Ο αφορισμός

Το Hellas Special αγαπάει τον Σταμ. Σταμ. για το χιούμορ του, την ευστροφία του, τη διεισδυτική ματιά του και την ακούραστη πένα του, που μας άφησε πάμπολλες σελίδες με απολαυστικά κείμενα και ζωντανά σκίτσα. Παρ’ όλο που κατείχε δημόσιες θέσεις, είναι ο άνθρωπος που, όπως έγραψε ο Ηλίας Πετρόπουλος, «ξεφτίλισε δια παντός το ελληνικό δημόσιο».
Το παρακάτω χρονογράφημα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία το 1939, δεν ασχολείται με το ελληνικό δημόσιο, αλλά με έναν αφορισμό. Το κείμενο του αφορισμού είναι ένα τρομακτικό μνημείο σκοταδισμού, μίσους και κακίας. Και μια που προχτές, το γνωστό φασιστοειδές υποκείμενο της Εκκλησίας αφόρισε (χωρίς πιστοποίηση ISO από τα κεντρικά) τρία πρόσωπα της πολιτικής σκηνής, θυμήθηκα αυτό το έξυπνο κείμενο και σας το παρουσιάζω.

Ο πάρεδρος. Σκίτσο του Σταμ. Σταμ., που συνόδευε το χρονογράφημα.

Σ’ όλα μερακλής ο πάρεδρος και η σκούφια του μετάξι, αλλά στα μανάρια που διέτρεφε δεν τον έφθανε κανένας στο χωριό.
Και ήταν το μανάρι του παρέδρου ο θαυμασμός και ο πειρασμός όλων, όταν περνούσε, δασύμαλλο, παχύμαλλο, μακρόμαλλο, καμαρωτό, με κέρατα στριμμένα και με γαλάζιες χάνδρες για το μάτι εις το μέτωπο.
Ο θαυμασμός κι ο πειρασμός και η λιχουδιά των πάντων!
Το διέτρεφε, καθώς έλεγε, με παξιμάδι για να κάμει το κρέας τρυφερό και με μυρωδικά βοτάνια, για να νοστιμίσει και ήτανε τετράπαχο, σκαστό και θα γινότανε ψητό λουκούμι, όταν, για τη γιορτή της Λέγκως, της κόρης του παρέδρου, θα θυσιαζόταν.
Άλλο λουκούμι η Λέγκω, μοσχομυριστό, δυσκολομύριστο, σκαστό και παχουλό.
Αλλά η Λέγκω δεν ήταν για τα δόντια όλων των συγχωριανών, ενώ το μανάρι ήταν τόσο για τους νέους όσο και για τους γέρους και ακόμα και για τις φαφούτες τις γριές…

Συνεχίστε, έχει κι άλλο…

Η Καλοερίνα

Οι θειάδες και οι μπαρμπάδες από το σόι του πατέρα μου έδιναν σ’ εμάς τους μικρότερους την ευχή να πάρουμε τα χρόνια της προγιαγιάς μας της Καλοερίνας, που πέθανε 105 χρονών, και μέχρι τα τελευταία της ήταν αεικίνητη, είχε όλα της τα δόντια γερά και το μυαλό ξυράφι.
Η προγιαγιά ήταν κάτι σαν θρύλος για μας που δεν την είχαμε γνωρίσει. Ούτε φωτογραφία της υπήρχε για να δούμε, μπορούσαμε, όμως, να τη φανταστούμε. Κάτω απ’ το Αλογοβούνι, στο χωριό της Καλοερίνας, όπως και στα περισσότερα χωριά της ηπειρωτικής Ελλάδας, όλες οι ηλικιωμένες γυναίκες έμοιαζαν λίγο πολύ –λιγνές, με πρόσωπα σκαμμένα, χέρια ταλαιπωρημένα, μαυροντυμένες και με τα μαλλιά πλεγμένα κοτσίδες κάτω απ’ το τσεμπέρι– σαν την Ηπειρώτισσα στη φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα.
Δεν ρώτησα ποτέ από τι πέθανε, γιατί προεξοφλούσα ότι πήγε από γεράματα. Μια φορά όμως το ’φερε η κουβέντα κι έμαθα αυτό το θαυμαστό:
— Και ξέρεις από τι πήγε; Βγήκε μια μέρα να κυνηγήσει το άλογο κι έπεσε. Έτσι έφυγε η Καλοερίνα!
Εκατόν πέντε χρονών και όχι απλώς βγήκε για το άλογο, βγήκε να το κυνηγήσει κιόλας. Τι να πεις;

Ένας σκύλος 80 χρόνων, ο σκύλος της Κυψέλης, και ο γλύπτης Ευριπίδης Βαβούρης

Το «Λαγωνικό σκυλί» της Κυψέλης, έργο του γλύπτη Ευριπίδη Βαβούρη, φωτογραφημένο στα τέλη του ’50 ή στις αρχές του ’60.

Το μαρμάρινο λαγωνικό της Κυψέλης ίσως δεν είναι πολύ γνωστό στους Αθηναίους. Πάντως στους Κυψελιώτες είναι ιδιαίτερα αγαπητό. Βρίσκεται στη Φωκίωνος Νέγρη, στο ύψος της οδού Έκτορος.
Για ποιο λόγο αποφάσισε ο δήμος Αθηναίων να στολίσει την Κυψέλη με το άγαλμα ενός σκύλου; Άγνωστο. Πάντως ήταν μια ευτυχής στιγμή.
Έχουν ακουστεί ιστορίες που θέλουν να δώσουν απάντηση στο ερώτημα: ότι το άγαλμα είναι εμπνευσμένο από έναν σκύλο που έμεινε να περιμένει πιστά το πεθαμένο αφεντικό του ή που έσωσε τη ζωή ενός κοριτσιού από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Το πιο πιθανό είναι πως αυτά ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας.

Συνεχίστε, έχει κι άλλο…

Ένας φίλος που χάνεται

Γενναίο, πιστό, έξυπνο, δυνατό και ακούραστο. Το τσοπανόσκυλο είναι ένα ζώο πολύτιμο! Από τα αρχαία χρόνια η φυλή του ελληνικού ποιμενικού συντροφεύει τον τσοπάνο, φυλάει το κοπάδι, προστατεύει από τον κίνδυνο, χύνεται στον εισβολέα.
Όταν ο Σταμ. Σταμ. ανέβηκε στο Καϊμακτσαλάν και είδε τα σκυλιά των Σαρακατσάνων τα αποκάλεσε αρκουδόσκυλα. Τα τσοπανόσκυλα φτάνουν τα 60 με 70 κιλά βάρος και τους 75 πόντους ύψος.
Η κλειστή νομαδική ζωή των αφεντικών τους τα προφύλαξε από την επαφή με άλλα σκυλιά και η φυλή διατηρήθηκε καθαρή για αιώνες. Όμως η αστικοποίηση των νομάδων και οι ανεξέλεγκτες διασταυρώσεις είχαν σαν αποτέλεσμα να γίνει ο ελληνικός ποιμενικός είδος υπό εξαφάνιση.

Ο πιστός και αφοσιωμένος Ντικ. Ο σπαραγμός του για τον θάνατο του αφεντικού του συγκίνησε όλη την Αθήνα.

Ντικ 1938.jpg

Ο Γεώργιος Μπαλίδης ήταν διπλωμάτης και είχε υπηρετήσει ως πρόξενος της Ελλάδας στην Οδησσό. Αγαπούσε πολύ τα ζώα και ιδιαίτερα τα σκυλιά. Δεν είχε ούτε γυναίκα ούτε παιδιά και τα τελευταία δέκα χρόνια νοίκιαζε ένα δωμάτιο στο σπίτι της κυρα-Όλγας στην οδό Αριστίππου 22, στο Κολωνάκι. Ζούσε μόνος με τον πιστό του φίλο τον Ντίκ, ένα σκυλί που το είχε από κουτάβι. Ο Ντικ είχε μεγαλώσει με πολλή φροντίδα και αγάπη και ήταν αφοσιωμένος στον κύριό του. Όταν τα οικονομικά του στένεψαν, ο τέως πρόξενος προτιμούσε να αφαιρεί κάτι από το φαγητό του για να μην στερήσει τον Ντικ.
Ο σκύλος αγαπούσε τον κύριό του αδιαπραγμάτευτα και ανυστερόβουλα, όπως μόνον τα ζώα ξέρουν. Είχαν γεράσει πια και οι δύο και περνούσαν ήσυχα τις μέρες τους χαρίζοντας ο ένας στον άλλον γλυκιά συντροφιά και απέραντη αγάπη. Διαβάστε τη συνέχεια