Αθηνούλα μου! – η νοσταλγία του Τζογέ

Ο Τζογές μπορεί να γκρίνιαζε για τους νεωτερισμούς, που αλλοίωσαν τον χαρακτήρα της Αθήνας, και κυρίως των παλιών συνοικιών της Πλάκας και του Ψυρή, αλλά μακριά από την Αθήνα δεν μπορούσε να ζήσει. Όπως όλοι οι μάγκες, αποστρεφόταν την επαρχία. Τον χειμώνα του 1937 πήγε για ένα μήνα στην επαρχία (ίσως σε κάποια περιοδεία, αφού μαζί με τον Σώτο Πετρά, τον δημιουργό του Τζογέ και θεατρικό συγγραφέα, ήταν και ο τενόρος Πέτρος Επιτροπάκης). Έπειτα από μια δυο μέρες, ο καθαρός αέρας, η ήρεμη ζωή και η όμορφη φύση δεν πρόσφεραν καμιά απόλαυση και ο Τζογές δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω. Τα γλέντια, οι καλοί μεζέδες και τα γλυκόπιοτα κρασιά δεν του έλειψαν. Του έλειψαν όμως το αθηναϊκό τραγούδι, το αθηναϊκό κέφι, το αθηναϊκό ξενύχτι, το σοκάκι, η γειτονιά…

Βραδυνή 1-2-1931 Τζογές

Αθηνούλα και πάλι Αθηνούλα! Τι τα θέλετε, ρε παιδιά, και τι τα γυρεύετε; Κακά κι ανάποδα είναι τα ψέματα εκείνα που λένε μερικοί, πως τάχα η Αθήνα έγινε ανυπόφορη με την πολυκοσμία της, με τους θορύβους της και με τη μεγάλη φασαρία της, και ζητάνε να βρούνε ησυχία πηγαίνοντας στα χωριά εκδρομές, παίρνοντας τα βουνά ή κάνοντας θαλάσσια ταξίδια. Καλά είν’ όλ’ αυτά, αλλά μονάχα για κάνα δυο μέρες! Άμα θα περάσει η πρώτη βδομάδα που θα αποχωριστεί ένας πραγματικός Αθηναίος τον Αθηνοπαράδεισο, λαγούς με πετραχήλια και ψάρια με καλιμάφχια να του δώσεις, θα πλήξει, θα χτυπηθεί, θα μελαγχολήσει αγρίως και θα νομίσει πως τον βάλανε στην ειρκτή! Πώς;

Δεν είμαι πρωτευουσομανής. Όχι. Αν ζούσα σε καμιά άλλη πρωτεύουσα εκτός από την Αθήνα, ασφαλώς δεν θα τα ’λεγα αυτά. Είναι η Αθήνα που έχει τόσες χάρες, είναι η Αθήνα, η γλυκιά Αθήνα, η ονειρεμένη Αθήνα, ο παράδεισος όλης της γης που σε κάνει να την απεθυμάς και να μη βλέπεις την ώρα να ξαναγυρίσεις σε δαύτηνε, όταν φύγεις… Ορίστε;
Αέρα καθαρό, βουνίσιο, στάνες, πρόβατα, τοπία, φυσικές καλλονές, φαγιά, γάλατα, βούτυρα, κρασιά χωριάτικα, θάλασσες, ψάρια ζωντανά, ιώδια, βαπόρια, ρομάντζες, κύματα, βαρκαρόλες, της Παναγίας και του Χριστού τα καλά, τα πάντα όλα, τα μπουχτίζεις και σου φαίνονται τίποτα, όταν για λίγο τα χαρείς, μακριά από την Αθήνα, τον παράδεισο των παραδείσων, που ασφαλώς θα προτιμήσει ο Πλάστης στη Δεύτερη Παρουσία ως παράδεισο για τους όχι αμαρτωλούς, γιατί και ο δικός Του ο τοιούτος θα υστερεί μπρος στον αθηναϊκό παράδεισο. Νομίζω;
Τι τα θέλετε. Για τον Αθηναίο, τον ντόμπρο Αθηναίο, τον γκάγκαρο τον ρωμιό που ’χει μέσα στη φλέβα του αθηναϊκό αίμα, δεν του κάνει η καλύτερη εξοχή, το καλύτερο βουνό και το καλύτερο νησί…

Ακόμα και η Ευρώπη, δεν πήγα εγώ, μα έτσι βάζω στοίχημα πως θα μιλήσω αν πάω καμιά φορά, δεν μπορεί να χωρέσει τον Αθηναίο. Πώς;
Έλειψα ένα μήνα από την Αθήνα μας και κόντεψα να πάθω ασφυξία. Όπου και να πήγα σε επαρχίες και χωριά, σε βουνά και σε θαλάσσιες εκδρομές, δεν μου ’κανε καρδιά τίποτα να χαρώ. Το αθηναϊκό σοκάκι, τη μυρωδιά της Αθήνας, το αθηναϊκό ξενύχτι δεν το βρήκα πουθενά.

Παρέες και γλέντια άφθονα, άνθρωποι πρώτης γραμμής όσους γνώρισα, κρασιά όλων των ειδών, χωριάτικα και γλυκόπιοτα, μα σαν της Αθήνας τα πράματα… πουθενά. Ρετσίνα κεχριμπάρι ρευστό, μα κέφι αθηναίικο πουθενά!
Τι να τα κάνω εγώ τα κάλλη του χωριού και τις ομορφιές του βουνού; Ο καθαρός αέρας τους για μας τους Αθηναίους μοιάζει με ασφυξιογόνα αέρια και η ησυχία τους μας κάνει νευρασθενικούς. Ορίστε; Τα λέω καλά;

Έκανα πρωτοχρονιά σε ένα βουνό απάνω από τον Βόλο, στη Μακρυνίτσα, μαζί με κάτι σπουδαίους φίλους Βολιώτες και με ένα σωρό εκλεκτούς μεζέδες και κρασιά, χαρά Θεού, μαγεία και ρομάντσα. Όλοι γλεντάγανε και τραγουδάγανε χωριάτικα τραγούδια, χορεύανε και ξεθεωνόντουσαν στο γλέντι, μα τι να τα κάνω όλα αυτά εγώ, που δεν υπήρχε ούτε ένα λέπι αθηναίικο να με ενθουσιάσει…
Νόμιζα πως μιλάγανε άλλη γλώσσα! Νόμιζα πως βρισκόμουνα στο Ταμτούμ!

— Δε σ’ αρέσει το κρασί μας, κυρ Τζογέ, μου είπε ο μαγαζάτορας του κρασοπουλιού, ρωτώντας με στ’ αστεία.
— Μ’ αρέσει, μωρ’ αδερφέ μου, μα…
— Τα τραγούδια μας;
— Κι αυτά μ’ αρέσουνε, μα…

Γύρευα ένα κομμάτι Αθήνα, γύρευα ένα κομμάτι τραγούδι αθηναίικο για μεζέ και στο τέλος-τέλος είχα και ρετσίνα και το βρήκα…
Μιλώντας με τον μαγαζάτορα, έπεσε το μάτι μου πάνω στον μπεζαχτά του που είχε ένα καρτ ποστάλ με την Ακρόπολη ζωγραφισμένη απάνω του. Του το ’χε στείλει ο γιός του που σπούδαζε φοιτητής… με τα «χρόνια πολλά» για τον καινούργιο χρόνο.
Πετάχτηκα και τ’ άρπαξα σαν μανισμένος. Το ’σφιξα στα χέρια μου σαν να ’τανε καμιά φωτογραφιά καμιανής ερωμένης μου!
— Αθηνούλα μου, φώναξα.
Πόσο την είχα πεθυμήσει! Όλοι με κοιτάζανε περίεργα. Κάμποσοι μπορεί και να με πήρανε και για μουρλό!
Μονάχα ο Πέτρος, ο Τζίλι της παρέας μας, Αθηναίος και δαύτος γκάγκαρης, κατάλαβε τον πόνο μου και λαβών την κιθάρα άρχισε να μου παίζει τον αθηναϊκό ύμνο, το «Πιστεύω» των Αθηναίων:

Έχ’ η Αθήνα ομορφιές,
έχει και κάτι ζωγραφιές
….
Και πάνω από το Κάστρο της,
τον Παρθενώνα έχει γι’ άστρο της!

Αθηνούλα μου και πάλι Αθηνούλα μου… Ποτέ να μην πεθάνεις!
Ο Τζογές

Δημοσιεύτηκε στη Βραδυνή, στη Στήλη του Τζογέ, στις 16 Ιανουαρίου 1938.

This image has an empty alt attribute; its file name is cea0ceb1cf80ceb1cebdceb9cebacebfcebbceb1cebfcf85-_cea0cebbceaccebaceb1.jpg


Σημειώσεις
• Τελικά η έκφραση «τα πάντα όλα» δεν είναι σύγχρονη. Τα ’χει τα χρονάκια της, αφού τη χρησιμοποίησε ο Σώτος Πετράς, το 1938.
• Το «Ορίστε;» και το «Πώς;» που πετάει ο Τζογές στο τέλος της πρότασης λέγεται όπως το «Νομίζω;», που αν δεν το έχουμε ακούσει από μάγκες, το έχουμε ακούσει σε παλιές ελληνικές ταινίες από τον Νίκο Φέρμα και τον Πέτρο Κυριακό, που ήταν αυθεντικοί μάγκες. Νομίζω;
• Ο «Πέτρος, ο Τζίλι της παρέας μας», δεν είναι άλλος από τον Πέτρο Επιτροπάκη, που ο Τζογές θαύμαζε απεριόριστα και τον αποκαλούσε «Φλέτα της Ελλάδος». Ο Μπενιαμίνο Τζίλι, ο Μιγκέλ Φλέτα και ο Πέτρος Επιτροπάκης ήταν σπουδαίοι τενόροι.
• Ο πίνακας του Σπυρίδωνα Παπανικολάου Πλάκα ανήκει στη συλλογή του Δημήτρη Παπαγεωργόπουλου. Τον ευχαριστώ που μου παραχώρησε την άδεια χρήσης.
• Ο στίχος είναι από το τραγούδι Στης Πλάκας τις ανηφοριές, που γράφτηκε από τον Τίμο Μωραϊτίνη, για την επιθεώρηση Μπερλίνα. Το τραγούδι αγαπήθηκε ιδιαίτερα και έχει γνωρίσει διάφορες εκτελέσεις. ΕΔΩ μπορείτε να το ακούσετε από τον Πέτρο Επιτροπάκη. Η ταβέρνα του Τζουτζούρη (σε άλλες εκτελέσεις ακούγεται «η ταβέρνα του Βουδούρη») βρισκόταν στην οδό Κόδρου, απέναντι από την Αγιά Σωτήρα του Κοττάκη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s