμένοι κάθε λογής τύποι γύρω από αναδιπλούμενο αυτοσχέδιο τραπέζι. Μαέστρος ένας τύπος χτικιάρης με μουστάκι νεωκόρου συνοικιακής ενορίας. Χαρακτηριστικά ξεπεσμένου νταβατζή και πορτιέρη τρίτης ποιότητας επαρχιώτικου σκυλάδικου. Κοντά του δυο «κράχτες» να συμμετέχουν με σικέ πονταρίσματα. Παρακολουθώ τις κινήσεις με την τράπουλα. Εντοπίζω τη φορά των δακτύλων και κάθε τόσο εντοπίζω που είναι ο παπάς, βοηθώντας τους παίχτες. Μια-δυο και μου την πέφτει ο ένας από τους δύο αβανταδόρους:
— Μάγκα, κόψε λάσπη!
— Γιατί; Ενοχλώ μήπως;
— Ρε, κόψε λάσπη που σου λέω! Έλα μην σε κάνω ένα με τη λάσπη!
Διαβάστε τη συνέχεια

Ιατρομεσίτες

Ιατρομεσίτες 1937

Κάποια ωραία πρωία του 1937 παρουσιάστηκε σύσσωμο το διοικητικό συμβούλιο του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης στον εισαγγελέα και του ζήτησε να επέμβει, ώστε να μπει τέλος στην παράνομη δράση των ιατρομεσιτών. Ο εισαγγελέας στο παρελθόν είχε ασκήσει ποινικές διώξεις σε κάμποσους απ’ αυτούς τους αετονύχηδες, αλλά το τέρας είχε πολλά κεφάλια.
Περίπου το 80% των άρρωστων από διάφορες περιοχές της Μακεδονίας, που κατέφευγαν στη Θεσσαλονίκη για να βρουν τη γιατρειά τους, έπεφτε στα χέρια αυτών των παράσιτων. Οι ιατρομεσίτες είχαν τα πόστα τους στον σιδηροδρομικό σταθμό και στα πρακτορεία των υπεραστικών λεωφορείων.
Διαβάστε τη συνέχεια