Τοιχογραφία από την κατεδαφισμένη εκκλησία της Αγίας Φωτίδας στη Βέροια

Μια εικόνα εκπληκτικής απλότητας και ομορφιάς, που ζωγράφισε κάποιος ανώνυμος στις αρχές του 15ου αιώνα στην εκκλησία της αγίας Φωτίδας, στη Βέροια. Η Αγία Φωτίδα ήταν μία από τις 78 εκκλησίες της «μικρής Ιερουσαλήμ». Τιμούσε την αγία Φωτίδα, αδελφή της αγίας Φωτεινής, της αγίας Φωτώς, της αγίας Ανατολής – μερικά από τα μέλη μιας αγίας οικογένειας, που συνεορτάζουν στις 26 Φεβρουαρίου.
Η εκκλησία δεν υπάρχει πια. Κατεδαφίστηκε αυτή και άλλες 23. Ευτυχώς όμως η ζωγραφιά αποτοιχίστηκε και σώζεται στο Βυζαντινό Μουσείο της πόλης.

Η φωτογραφία προέρχεται από τον ιστότοπο του Βυζαντινού Μουσείου Βέροιας.

Το Σουφλί και το μετάξι

Το Σουφλί ήταν ένα χωριό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που ανήκε στο βιλαέτι της Αδριανούπολης. Πότε ακριβώς δημιουργήθηκε δεν γνωρίζουμε, γιατί δεν υπάρχει συστηματική καταγραφή της ιστορίας του. Υποθέτουμε ότι ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα. Η πρώτη αναφορά που γίνεται σε αυτό είναι από τον Εβλιγιά Τσελεμπί το 1667. Αναφέρει μόνον το όνομα του χωριού, αλλά η πληροφορία του είναι πολύτιμη, γιατί τουλάχιστον μαθαίνουμε ότι το 1667 το Σουφλί, Σοφουλού (Sofulu) στα τούρκικα, υπήρχε.

Το Σουφλί και ο Έβρος, ανυπόγραφο έργο ντόπιου ζωγράφου, δεκαετία ’30. Ιδιωτική συλλογή.

Η χαμένη ιστορία
Όταν ο Σταμ. Σταμ. επισκέφθηκε το Σουφλί, τον Ιούνιο του 1936, παραξενεύτηκε από τις ονομασίες που είχαν δώσει οι Σουφλιώτες σε δρόμους και συνοικίες, όπως Λέκκα, Κακοσουλίου. Ρώτησε «τον σοφόν φίλον και πολιτευτή του τόπου κ. Κωνσταντίνον Κουρτίδην, ιατρόν, άλλοτε γερουσιαστήν και υπουργόν και πάντοτε φιλόλογον και συγγραφέα», αλλά εκείνος δεν ήξερε να του απαντήσει.
«Είναι δηλωτικόν της ηπειρωτικής των Σουφλιωτών καταγωγής;» αναρωτιέται ο Σταμ. Σταμ. «Περίεργο μ’ αυτή την πόλη που ζητάει την ιστορία της, που δεν είναι μακρινή και δεν τη βρίσκει πουθενά. Το Σουφλί δεν είναι πόλις και πολύ παλαιά. Ούτε έχει ιστορία που ν’ ακουμπάει στην αρχαιότητα. Πώς έχασε τη σύγχρονή του; Πρώτα ήταν χωριό. Εδώ και εξήντα χρόνια με τον σιδηρόδρομο που πέρασε από εκεί αναδείχθηκε σε πόλη. Και σαν έγινε πλέον πόλις, λησμόνησε το παρελθόν».

Διαβάστε περισσότερα

Λουκούμι στο καφενείο του Μπαλτά, στο Μεσολόγγι

Το καφενείο του Μπαλτά ήταν ονομαστό στο Μεσολόγγι. Η φωτογραφία τραβήχτηκε κάποια χειμωνιάτικη μέρα, γιορτινή ή Κυριακή. Ο χώρος ανάμεσα στο καφενείο και τις γραμμές του τρένου είναι φίσκα από τον κόσμο που απολαμβάνει τον καφέ του και τον χειμωνιάτικο ήλιο. Ακόμα και τα ακριανά τραπέζια είναι πιασμένα.

Μερικοί έχουν έρθει με τις συζύγους και τα παιδιά τους, όπως ο αξιωματικός που κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό παιδί. Οι πολίτες φοράνε κουστούμι, γραβάτα, καπέλο και παλτό. Οι κυρίες, με καπέλο όπως απαιτούσε η κομψή εμφάνιση της εποχής, έχουν γυρισμένη την πλάτη στον φωτογράφο.

Τις καθημερινές μπορεί να φορούσαν μαντίλι και οι άντρες τραγιάσκα, αλλά για μια τέτοια περίσταση έχουν βάλει όλοι τα καλά τους.
Ο σκύλος, που βρήκε ανθρώπινη συντροφιά και ζεστασιά, κοιμάται του καλού καιρού δίπλα στις γραμμές.
Οι Κυριακές και οι γιορτές ήταν πανηγύρι για τα παιδιά. Περίμεναν με λαχτάρα την επίσκεψη στο καφενείο του Μπαλτά, γιατί θα έτρωγαν ολόγλυκο λουκούμι. Εκεί, στη δεκαετία του ’30, ένα λουκούμι ήταν μεγάλη υπόθεση.
Τα λέω καλά, βρε Κατερίνη;


Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Το πέρασμα του Έβρου

Η φωτογραφία είναι σπάνια και ανήκει στη σειρά φωτογραφιών που τράβηξε ο Θεόδωρος  Νικολέρης όταν πήγε στο Σουφλί, στη δεκαετία του ’30.
Στη δεξιά όχθη είναι ελληνικό έδαφος, στην αριστερή τούρκικο και στη μέση κυλάει ο Έβρος, το φυσικό σύνορο ανάμεσα στις δύο χώρες (εκτός από το σημείο Καστανιών-Αδριανούπολης, που μπαίνει στο τούρκικο έδαφος σχηματίζοντας το τρίγωνο του Καραγάτς).
Το ποτάμι έχει γίνει ο υγρός τάφος πολλών απελπισμένων ανθρώπων που επιχείρησαν να περάσουν μέσω Τουρκίας στην Ελλάδα. Είναι επικίνδυνο να περάσεις απέναντι νύχτα με τη βάρκα, και σχεδόν ακατόρθωτο να κολυμπήσεις στα σκοτεινά νερά για να βγεις στην αντίπερα όχθη.
Ο Έβρος είναι ένας ιδιόμορφος ποταμός με λασπώδη βυθό όπου προχωράς στο ένα μέτρο και βρίσκεσαι σε μια τρύπα τριών μέτρων. Έχει μέσα νησίδες, κορμούς δένδρων, δίνες που σε ρουφάνε και γι’ αυτό αναποδογυρίζουν εύκολα οι βάρκες.
Τα πτώματα σκαλώνουν στον λασπώδη βυθό οπότε μένουν μεγάλο διάστημα μέσα στο νερό. Πολλά κατατρώγονται από τα ψάρια, ειδικά τα παιδιά που είναι μικρά τα σώματά τους. Όταν ο Έβρος πλημμυρίζει και ανακατεύονται τα νερά, τότε τα πτώματα ανεβαίνουν στην επιφάνεια και βρίσκουμε αρκετούς.


Το κείμενο με τα πλάγια γράμματα είναι από το άρθρο Τραγωδίες στο «ποτάμι των νεκρών» του Σταύρου Τζίμα, από την Καθημερινή 11 Νοεμβρίου 2019.
Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Το Σουφλί με την υπογραφή του Νικολέρη-μια σειρά από σπάνιες φωτογραφίες

Το Σουφλί τη δεκαετία του ’30. Φωτο Θεόδωρος Νικολέρης,
από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Κλείνει ένα ιστορικό φωτογραφείο
Το φωτογραφείο Νικολέρη είναι φημισμένο στη Θεσσαλονίκη ή καλύτερα ας πω ήταν, γιατί πριν από μερικές μέρες, στις 12 Οκτωβρίου, μια λιγόλογη ανακοίνωση στο fb μας πληροφόρησε ότι η πορεία του Studio Nikoleris έφτασε στο τέλος της. «Μετά από 90 σχεδόν χρόνια, αναγκαζόμαστε να κλείσουμε τα φώτα».

Ο ιδρυτής
Ο Θεόδωρος Νικολέρης γεννήθηκε στην Ανατολική Ρωμυλία και έμαθε την τέχνη της φωτογραφίας από φημισμένο φωτογράφο της Πόλης. Πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία, υπηρέτησε στη 12η Μεραρχία ως φωτογράφος και απαθανάτισε όλες τις φάσεις της Εκστρατείας μέχρι την καταστροφή. Οι φωτογραφίες του αποτελούν ιστορικές μαρτυρίες.
Στη Δράμα, την περίοδο του Μεσοπολέμου, έφτιαξε το πρώτο φωτογραφείο, το οποίο στη συνέχεια μετέφερε στη Θεσσαλονίκη. Τον διαδέχτηκαν οι γιοί του και τα εγγόνια του.

Στο Σουφλί
Τη δεκαετία του ’30 ο Θεόδωρος Νικολέρης βρέθηκε στο Σουφλί, όπου τράβηξε μία σειρά από φωτογραφίες. Όλες δείχνουν τμήματα της πόλης και ακολουθούν τον Έβρο, που κυλάει ανάμεσα στην ελληνική και στην τούρκικη όχθη, φυσικό σύνορο.
Τις φωτογραφίες του Νικολέρη καθώς και άλλες, που αποτυπώνουν τη ζωή στο Σουφλί λίγο πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο, παραχώρησε η οικογένεια Φωτίου Τσατσούλη (οικογένειά μου από τη μεριά της μάνας μου) και θα παρουσιαστούν σε έκθεση φωτογραφίας που θα εγκαινιαστεί στο Σουφλί τον ερχόμενο μήνα.
Οπότε για το Σουφλί θα ξαναμιλήσουμε.


Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Έρχεται ο πατέρας!

Η επιστροφή του ψαρά-πατέρα

Ο ψαράς επιστρέφει και η οικογένειά του έχει βγει και τον περιμένει στο ακροθαλάσσι. Η φιγούρα του πατέρα μόλις που ξεχωρίζει μέσα στη βάρκα, όμως η μάνα και τα τρία παιδιά, που κοιτάζουν προς το μέρος του, φανερώνουν ότι αυτός είναι ο πρωταγωνιστής της εικόνας.
Υπάρχει τόση ομορφιά μέσα στο λιτό και γαλήνιο τοπίο της φωτογραφίας, που γίνεται τοπίο της ψυχής!
Η φωτογραφία είναι του Δημήτρη Λέτσιου, του σεμνού και ταλαντούχου Θεσσαλού φωτογράφου της υπαίθρου, που χαρακτηρίστηκε «ζωγράφος της αγροτιάς».

Τα βάρβαρα της αγιαβαρβάρας – ένα γλυκό έθιμο από το Σουφλί

Οι γιορτές της αγίας Βαρβάρας, του αγίου Σάββα και του αγίου Νικολάου, οι τρεις συνεχόμενες γιορτές την πρώτη εβδομάδα του Δεκεμβρίου, στις 4, 5 και 6 του μήνα, λέγονται Νικολοβάρβαρα. Είναι οι μέρες που χειμώνας αρχίζει να γίνεται βαρύς. «Απ’ τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει ο χειμώνας» κατά την παροιμία.

Τα γενέθλια της μάνας μου πέφτανε της αγίας Βαρβάρας. Τα γιορτάζαμε με σπιτικούς λουκουμάδες.
Η αγία Βαρβάρα είναι η προστάτιδα του πυροβολικού, οι λουκουμάδες πάλι είναι στρογγυλοί σαν τις μπάλες των κανονιών και παραδοσιακά οι λουκουμάδες είναι το γλυκό αυτής της γιορτής. Το 1829, στον πρώτο εορτασμό της αγίας Βαρβάρας ως προστάτιδας του πυροβολικού, προσφέρθηκαν λουκουμάδες στους επισκέπτες του Τάγματος Πυροβολιστών. Την επόμενη χρονιά επαναλήφθηκε το ίδιο και από τότε καθιερώθηκε.
Οι λουκουμάδες που έφτιαχνε η μάνα μου έβγαιναν πλακέ σαν τηγανίτες.
Διαβάστε τη συνέχεια