Μια απελπισμένη μάνα σκότωσε τα τρία παιδιά της, γιατί δεν μπορούσε να τα θρέψει

Γενάρης του 1933. Η κατάσταση στις πόλεις και στην ύπαιθρο της πτωχευμένης Ελλάδας είναι απελπιστική. Ανεργία, κατεστραμμένες σοδειές και απερίγραπτη φτώχεια. Οικογένειες περνάνε μέρες ολόκληρες χωρίς φαγητό, κάποιοι τρελαίνονται από την πείνα, κάποιοι πεθαίνουν από ασιτία και άλλοι αυτοκτονούν από την απόγνωση. Τα ζώα υποφέρουν μαζί με τους ανθρώπους και πεθαίνουν κι αυτά από πείνα. Κρατική πρόνοια δεν υπάρχει. Η κυβέρνηση βασανίζει τους ασθενέστερους πολίτες. Οι τοκογλύφοι, οι φοροεισπράκτορες και οι χωροφύλακες οργιάζουν. Οι αρρώστιες θερίζουν και η υγεία είναι προνόμιο των πλούσιων.

Οι τίτλοι από τις αθηναϊκές εφημερίδες του χειμώνα 1932-1933 δείχνουν ότι η φτώχεια και η δυστυχία στην Ελλάδα έχουν φτάσει στο κατακόρυφο. Τα φερέφωνα της κυβέρνησης Βενιζέλου μιλούν «ανερυθριάστως» για υπερβολές και ανακρίβειες.

Η είδηση ότι μια μάνα, σε απόγνωση από τη φτώχεια και την πείνα, σκότωσε τα τρία παιδιά της με τσεκούρι, γιατί δεν είχε να τα θρέψει, και στη συνέχεια προσπάθησε να βάλει τέρμα στη ζωή της ήταν σπαρακτική. Θύμιζε πιο πολύ ιστορία του Μεσαίωνα, παρά γεγονός του πολιτισμένου 20ού αιώνα. Τα ψίχουλα και μόνο από το τραπέζι μιας εύπορης οικογένειας θα μπορούσαν να σώσουν τη ζωή πέντε ανθρώπων.
Ας δούμε την ιστορία:

Ελληνικόν Μέλλον, 27 Ιανουαρίου 1933

Όταν παντρεύτηκε η Αλεξάνδρα τον Γιώργο, ήξερε ότι μαζί του θα περνούσε φτωχική και δύσκολη ζωή. Αλλά τέτοια τραγωδία ούτε αυτή ούτε και κανένας μπορούσε να τη φανταστεί!

Το ζευγάρι ζούσε σε ένα φτωχόσπιτο, λίγα μέτρα από τον σιδηροδρομικό σταθμό, στο χωριό Ασπρόχωμα έξω από την Καλαμάτα. Τον πρώτο καιρό του γάμου, τα έφερναν βόλτα με τα λίγα πρόβατα που είχε ο άντρας και κάτι μεροκάματα που έκανε η γυναίκα στα χωράφια. Έστησαν «εξοχικό κέντρο» με μεζέ και κρασί. Σιγά τη μεγάλη πελατεία που θα είχε ένα μαγαζί στην αυλή ενός φτωχόσπιτου, αλλά κι αυτές οι πενταροδεκάρες που άφηνε ήταν καλύτερες απ’ το τίποτα.

Ο ερχομός του πρώτου παιδιού θα πρέπει να έδωσε μεγάλη χαρά στο ζευγάρι, γιατί ήταν αρσενικό. Όμως, με μωρό της αγκαλιάς, η μάνα δεν μπορούσε να δουλεύει κι έμεινε στο σπίτι. Ύστερα από τρία χρόνια ήρθε και το δεύτερο αγόρι. Τα έξοδα μεγάλωσαν. Τα προβατάκια ένα ένα πουλήθηκαν και η ζωή άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα. Το καλοκαίρι του 1931 ήρθε στον κόσμο το τρίτο παιδί, κορίτσι αυτή τη φορά.
Δύο αγόρια κι ένα κορίτσι. Ο Στάθης εφτά χρονών, ο Χρίστος τεσσάρων και το κορίτσι αβάφτιστο, δέκα οχτώ μηνών μωρό. Καημένα παιδιά!

Λίγους μήνες μετά τον ερχομό του τρίτου παιδιού, ο σύζυγος αρρώστησε βαριά κι έπεσε στο κρεβάτι, για να μην ξανασηκωθεί. Όλο το βάρος της οικογένειας έπεσε πάνω στην Αλεξάνδρα, που δεν είχε κανένα στήριγμα. Τι να πρωτοκοιτάξει; Τον άντρα; Τα παιδιά; Το σπίτι; Το μεροκάματο;

Τα λιγοστά έπιπλα πουλήθηκαν. Απόμεινε ένα κρεβάτι κι ένας καναπές. Η Αλεξάντρα είχε βάλει τον άρρωστο στο δωμάτιο με το κρεβάτι. Στο άλλο έμεινε αυτή με τα παιδιά και κοιμόνταν και οι τέσσερις στον καναπέ. Άραγε μπόρεσε να φέρει γιατρό για τον δυστυχή που έλυωνε από τον πυρετό; Μπόρεσε να του δώσει κανένα φάρμακο; Πολυτέλειες! Οι γιατροί και τα φάρμακα θέλουν λεφτά. Η φυματίωση θέλει περιποίηση και καλό φαγητό. Αλλά στο σπιτικό της Αλεξάντρας ακόμα και το καθημερινό φαγητό είχε γίνει πολυτέλεια.
Μονάχη ολομόναχη έπρεπε να ταΐσει τέσσερα στόματα κι ένα το δικό της πέντε. Ξενοδούλευε όπου έβρισκε μεροκάματο, ακόμα κι έξω από το χωριό. Τα παιδιά γυρνούσαν στους δρόμους μισόγυμνα και πεινασμένα. Μαζεύονταν όταν γύρναγε η μάνα στο σπίτι.
— Μάνα, ψωμί!
— Κάντε λίγη υπομονή, να γίνει καλά ο πατέρας!
Έπεφταν για ύπνο νηστικοί.
Όταν μπήκε ο χειμώνας του 1932-1933, που ήταν πολύ βαρύς, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Η πολύπαθη γυναίκα έφτασε να ζητιανεύει στα σπίτια του χωριού. Οι συγχωριανοί όλο και κάτι της έδιναν, μέχρι που βαρεθήκανε και σταμάτησαν να της δίνουν. Κι όμως, ακόμα κι ένα ξεροκόμματο ήταν πολύτιμο για κείνη.
Ένας Θεός ξέρει τι γιορτές έκαναν εκείνη τη χρονιά! Λιποθυμούσαν από την πείνα. Μαύρα Χριστούγεννα, μαύρη Πρωτοχρονιά.
Οι μέρες στο παγωμένο σπίτι περνούσαν χωρίς φαΐ, χωρίς ούτε καν τσάι, και η πείνα θέριευε. «Ο Θεός να στείλει τον άγγελό του να μας ξεκουράσει» ευχόταν η Αλεξάνδρα, ώσπου μια μέρα είπε στον άντρα της «Δεν υποφέρεται, ρε Γιώργη, αυτή η ζωή!» και πήγε στον ποταμό τον Λυγδά κι έπεσε να πνιγεί. Την είδαν, όμως, απ’ το χωριό, έτρεξαν και την έβγαλαν.
Πέρασαν έξι μέρες χωρίς κανείς τους να βάλει στο στόμα του έστω και μια μπουκιά ψωμί. Μονάχα κάτι αγριόχορτα που μάζεψε η Αλεξάντρα από τον κάμπο έφαγαν, και αυτά ήταν αλάδωτα.
Η πείνα και η απόγνωση την τσάκισαν. Εκείνη τη μέρα, κάθισε για ώρα με το πρόσωπο κρυμμένο στις παλάμες κι ύστερα βγήκε τρέχοντας στους δρόμους του χωριού χειρονομώντας και παραμιλώντας. Οι γείτονες που την είδαν είπαν: «Πάει, της σάλεψε τελείως!»
Το απόγευμα κάθισε στο πεζούλι της αυλής και τραγουδούσε αλλόκοτα τραγούδια, χωρίς ειρμό. Ύστερα μπήκε στο σπίτι γελώντας. Δεν ήταν γέλιο αυτό. Ουρλιαχτό ήταν.

Ο άντρας της, σαν κάτι να ένιωσε, πρότεινε να στείλουν τα παιδιά να κοιμηθούν σε γειτονικό σπίτι, για να μην ξυλιάσουν τη νύχτα στο δικό τους. Η Αλεξάντρα δεν του έδωσε απάντηση, μάζεψε τα παιδιά, που έκλαιγαν θεονήστικα, και τα έβαλε για ύπνο. Έδεσε μ’ ένα σκοινί το μάνταλο της πόρτας του άντρα της με το χερούλι του καναπέ, έτσι που να μην μπορεί ν’ ανοίξει, και κάθισε. Όταν όλοι αποκοιμήθηκαν, σηκώθηκε. Πήρε το τσεκούρι κι άρχισε να το ανεβοκαταβάζει πάνω στα σώματα των παιδιών. Δε πρόλαβαν να βγάλουν άχνα.
Πόσες φορές χτύπησε, με πόση δύναμη και για πόση ώρα;
Ο άντρας, μέσα στον πυρετό του, μισοξύπνησε από τους υπόκωφους ήχους.
— Τι κάνεις, μωρέ γυναίκα; ρώτησε και ξαναβυθίστηκε.
Τα παιδικά σώματα διαμελίστηκαν φριχτά. Η μάνα, βουβή, μάζεψε τα κομμάτια των παιδιών, που είχαν σκορπιστεί σε όλο το δωμάτιο, τα έβαλε στον καναπέ και τα σκέπασε μ’ ένα σεντόνι.
Ύστερα σήκωσε το τσεκούρι και το κατάφερε με δύναμη στο κεφάλι της. Μία, δύο, τρεις φορές, μέχρι που σωριάστηκε πάνω στο αιματοβαμμένο σεντόνι.
Έτσι τη βρήκαν οι γείτονες και η χωροφυλακή. Τη μετέφεραν σε μια κλινική στην Καλαμάτα. Ήταν βαριά τραυματισμένη, αλλά ζούσε ακόμα.

— Γιατί το έκανες αυτό; ρώτησαν οι χωροφύλακες.
— Πεινάω.
— Τα παιδιά σου δεν τα λυπήθηκες;
— Αυτά λυπήθηκα. Ήταν γυμνά, θεονήστικα, πέθαιναν από την πείνα. Μου ζητούσαν ψωμί και δεν είχα να τους δώσω. Τ’ αγαπούσα, αχ τ’ αγαπούσα πολύ, γι’ αυτό τα σκότωσα. Θέλησα να σκοτωθώ κι εγώ, αλλά δεν τα κατάφερα. Ο Θεός, που είναι μεγάλος, θα με λυπηθεί και δεν θα μ’ αφήσει να ζήσω.
— Κι αν ζήσεις;
— Θα σκοτωθώ πάλι.
Στην κλινική την περιποιήθηκαν και όταν το ταλαιπωρημένο της κορμί ησύχασε σε κρεβάτι, σπάραξε:
— Δεν πέθανα; Πώς γίνεται; Δεν μπορεί, είμαι πεθαμένη. Να ψωμί! Βουνά από ψωμί. Φάτε, παιδιά μου, ψωμί!

Αριστερά: Η Αλεξάντρα νοσηλεύεται μετά την τραγωδία. Το κεφάλι της είναι τυλιγμένο με επιδέσμους και το πρόσωπό της είναι μωλωπισμένο. Δεξιά: Ο καναπές που ήταν το μοναδικό κρεβάτι για τη μητέρα και τα τρία παιδιά.


Μια γειτόνισσα έμεινε πίσω για να κρατάει αναμμένο το καντίλι στο σπίτι της δυστυχίας, όσο να ταφούν τα παιδιά. Η κηδεία έγινε την άλλη μέρα, μετά τη νεκροψία. Τα παιδιά μέσα στον ύπνο τους δεν κατάλαβαν τίποτα. Τα πρώτα χτυπήματα ήταν στο κεφάλι.

Οι ελάχιστες δυνάμεις του άρρωστου συζύγου εξαντλήθηκαν όταν αντίκρυσε το φριχτό θέαμα και με τις φωνές του ειδοποίησε τους γείτονες. Τον μετέφεραν αναίσθητο σε κάποιο γειτονικό σπίτι. Τα φοβερά νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και αναστάτωσαν την Καλαμάτα. Κάποιοι «φιλάνθρωποι» συγκέντρωσαν ένα ποσό για να τον στείλουν σε κλινική για θεραπεία. 200 δραχμές. Δηλαδή τίποτα!

Τη δύστυχη γυναίκα δεν την άφησαν σε ησυχία. Εκτός από τους δημοσιογράφους, πλήθος κόσμου επισκεπτόταν την κλινική του Σταματόπουλου, όλοι ανάστατοι από την ανείπτωτη τραγωδία ήθελαν να δουν ή να βοηθήσουν. Η κατάσταση της Αλεξάνδρας ήταν απελπιστική.
«Είναι ζήτημα αν ζήσει. Και να σωθεί όμως, τι τη θέλει τη ζωή, αφού κι ο άντρας της είναι ζήτημα αν θα σωθεί έπειτα από τον ψυχικό κλονισμό που έπαθε με την αποκάλυψη του εγκλήματος της γυναικός του, και η ίδια τρελή, θα είναι ένα πτώμα ζωντανό», έγραψε κάποιος δημοσιογράφος χωρίς ενσυναίσθηση και τσίπα.

Ο ιδιοκτήτης της κλινικής που βρισκόταν η Αλεξάνδρα, ο γιατρός Σταματόπουλος, πληροφόρησε τους δημοσιογράφους ότι «η ατυχής δράστις έπασχεν εκ σχιζοφρενείας, της γνωστής εγκεφαλικής νόσου, η οποία δημιουργεί τους επιθετικούς και επικινδύνους παράφρονας. Βλέπετε, λόγου χάρη, έναν άνθρωπο τον οποίο νομίζετε λογικό, να διαπράττει πράγματα ανήκουστα και χωρίς καν να αισθάνεται ουδεμίαν τύψιν συνειδότος».

Ο Σωτήρης Σκίπης έγραψε στη στήλη του στη Βραδυνή, δυο μέρες μετά το τραγικό γεγονός, στις 27 Ιανουαρίου 1933: «Δε θα μπορούσε άραγε να προληφθεί παρόμοια φρικιαστική τραγωδία που ατιμάζει την εποχή μας; Τι μαύρος μεσαίων είναι αυτός που ζούμε χωρίς να το καταλάβουμε; Πού είναι λοιπόν αυτός ο περίφημος σύγχρονος πολιτισμός τον οποίον εξυμνούν μ’ εκατό σάλπιγγες την ώρα; Οπουδήποτε αλλού, ο πρώτος τυχόν γιατρός που θα πήγαινε να εξετάσει τον φθισικό του Ασπροχώματος και θ’ αντιλαμβάνετο την τραγική αθλιότητα της οικογενείας του, δεν θα ησύχαζε αν δεν κατόρθωνε να προλάβει την άγρια καταστροφή της, η οποία μόνον εκ των υστέρων μας συγκλονίζει».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s