Μασκαράδες και δικτάτορες

Σας γνωρίσαμε!

Μια Κολομπίνα είναι γυναίκα,
που όταν, βρε παιδιά, μας ερωτεύεται,
φοράει μάσκα πάντα η ζεβζέκα
κι αφού μας παντρευτεί, ξεμασκαρεύεται.
Τουτέστι, το οποίον,
πέφτει το προσωπείον!

Έχει δυο πρόσωπα κι αιώνιο καρναβάλι.
Ποιος τ’ όλπιζε βρε τέτοια ρεζιλίκια;
Δυο πρόσωπα, χωρίς όμως κεφάλι,
που κάνουν διαρκώς μασκαραλίκια!

Όλο το χρόνο είναι ίδια Κολομπίνα,
διαρκώς να μας χορεύει καταλήγει,
αλλά και δίχως να κρατάει σερπαντίνα,
με ψεύτικα λογάκια μας τυλίγει.

Μα τι παραπονιόμαστε και κλαίμε
και γράφουμε τραγούδια και νταλκάδες,
αφού ’μαστε, εδώ όπου τα λέμε,
κι οι άντρες στην αγάπη μασκαράδες.
Ο ΤΖΟΓΕΣ

Έχει και συνέχεια

Τα Φώτα και ο φωτισμός στην Κρήτη – παλιά και λησμονημένα κάλαντα

Ο Σταμ. Σταμ. σ’ ένα γράμμα του από την Κρήτη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος τον Γενάρη του 1938, αναφέρει ένα παμπάλαιο κρητικό τραγούδι των Φώτων, που εκείνα τα χρόνια δεν τραγουδιόταν παρά στα απόμερα της Κρήτης, διότι όλα αυτά τα παλαιά τοπικά Κάλανδα τα διεδέχθη η φυλλάδα των «Συριανών Καλήμερα».
Αν προπολεμικά ήταν σχεδόν λησμονημένο και δεν τραγουδιόταν παρά στα απόμερα, σήμερα ίσως να μην τραγουδιέται πουθενά. Το τραγούδι είναι μεγάλο και ο Σταμ. Σταμ. δημοσίευσε κάποιες περικοπές:

Διαβάστε τη συνέχεια

Πάει ο φούρνος, παν κι οι γαλοπούλες – μια εκρηκτική χριστουγεννιάτικη ανάμνηση από την Κέρκυρα του Φώτου Γιοφύλλη

Η σαρακοστή των Χριστουγέννων παραδοσιακά τελειώνει σ’ ένα καλοστρωμένο τραπέζι με ροδοκόκκινη ευωδιαστή γαλοπούλα, άφθονες λιχουδιές και καλό κρασί. Αυτό το γευστικό πανηγύρι απολάμβαναν όσοι είχαν χρήματα. Οι φτωχοί που κρατούσαν σαρακοστή εξ ανάγκης –«Νηστεύει ο δούλος του Θεού, γιατί δεν έχει να φάει»– συνέχιζαν τη νηστεία και ανήμερα τα Χριστούγεννα και μετά. Οι λιγότερο φτωχοί έτρωγαν χοιρινό.
Ο Φώτος Γιοφύλλης περιγράφει ένα περιστατικό που έγινε στην Κέρκυρα, τη μέρα των Χριστουγέννων, που οι ευωδιές από τις γαλοπούλες που ψήνονταν στους φούρνους πλημμύριζαν τις γειτονιές.
Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ανεξάρτητος τα Χριστούγεννα του 1933.

[…] Καθώς περπατούσαμε, σταθήκαμε εκεί κατά το σταυροδρόμι της Πίνιας, εκεί που ήτανε τότες το χαρτοπωλείο ο «Κάδμος». Αντικρύ ήταν ένας μεγάλος φούρνος. Τα ταψιά με τις γαλοπούλες και τους γάλους πηγαινοέρχονταν και μια ευωδιά σκορπιώταν, μια ευωδιά…
Σταθήκαμε εκεί μια στιγμή να καμαρώσουμε και να μυριστούμε.
Ξαφνικά όμως γίνηκε κάτι τρομερό! Ένας κρότος δυνατός μας έσπασε τ’ αυτιά κι ένας φοβερός σεισμός ετράνταξε τη γη! Ξαφνιστήκαμε, τρομάξαμε και τρέξαμε να φύγουμε. Στο μέρος που ήταν ο φούρνος γίνηκε κάτι σαν έκρηξη σε ηφαίστειο. Πυκνός καπνός και απάσβεστα (κομμάτια από σοβάδες) και πέτρες και ξύλα επετάχτηκαν ψηλά. Και μέσα στον καπνό γαλοπούλες ψημένες και άψητες επετιώντουσαν στον αέρα, πατάτες και πέτρες μαζί και σαν λάβα άφθονες μοσχομυρισμένες σάλτσες… Τι ήταν εκείνο; Ένα ηφαίστειο τρομερό, που πετούσε από τον κρατήρα του γαλοπούλες, πατάτες, σάλτσες μαζί με πέτρες, χώματα και στάχτες. Κάτι τραγικό και αφάνταστο, μα και κάπως κωμικό μαζί.

Διαβάστε τη συνέχεια

Τα κάλαντα της παραμονής των Χριστουγέννων – Μικρασιάτικες αναμνήσεις του Φώτη Κόντογλου

Γράφει ο Κόντογλου για μια παραμονή Χριστουγέννων στην παλιά πατρίδα, που έκανε «κρύο τάντανο κι ο αγέρας σαν να ’τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήταν χαρούμενος και γεμάτος κέφι». Τα παιδιά λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά και στα καφενεία της αγοράς κι όταν σουρούπωνε γύριζαν στις γειτονιές κρατώντας φανάρια και τα έλεγαν στα σπίτια. «Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα που λένε μοναχά πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα και κείνα παράφωνα».

«Από δω κι από κει ακουγόντανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά. Η ώρα περνούσε κι ανάργευε σιγά-σιγά ο κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν ένα ένα, μοναχά μέσα στα μπαρμπεριά ξυριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι. Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι νοικοκυράδες και τα παιδιά τους όλοι ήτανε χαρούμενοι κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες κι εκείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σαν χοτζάδες:

Διαβάστε τη συνέχεια

Της αγίας Αικατερίνης σήμερα. Χρόνια πολλά, ρε Κατινάκι!

Η Κατίνα ήταν η επίσημη του Τζογέ. Ο Τζογές ήταν μάγκας και όπως όλοι μάγκες ήταν εχθρός του γάμου, οπότε, παρ’ όλο που ήταν δικός της μέχρι Παναγία, όλα τα χρόνια που δημοσιευόταν η «Στήλη του Τζογέ», την Κατίνα την είχε αστεφάνωτη.

Βραδυνή 1-2-1931 Τζογές

Συνήθως την αποκαλούσε Κατινάκι, κυρίως λόγω μαγκιάς και όχι τρυφερότητας, όπως για παράδειγμα αποκαλούσε και τον φίλο του τον Νίκουρδα, Νικουρδάκι. Τα δώρα που της  κάνει τη μέρα της γιορτής της δείχνουν ότι η ζωή της με τον Τζογέ δεν είναι καθόλου ανέφελη.
Ο Τζογές ήταν δημιούργημα του Σώτου Πετρά και δημοσιευόταν από το 1925 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40 στην εφημερίδα Βραδυνή.

tzoges_vradinis_1926
Εικονογράφηση του Κλεόβουλου Κλώνη, από το βιβλίο «Τζογές», 1926.

Τα δώρα μου
Σήμερα γιορτάζεις. Είναι, ρε Κατίνα μου, μα την αγία Κατήγκω, για μένα η μεγαλύτερη γιορτή στο εμερολόγιο που την αισθάνομαι ψυχικώς και την πονάω. Αφ’ τον καιρό που έμπλεξα μετά σένανε απ’ όλες τις άγιες συμπαθάω τη σήμερον εορτάζουσαν για χατίρι σου κι έχω μοιραίως κάθε μέρα της Αγίας Αικατερίνης. Σήμερις είναι για μένα αργία και φόνων κατάλυσις. Σπάω το κεφάλι μου, ρε εορτάζουσα, τι δώρο να χαρίσω σένα που μου ’χεις χαρίσει το μόνο δώρο εκ Θεού… την ομορφιά σου. Να σου χαρίσω την Αθήνα ολόκληρη, το Παρίσι, την Κενωνία των Εθνώνε, τον Ινδικό Ωκεανό, τι διάλο; Αφ’ τις λίγες οικονομίες που ’χω σου στέρνω σήμερις με τους δυο δωρηφόρους μου, τον Γαλέρα και το Μάριο, τα φτωχά μου δώρα. Φοβού τους μάγκες και δώρα φέροντας.
Άνοιξε το ζεμπιλάκι και θα γδεις περιεχόμενο μια βολά. Διαβάστε τη συνέχεια

Λουλουδιάσαμε!

Εβδομάς Ανθέων.jpg

Εβδομάς ανθέων 1940 2
29 Απριλίου 1940

Η Αθήνα του ’40 γιόρτασε τον ερχομό του Μάη σε όλες τις γειτονιές και παραδοσιακά στη Νέα Φιλαδέλφεια. Ήταν η τελευταία ξένοιαστη Πρωτομαγιά πριν από την Κατοχή και τον Εμφύλιο.

Εβδομάς ανθέων 940
29 Απριλίου 1940

Εσένα, που έφτιαξες αυτό το καταπληκτικό σκίτσο, δηλαδή, πόσο δύσκολο σου ήταν να το υπογράψεις;
Άλλος ένας καταπληκτικός ανώνυμος σκιτσογράφος!

 

 

Μεγάλη Παρασκευή

Τη νύχτα, μετά την ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης, κοπέλες και νέοι στολίζουν τον Επιτάφιο. Ο Επιτάφιος, ακόμα και στις πιο φτωχές ενορίες, είναι ένα θαυμάσιο έργο τέχνης και ευλάβειας, που θα κρατήσει 24 ώρες. Μετά το υποβλητικό πένθιμο χτύπημα της καμπάνας, την κατανυκτική ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής και τον σπαραγμό του επιτάφιου θρήνου, είναι ν’ απορεί κανείς πού βρισκόταν αυτή η μανία με την οποία το εκκλησίασμα τραβολογάει και ξηλώνει τον στολισμό, για να πάρει σπίτι του ευλογία, αφήνοντας πίσω του έναν γυμνό Επιτάφιο και τσαλαπατημένα λουλούδια στο δάπεδο του ναού.

Στη συνέχεια στοιχεία για τον ζωγράφο

Σάββατο 25 Μαρτίου του 1933, η μέρα που κυμάτισε για πρώτη φορά στην Ελλάδα η σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό

 

Στις 8.30 το πρωί της 25ης Μαρτίου 1933, (άραγε τυχαία η επιλογή της ημερομηνίας;) συγκεντρώθηκαν στη γερμανική πρεσβεία τα 200 μέλη της γερμανικής παροικίας της Αθήνας, για να πάρουν μέρος στην τελετή έπαρσης της καινούργιας σημαίας. Ο αρχηγός της ναζιστικής αποστολής, που ήρθε γι’ αυτό τον σκοπό από τη Γερμανία, παρέδωσε στον πρεσβευτή την παλιά αυτοκρατορική σημαία, καθώς και την καινούργια με τον αγκυλωτό σταυρό. Οι δύο αυτές σημαίες, σύμφωνα με διάταγμα του νέου καγκελάριου, του Χίτλερ, θα αντικαθιστούσαν προσωρινά την παλιά δημοκρατική, μέχρι να αποφασιστεί ποια από τις δύο θα καθιερωνόταν ως εθνική σημαία. Ο πρεσβευτής Άιζενλορ ανάρτησε και τις δύο στον εξώστη του μεγάρου, ενώ οι συγκεντρωμένοι επευφημούσαν ζωηρά και έψαλλαν τον γερμανικό εθνικό ύμνο.


Τη νύχτα 24 προς 25 Μαρτίου 1933 βγήκαν οι κομμουνιστές και έγραψαν με κόκκινη μπογιά συνθήματα «Κάτω ο πόλεμος» Διαβάστε τη συνέχεια

Μπακαλιάρος σκορδαλιά. Ναι, αλλά ο σωστός!

Μπακαλιάρος σκορδαλιά 1953
1953

Είναι γνωστή η ασυνεννοησία Αθηναίων και Σαλονικιών σχετικά με τη σωστή ονομασία των πιτόγυρων, των σάντουιτς και των τυριών. Όσοι νομίζουν ότι το σουβλάκι είναι μονοσήμαντη έννοια είναι μακριά νυχτωμένοι.
Σε πανελλαδικό επίπεδο, διαφωνίες έχουν παρατηρηθεί γύρω από το θέμα «μουσακάς», αν θα είναι με μελιτζάνες και κολοκύθια ή μόνον με μελιτζάνες και αν θα μπει στρώση πατάτας. Οι διαφωνίες αυτές αφορούν τον τρόπο παρασκευής, δεν έχουν μεγάλη ένταση και οι λογομαχίες, κατά κανόνα, λήγουν ειρηνικά.
Η σκορδαλιά είναι ένα ζήτημα που θα μπορούσε να δημιουργήσει αναταράξεις, αλλά το συγκεκριμένο έδεσμα έχει πάψει στην εποχή μας να είναι όσο δημοφιλές ήταν παλιότερα, λόγω περιορισμένης ανοχής στην έντονη μυρωδιά του σκόρδου.
Παραδοσιακά η σκορδαλιά βρίσκεται στο ελληνικό τραπέζι την 25η Μαρτίου, όταν η χριστιανοσύνη γιορτάζει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και ο ελληνισμός την έναρξη της Επανάστασης του 1821, και συνοδεύει τον τηγανιτό μπακαλιάρο. Το πατροπαράδοτο έθιμο θέλει μπακαλιάρο σκορδαλιά και την Κυριακή των Βαΐων, όπως προτρέπει η διπλανή καταχώριση.
Η σκορδαλιά με καρύδι είναι εκλεκτό έδεσμα, το οποίο καταναλώνεται με φειδώ, και σ’ αυτό συμφωνούν όλοι. Οι διαφωνίες προκύπτουν γύρω από το αν η σωστή σκορδαλιά φτιάχνεται με ψωμί ή με πατάτα. Και οι δύο εκδοχές έχουν τους φανατικούς υποστηρικτές τους.
Αν η σκορδαλιά με πατάτα θα είναι απλή σκορδαλιά ή αλιάδα καθορίζεται από την ποσότητα του σκόρδου. Η αλιάδα, ως γνωστόν, είναι πύραυλος. Η κεφαλονίτικη αλιάδα θέλει αμέτρητα σκόρδα και πολύ κοπάνημα στο γουδί.
Όσο για τον μπακαλιάρο, είτε είναι φιλέτο είτε είναι κροκέτες, τρώγεται ευχάριστα, φτάνει να έχει ξαλμυριστεί σωστά και να είναι τραγανός, πράγμα που επιτυγχάνεται με προσθήκη μαγιάς στο κουρκούτι.

Η πελάδα του Μπριόλα
Κάποιοι Αθηναίοι καλοφαγάδες έλεγαν ότι την καλύτερη σκορδαλιά την έφτιαχνε μια ταβέρνα στο Παγκράτι, η «Πελάδα του Μπριόλα». Διαβάστε τη συνέχεια

Όταν οι γάμοι γίνονταν στα σπίτια…

Μέχρι τον πόλεμο, στην περιφέρεια και στα αστικά κέντρα, οι γάμοι γίνονταν στα σπίτια. Συγκεντρώνονταν συγγενείς, φίλοι και γείτονες στη σάλα, στον εξώστη και στην αυλή για να παρακολουθήσουν το μυστήριο και να γλεντήσουν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο γάμος είχε επεισοδιακή, ακόμα και τραγική κατάληξη, γιατί το δάπεδο του σπιτιού, που δεν ήταν φτιαγμένο να σηκώνει τόσο βάρος, υποχωρούσε. Γαμπρός, νύφη, παπάς, κουμπάρος, συμπεθέρια, συγγενείς και φίλοι παρασύρονταν μαζί με το πάτωμα και την οικοσκευή στο ισόγειο.

γάμος σε σπίτι 1933
1933

Στην περίπτωση της Βέροιας το πάτωμα βούλιαξε κι έπεσε μέσα στον στάβλο. Διαβάστε τη συνέχεια