Η Υπέρεια Κρήνη

Η Υπέρεια Κρήνη στο Βελεστίνο. Από το βιβλίο του Έντουαρντ Ντόντγουελ (Edward Dodwell) Views in Greece, που εκδόθηκε το 1819.

Ο υδάτινος θησαυρός της πηγής με τα θεραπευτικά νερά, που λουζόταν η Ήρα για να ξαναβρεί την παρθενιά της, που σχημάτιζε μια πανέμορφη λίμνη περιτριγυρισμένη από καταπράσινα πλατάνια, που γύριζε μύλους, πότιζε περιβόλια και πανάρχαια δέντρα και στο πέρασμά του πρόσφερε, για χιλιάδες χρόνια, ομορφιά, προκοπή κι ευδαιμονία, προτού χυθεί στη λίμνη Κάρλα, δεν υπάρχει πια. Το 1998, χρονιά εορτασμού των 200 χρόνων από τον μαρτυρικό θάνατο του Ρήγα, στις 13 Ιουλίου, η πανάρχαιη πηγή στέρεψε. Εγκληματική ιστορική, πολιτιστική και περιβαλλοντική καταστροφή, έργο της ανθρώπινης απληστίας και των γεωτρήσεων.


ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε ένα κείμενο για την καταστροφή της Υπέρειας Κρήνης του συγγραφέα και πρώην δημάρχου Βελεστίνου Βασίλη Καραμπερόπουλου.

Μετονομασίες

1953. Ένα αεροπλάνο με Άραβες επιβάτες, που κατευθυνόταν προς Παρίσι, έχασε τον έναν κινητήρα του μεταξύ Τουρκίας και Ρόδου και ο κυβερνήτης το προσθαλάσσωσε. Από τα τέσσερα θύματα, το ένα πέθανε από πνιγμό, γιατί ήταν κατάφορτο χρυσαφικών. Οι υπόλοιποι έφτασαν με αεροπλάνο της ίδιας εταιρείας στο Χασάνι.

Το τοπωνύμιο Χασάνι προφανώς διαμορφώθηκε στην περίοδο της τουρκοκρατίας και οφείλεται σε κάποιον Χασάν.

Δεκαετία 1950. Το παλιό αεροδρόμιο της Αθήνας βρισκόταν στο Χασάνι.

Αργότερα επικράτησε η ονομασία Ελληνικό. Το Ελληνικό προκύπτει από το «λοιμικό», δηλαδή από κάποιο λοιμοκαθαρτήριο που υπήρχε στην περιοχή.

Διαβάστε τη συνέχεια

Επιτέλους, ήρθε!

Ο μόνος που θα μπορούσε να πει με σιγουριά ποια παραλία είναι αυτή είναι ένας Λευκαδίτης δημοσιογράφος, ερωτοχτυπημένος με τον τόπο του, που και βότσαλο της Λευκάδας να του δείξεις, ξέρει από πού το σήκωσες. Εντάξει, εγώ τράβηξα τη φωτογραφία και ξέρω. Είναι η παραλία του Άι-Γιάννη.
Καλό καλοκαίρι!

Η πέτρα κάτω από το παράθυρο

Η ομορφιά των παλιών σπιτιών έχει μυστικά γρίφους για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η φωτογραφία δείχνει ένα χωριάτικο σπίτι στην Κοντάραινα της Λευκάδας την εποχή που ήταν ακόμα ζωντανό, στη δεκαετία του ’50. Πέτρινο, ασβεστωμένο, καθαρό, με κληματαριά στο μπαλκονάκι και κότες στην αυλή. Κατοικία για ανθρώπους και ζώα. Κάτω τα ζώα και πάνω οι άνθρωποι. Η λεπτομέρεια που τράβηξε την προσοχή μου είναι η εντοιχισμένη πέτρα κάτω από το παράθυρο. Μόνιμη θέση για μία αυτοσχέδια γλάστρα από ντενεκέ. Στην ασβεστωμένη γλάστρα η νοικοκυρά φύτευε βασιλικό, μόσχο ή γαριφαλιά, όχι μονάχα για ομορφιά, αλλά και γιατί η δυνατή μυρωδιά λειτουργούσε σαν εντομοαπωθητικό.


Η φωτογραφία προέρχεται από την ομάδα του fb KONTARENA – LEFKADA – GREECE / ΚΟΝΤΑΡΑΙΝΑ – ΛΕΥΚΑΔΑ – ΕΛΛΑΔΑ

Τοιχογραφία από την κατεδαφισμένη εκκλησία της Αγίας Φωτίδας στη Βέροια

Μια εικόνα εκπληκτικής απλότητας και ομορφιάς, που ζωγράφισε κάποιος ανώνυμος στις αρχές του 15ου αιώνα στην εκκλησία της αγίας Φωτίδας, στη Βέροια. Η Αγία Φωτίδα ήταν μία από τις 78 εκκλησίες της «μικρής Ιερουσαλήμ». Τιμούσε την αγία Φωτίδα, αδελφή της αγίας Φωτεινής, της αγίας Φωτώς, της αγίας Ανατολής – μερικά από τα μέλη μιας αγίας οικογένειας, που συνεορτάζουν στις 26 Φεβρουαρίου.
Η εκκλησία δεν υπάρχει πια. Κατεδαφίστηκε αυτή και άλλες 23. Ευτυχώς όμως η ζωγραφιά αποτοιχίστηκε και σώζεται στο Βυζαντινό Μουσείο της πόλης.

Η φωτογραφία προέρχεται από τον ιστότοπο του Βυζαντινού Μουσείου Βέροιας.

Το Σουφλί και το μετάξι

Το Σουφλί ήταν ένα χωριό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που ανήκε στο βιλαέτι της Αδριανούπολης. Πότε ακριβώς δημιουργήθηκε δεν γνωρίζουμε, γιατί δεν υπάρχει συστηματική καταγραφή της ιστορίας του. Υποθέτουμε ότι ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα. Η πρώτη αναφορά που γίνεται σε αυτό είναι από τον Εβλιγιά Τσελεμπί το 1667. Αναφέρει μόνον το όνομα του χωριού, αλλά η πληροφορία του είναι πολύτιμη, γιατί τουλάχιστον μαθαίνουμε ότι το 1667 το Σουφλί, Σοφουλού (Sofulu) στα τούρκικα, υπήρχε.

Το Σουφλί και ο Έβρος, ανυπόγραφο έργο ντόπιου ζωγράφου, δεκαετία ’30. Ιδιωτική συλλογή.

Η χαμένη ιστορία
Όταν ο Σταμ. Σταμ. επισκέφθηκε το Σουφλί, τον Ιούνιο του 1936, παραξενεύτηκε από τις ονομασίες που είχαν δώσει οι Σουφλιώτες σε δρόμους και συνοικίες, όπως Λέκκα, Κακοσουλίου. Ρώτησε «τον σοφόν φίλον και πολιτευτή του τόπου κ. Κωνσταντίνον Κουρτίδην, ιατρόν, άλλοτε γερουσιαστήν και υπουργόν και πάντοτε φιλόλογον και συγγραφέα», αλλά εκείνος δεν ήξερε να του απαντήσει.
«Είναι δηλωτικόν της ηπειρωτικής των Σουφλιωτών καταγωγής;» αναρωτιέται ο Σταμ. Σταμ. «Περίεργο μ’ αυτή την πόλη που ζητάει την ιστορία της, που δεν είναι μακρινή και δεν τη βρίσκει πουθενά. Το Σουφλί δεν είναι πόλις και πολύ παλαιά. Ούτε έχει ιστορία που ν’ ακουμπάει στην αρχαιότητα. Πώς έχασε τη σύγχρονή του; Πρώτα ήταν χωριό. Εδώ και εξήντα χρόνια με τον σιδηρόδρομο που πέρασε από εκεί αναδείχθηκε σε πόλη. Και σαν έγινε πλέον πόλις, λησμόνησε το παρελθόν».

Διαβάστε περισσότερα

Λουκούμι στο καφενείο του Μπαλτά, στο Μεσολόγγι

Το καφενείο του Μπαλτά ήταν ονομαστό στο Μεσολόγγι. Η φωτογραφία τραβήχτηκε κάποια χειμωνιάτικη μέρα, γιορτινή ή Κυριακή. Ο χώρος ανάμεσα στο καφενείο και τις γραμμές του τρένου είναι φίσκα από τον κόσμο που απολαμβάνει τον καφέ του και τον χειμωνιάτικο ήλιο. Ακόμα και τα ακριανά τραπέζια είναι πιασμένα.

Μερικοί έχουν έρθει με τις συζύγους και τα παιδιά τους, όπως ο αξιωματικός που κρατάει στην αγκαλιά του ένα μικρό παιδί. Οι πολίτες φοράνε κουστούμι, γραβάτα, καπέλο και παλτό. Οι κυρίες, με καπέλο όπως απαιτούσε η κομψή εμφάνιση της εποχής, έχουν γυρισμένη την πλάτη στον φωτογράφο.

Τις καθημερινές μπορεί να φορούσαν μαντίλι και οι άντρες τραγιάσκα, αλλά για μια τέτοια περίσταση έχουν βάλει όλοι τα καλά τους.
Ο σκύλος, που βρήκε ανθρώπινη συντροφιά και ζεστασιά, κοιμάται του καλού καιρού δίπλα στις γραμμές.
Οι Κυριακές και οι γιορτές ήταν πανηγύρι για τα παιδιά. Περίμεναν με λαχτάρα την επίσκεψη στο καφενείο του Μπαλτά, γιατί θα έτρωγαν ολόγλυκο λουκούμι. Εκεί, στη δεκαετία του ’30, ένα λουκούμι ήταν μεγάλη υπόθεση.
Τα λέω καλά, βρε Κατερίνη;


Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Το πέρασμα του Έβρου

Η φωτογραφία είναι σπάνια και ανήκει στη σειρά φωτογραφιών που τράβηξε ο Θεόδωρος  Νικολέρης όταν πήγε στο Σουφλί, στη δεκαετία του ’30.
Στη δεξιά όχθη είναι ελληνικό έδαφος, στην αριστερή τούρκικο και στη μέση κυλάει ο Έβρος, το φυσικό σύνορο ανάμεσα στις δύο χώρες (εκτός από το σημείο Καστανιών-Αδριανούπολης, που μπαίνει στο τούρκικο έδαφος σχηματίζοντας το τρίγωνο του Καραγάτς).
Το ποτάμι έχει γίνει ο υγρός τάφος πολλών απελπισμένων ανθρώπων που επιχείρησαν να περάσουν μέσω Τουρκίας στην Ελλάδα. Είναι επικίνδυνο να περάσεις απέναντι νύχτα με τη βάρκα, και σχεδόν ακατόρθωτο να κολυμπήσεις στα σκοτεινά νερά για να βγεις στην αντίπερα όχθη.
Ο Έβρος είναι ένας ιδιόμορφος ποταμός με λασπώδη βυθό όπου προχωράς στο ένα μέτρο και βρίσκεσαι σε μια τρύπα τριών μέτρων. Έχει μέσα νησίδες, κορμούς δένδρων, δίνες που σε ρουφάνε και γι’ αυτό αναποδογυρίζουν εύκολα οι βάρκες.
Τα πτώματα σκαλώνουν στον λασπώδη βυθό οπότε μένουν μεγάλο διάστημα μέσα στο νερό. Πολλά κατατρώγονται από τα ψάρια, ειδικά τα παιδιά που είναι μικρά τα σώματά τους. Όταν ο Έβρος πλημμυρίζει και ανακατεύονται τα νερά, τότε τα πτώματα ανεβαίνουν στην επιφάνεια και βρίσκουμε αρκετούς.


Το κείμενο με τα πλάγια γράμματα είναι από το άρθρο Τραγωδίες στο «ποτάμι των νεκρών» του Σταύρου Τζίμα, από την Καθημερινή 11 Νοεμβρίου 2019.
Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο της οικογένειας Φ. Τσατσούλη.

Άξια χέρια

Πόση τέχνη και ομορφιά στα ρούχα αυτής της Λευκαδίτισσας –ηλικιωμένης, όπως δείχνουν τα σημάδια του χρόνου στο χέρι της. Το λεπτό μαντίλι με τη δαντέλα γύρω-γύρω, η μπέρτα πλεγμένη με βελονάκι κι από κάτω η ζακέτα πλεγμένη με βελόνες, όλα φτιαγμένα από τα δικά της άξια χέρια.

Η φωτογραφία αναρτήθηκε στην ομάδα του fb KONTARENA – LEFKADA – GREECE / ΚΟΝΤΑΡΑΙΝΑ – ΛΕΥΚΑΔΑ – ΕΛΛΑΔΑ