Οι μαντινάδες και το βιτριόλι

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθούμε τις εξελίξεις του δράματος της κοπέλας, που κάποια μαυροντυμένη γυναίκα, με μάσκα, την παραμόνεψε και της έριξε στο πρόσωπο βιτριόλι. Δώδεκα χρόνια πριν, το 2008, η Κωνσταντίνα Κούνεβα, λόγω της συνδικαλιστικής δράσης της, έπεφτε θύμα επίθεσης με βιτριόλι από άγνωστους, οι οποίοι δεν έχουν συλληφθεί ακόμα.
Στις εφημερίδες παλιότερων δεκαετιών βρίσκουμε αρκετές ειδήσεις επίθεσης με βιτριόλι. Οι συνηθέστερες ήταν από γυναίκες που εκδικούνταν τον άπιστο εραστή ή τον βάναυσο σύζυγο, όπως στην περίπτωση της Σωτηρίας Μπέλου. Οι επιθέσεις από γυναίκα σε γυναίκα ή από άντρα σε γυναίκα ήταν σπανιότερες.

Τον Οκτώβριο του 1939 οι εφημερίδες έγραψαν για την άγρια εκδίκηση μιας εγκαταλειφθείσης, που έριξε βιτριόλι στον εγκαταλείψαντα. Αποκαλύφθηκε όμως ότι η υπόθεση είχε και άλλες πτυχές, αφού η κοπέλα, με εγκαύματα στο πρόσωπο, υπέβαλλε μήνυση εναντίον του φίλου της, επειδή της έριξε βιτριόλι, αφού πρώτα την ξυλοκόπησε. Η κίνηση που έκανε για να προστατευτεί, όταν τον είδε να βγάζει το μπουκάλι με το οξύ, είχε σαν αποτέλεσμα το περισσότερο από το καυστικό υγρό να πέσει επάνω του.

Επίθεση από άντρα σε άντρα νομίζω ότι έχει καταγραφεί την τελευταία εικοσαετία και οι λόγοι δεν ήταν ερωτικοί.


Οι μαντινάδες και το βιτριόλι
Σ’ ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο, δύο νέοι, η Αναστασία και ο Ηρακλής, ερωτεύτηκαν και τα έφτιαξαν. Αφού ολοκλήρωσαν τις σχέσεις τους, εκείνος δεν έδειχνε καμία διάθεση να πραγματοποιήσει τον γάμο που της είχε υποσχεθεί και στο τέλος την παράτησε. Η Αναστασία υπέβαλλε μήνυση εναντίον του, «την διέφθειρε και την εγκατέλειψε». Το Πλημμελειοδικείο Χανίων καταδίκασε τον Ηρακλή σε επτάμηνη φυλάκιση. Όταν αποφυλακίστηκε και γύρισε στο χωριό, για να εκδικηθεί την Αναστασία, την πείραζε συνεχώς. Σκάρωνε πειραχτικές μαντινάδες, που τις τραγουδούσε περνώντας προκλητικά έξω από το σπίτι της και στις μαζώξεις με τους φίλους του.
Σε κάποια γιορτή, που ήταν μαζεμένο όλο το χωριό και χόρευε και γλεντούσε, ο Ηρακλής με τη λύρα του τραγούδησε μπροστά σε όλους:

«Της Μαρωνιάς ο ποταμός,
βρέχει δε βρέχει, τρέχει,
ήκαμα εγώ το κέφι μου
κι ας σε χαρεί που σ’ έχει».

Διαβάστε τη συνέχεια

Αρσενικό και παστή σαρδέλα – ο σύζυγος μαζί με τις δύο ερωμένες του έβγαλε από τη μέση τη σύζυγό του

Ο Ντίνος, γεωργός στο επάγγελμα, ζούσε σ’ ένα χωριό κοντά στη Σπάρτη. Είχε σχέσεις με τη Γεωργία, αλλά ξενοκοίταζε κιόλας. Τον ήξεραν στο χωριό· ήταν ο χαρακτήρας του τέτοιος. Η Γεωργία ήταν χήρα, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή του κι είχε και κόρη της παντρειάς.

Ο Ντίνος

Κάποτε αποφάσισε κι αυτός να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Βρήκε την Ελένη, που ήταν νέα και όμορφη, έστειλε προξενήτρα και τη ζήτησε. Είπε στους δικούς της ότι είχε περιουσία, κτήματα από τον πατέρα του. Φούμαρα! Τίποτα δεν είχε. Πάντως την Ελένη του την έδωσαν κι ο γάμος έγινε.

Η Ελένη

Της Γεωργίας της κακοφάνηκε πολύ και την φαρμάκωνε η ζήλια. «Θα τηνε φάει το φίδι», είπε για τη νύφη τη μέρα του γάμου. Όχι ότι υπήρχε ποτέ περίπτωση να την παντρευτεί ο Ντίνος, αλλά είχε κάνει κι αυτή τα σχέδιά της. Και να τώρα που της τον έπαιρνε μια άλλη. Τη μισούσε και κάθε μέρα που περνούσε το μίσος της φούντωνε πιο πολύ.

Διαβάστε τη συνέχεια

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα – μεταμφιέστηκε σε αγόρι για να βρει δουλειά και δημιούργησε ερωτικές σχέσεις με γυναίκες για να μην την υποψιαστούν

Χειμώνας του 1939. Στις πέντε τα ξημερώματα ένας νεαρός ποδηλάτης, μ’ ένα καλάθι με κούμαρα δεμένο στο ποδήλατο, πήγαινε αντικανονικά στην οδό Σικελιανού στους Αμπελόκηπους. Ένας αστυφύλακας τον σταμάτησε για να του κάνει έλεγχο. Ο ποδηλάτης δεν είχε άδεια, ο αστυφύλακας υποψιάστηκε ότι το ποδήλατο ήταν κλεμμένο και τον συνέλαβε. Νεαρός, ποδήλατο και κούμαρα βρέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Αμπελοκήπων.
— Είσαι ο και λέγεσαι.
— Θρασύβουλος Ανδριανόπουλος.

Ο νεαρός ποδηλάτης

Ο ενωμοτάρχης διέταξε την κράτησή του, γιατί ένα ποδήλατο είχε κάνει φτερά από τους Ποδαράδες και μάλλον ήταν αυτό με τα κούμαρα. Ο Θρασύβουλος κλείστηκε στο κρατητήριο. Το πρωί διατάχθηκε έρευνα στην κάμαρα που νοίκιαζε, Ηπείρου και Φυλής, μήπως βρεθούν και άλλα κλοπιμαία. Βρέθηκε μια βαλίτσα με γυναικεία ρούχα.
Άρχισε η ανάκριση.
— Τα ’κλεψες.
— Όχι.
— Βρε, τα ’κλεψες και λέγε από πού.
— Δεν τα ’κλεψα. Ορκίζομαι στα κόκαλα του πατέρα μου και της μάνας μου.
— Και πού τα βρήκες;
— Δικά μου είναι.
— Ποιον κοροϊδεύεις, ρε;
Στο σημείο αυτό ο Θρασύβουλος έφαγε μερικές σφαλιάρες, μέχρι που έβαλε τα κλάματα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του τόσο όσο…
— Δεν είμαι αγόρι. Κορίτσι είμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια

Η τραγική ιστορία ενός πατέρα

Στη μνήμη του Βελισσάριου

Η ιστορία ξετυλίγεται σε κάποιον προσφυγικό συνοικισμό. Tα γνωρίσματα των συνοικισμών κοινά. Μονοκάμαρες παράγκες με τσίγκο για σκεπή, που έμπαιναν μέσα τα στοιχεία της φύσης εκτός από τον ήλιο. Χωματόδρομοι, που τον χειμώνα βούλιαζες μέχρι το γόνατο στη λάσπη. Τα αποχωρητήρια ήταν κοινόχρηστα – ελεεινά παραπήγματα, εστίες μόλυνσης. H περίθαλψη ήταν ανύπαρκτη, τα φάρμακα σπάνιζαν. Η υγρασία τσάκιζε τα κόκαλα και οι ρευματισμοί χτυπούσαν και τους μεγάλους και τα παιδιά. Η φυματίωση και οι πυρετοί θέριζαν. Η παιδική θνησιμότητα ήταν τρομακτική. Ανεργία, αθλιότητα και μαύρη φτώχεια!


Ο Παύλος και η Παρασκευή από τότε που παντρεύτηκαν, πριν από οχτώ χρόνια, έμεναν σε μια ξύλινη παράγκα του συνοικισμού. Έκαναν τέσσερα παιδιά, τρία κορίτσια κι ένα αγόρι.
Ο Παύλος, ένας άνθρωπος άκακος, που κοίταζε τη δουλειά του και αγαπούσε το σπίτι του, ήταν πλανόδιος μανάβης. Τα χαράματα έζευε το άλογο στη σούστα κι έβγαινε στις γειτονιές για το μεροκάματο. Γυρνούσε το βράδυ κατάκοπος. Η Παρασκευή στο σπίτι με τα παιδιά.
Οι μέρες κυλούσαν ίδιες κι απαράλλαχτες και στερημένες, μέχρι που στην απέναντι παράγκα ήρθαν να κατοικήσουν καινούργιοι γείτονες. Η μάνα, ο πατέρας και ο γιος.
Ο γιος, ο Βαγγέλης ξεχώριζε. Ήταν νέος κι όμορφος. Και η Παρασκευή ήταν νέα κι όμορφη. Ο Βαγγέλης δεν ήταν ο πρίγκιπας του παραμυθιού, εκκενωτής βόθρων ήταν, αλλά κοντά σ’ αυτόν το όνειρό της για μια αλλιώτικη ζωή έπαιρνε σάρκα και οστά. Δεν άργησαν να τα μπλέξουν. Σφοδρός έρωτας!

Λένε ότι ο σύζυγος τα μαθαίνει τελευταίος. Και ο Παύλος τελευταίος τα έμαθε. Πρώτα βούιξε η γειτονιά κι ύστερα κάποιοι γείτονες τον έπιασαν και του είπαν να έχει τον νου του, γιατί πολλά ακούγονται για τη γυναίκα του και τον απέναντι. «Βγαίνουν ραντεβού, όταν φεύγεις, αλλά τον μπάζει και στο σπίτι σας».
Τους πίστεψε και δεν τους πίστεψε. Αποφάσισε να εξακριβώσει τι γίνεται και μια μέρα γύρισε στο σπίτι νωρίς το μεσημέρι. Βρήκε τα τέσσερα παιδιά να κλαίνε έξω από την παράγκα. Πήγε ν’ ανοίξει και η πόρτα ήταν μανταλωμένη.
— Η μαμά είναι μέσα με τον Βαγγέλη, τον αντικρινό, του είπαν.
Άρχισε να χτυπάει με δύναμη. Η πόρτα άνοιξε απότομα και πετάχτηκε ο Βαγγέλης κραδαίνοντας ένα μαχαίρι:
— Μην πειράξεις τη γυναίκα, γιατί θα ’χεις να κάνεις μαζί μου. Σε σκοτώνω και δεν σε πληρώνω! βρυχήθηκε κι έφυγε αγριεμένος.
Ο μανάβης μπήκε στο σπίτι του και πίσω του τα τέσσερα παιδιά. Βρήκε τη γυναίκα του μισόγυμνη στο κρεβάτι.
Δεν δημιούργησε σκηνή, ίσως να μην ύψωσε καν τη φωνή του. Της είπε μονάχα:
— Τι ήταν αυτό που έκανες; Δεν σκέφτηκες τα παιδιά σου; Συμμαζέψου κι άσ’ τους έρωτες.
Η απάντησή της ήταν ότι αυτή τον Βαγγέλη αγαπάει, τελεία και παύλα, κι άμα την παραζορίσει, θα του αφήσει τα ρημάδια του, τα παιδιά, και θα φύγει.

Διαβάστε τη συνέχεια

Οι εφημερίδες τον κατηγόρησαν ότι μέσα σε πέντε χρόνια εξαπάτησε 170 γυναίκες με τη μέθοδο της μνηστείας. Εκείνος αποκάλυψε ότι είχε 400 ερωμένες και ότι δεν εξαπάτησε καμία.

— Δεσποινίς, σας αγαπώ. Θέλω να γίνετε γυναίκα μου.
— Παρντόν;
— Ζητώ το χέρι σας.
— Μα, μόλις τώρα γνωριστήκαμε.
— Έχω τις πληροφορίες μου. Είστε καλό και τίμιο κορίτσι. Πείτε το ναι και αύριο θα έρθω στο σπίτι σας, να σας ζητήσω επισήμως από τους δικούς σας.

170 φορές 1937

Η Φωφώ, η Μαρίκα, η Κατίνα, η Ελένη, η Χρύσα, η Πόπη, η Κούλα, η Άννα, η Γεωργία παραξενεύονταν με τη βιασύνη του, αλλά επειδή είχαν μεγαλώσει με τον φόβο μήπως μείνουν στο ράφι, δίσταζαν ν’ αφήσουν την ευκαιρία να πάει χαμένη. Εξάλλου ο νέος φαινόταν ηθικός και τίμιος, αφού ζητούσε γάμο και δεν προσπαθούσε να τις παρασύρει σε ερωτικές περιπτύξεις και στο μη περαιτέρω.
Την άλλη μέρα στο σπίτι της Φωφώς, της Μαρίκας, της Κατίνας, της Ελένης, της Χρύσας, της Πόπης, της Κούλας, της Άννας, της Γεωργίας, με χαμόγελα, σεμέν και κεράσματα περίμεναν τον υποψήφιο γαμπρό. Μόλις έκανε την εμφάνισή του, η χαρά γινόταν ενθουσιασμός. Διαβάστε τη συνέχεια

Μοσχολίβανο από το καλό, το προυσαλιό, και ο ηγούμενος που το μοίραζε στους τεκέδες της Δραπετσώνας

Ο πάτερ Δωσίθεος ήταν ηγούμενος στο μοναστήρι της Φανερωμένης στη Σαλαμίνα. Συχνά πυκνά πήγαινε στη Δραπετσώνα και στα Ταμπούρια. Από δρόμο σε δρόμο, από σπίτι σε σπίτι, έδινε την ευλογία του στους πιστούς και σταματούσε σε κανένα καφενείο για να πάρει μια ανάσα από τον ποδαρόδρομο.
— Γυρίζει ο καημένος από εξομολογήσεις, τον συμπόνεσε ένα γραΐδιο.
Είχε γίνει περιζήτητος και άμα αργούσε να φανεί, ανυπομονούσαν.
— Δεν φάνηκε ακόμα ο παπάς.
Αυτοί που τον αναζητούσαν ήταν κυρίως τεκετζήδες και λοιποί χασισοπότες, γιατί ο πάτερ κουβαλούσε μέσα στο σακούλι του χασίσι Προύσας εξαιρετικό. Ήταν η εποχή που η Δραπετσώνα ήταν γεμάτη τεκέδες, που στεγάζονταν σε καφενεία, ουζάδικα και σπίτια. Ιδιοκτήτες και θαμώνες ήταν άνθρωποι της φάρας –σκύλοι μαύροι!

@παπα χασίς Ελεύθερος Άνθρω 4-2-1933 φωτο
Πάτερ Δωσίθεος

Έχει και συνέχεια…

Βίλλυ Φριτς – ο αστέρας του σινεμά και το γιαπράκι του αστυνομικού δελτίου

Το Μάρτιο του 1933 ήρθε στην Αθήνα ο Βίλλυ Φριτς, γόης της οθόνης και αγαπημένος των γυναικών. Τον έφερε ο Θεοφάνης Δαμασκηνός, διευθυντής της Ελληνικής Κινηματογραφικής Ένωσης, και τον κινηματογραφούσε ο Μιχάλης Γαζιάδης σε κάθε του βήμα.

1933

Έμεινε στη Μεγάλη Βρετανία, επισκέφθηκε την Ακρόπολη, το Σούνιο, τον Μαραθώνα, το Δαφνί, μίλησε με θαυμασμό για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, για τη σύγχρονη Αθήνα και τους ανθρώπους της, παρακολούθησε ταινίες στο Σπλέντιτ και στον Απόλλωνα μαζί με τους θαυμαστές του, υπέγραψε άπειρες φωτογραφίες του που πουλιόνταν στο ταμείο του Σπλέντιτ, επισκέφθηκε γραφεία εφημερίδων, γνώρισε τον Δελαπατρίδη, είδε Καραγκιόζη κι έφυγε έχοντας δημιουργήσει εξαιρετικές εντυπώσεις και ακόμα περισσότερους θαυμαστές.

Νέος, κομψός, περιποιημένος, συμπαθητικός, χαμογελαστός, ευγενικός και όμορφος σαν τον Βίλλυ Φριτς ήταν και ο Παναγιώτης, ο δικός μας Βίλλυ Φριτς, το γιαπράκι του αστυνομικού δελτίου. Διαβάστε για τη δράση του