Τα βλαχάκια – δύο αθώοι στο εκτελεστικό απόσπασμα

Τον καιρό του πολέμου, στο χωριό του πατέρα μου, τη Χρυσοβίτσα Ξηρομέρου, έγινε μια ιστορία που στοίχειωσε τον ύπνο των γερόντων και για την οποία απόφευγαν να μιλούν. Πρόκειται για την ιστορία της άδικης εκτέλεσης δυο νέων, που έμεινε να λέγονται «τα βλαχάκια», και της ένοχης σιωπής ενός χωριού.
Η υπόθεση αφέθηκε στον χρόνο για να ξεχαστεί. Είναι κι αυτός ένας τρόπος για να συνεχιστεί η ζωή, κυρίως μετά από δραματικές περιόδους με αναπόδραστες εξελίξεις, όπως ήταν ο πόλεμος κι η Κατοχή, που άλλαξαν ριζικά τη ζωή και το πνεύμα των ανθρώπων. Βέβαια, υπήρχαν φωνές που θύμιζαν τα γεγονότα και υπενθύμιζαν ότι η συγγνώμη έμεινε ανεξόφλητο χρέος.
Ο πατέρας μου, ο αείμνηστος Αθανάσιος Ι. Σώλος, ήταν μία από αυτές τις φωνές, ίσως η δυνατότερη και πιο επίμονη. Τον καιρό που συνέβη το τραγικό γεγονός, ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ και, μαζί με άλλους νεαρούς αγωνιστές, παρότρυνε το χωριό να πει την αλήθεια. Αυτό δεν έγινε ούτε στις ανακρίσεις ούτε στο στρατοδικείο, με αποτέλεσμα ο ένοχος να γλιτώσει και –το χειρότερο– να σπιλωθούν σαν φονιάδες, να καταδικαστούν και να στηθούν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα δυο αθώοι.
Ο τότε νεαρός ΕΑΜίτης, δικηγόρος πλέον στην Αθήνα, όλα του τα χρόνια, παρέμεινε αμετακίνητος στη θέση του ότι το χωριό έπρεπε ν’ αποκαταστήσει τη μνήμη των δύο νέων και να ζητήσει δημόσια συγγνώμη. Ούτε αυτό έγινε. Προτού πεθάνει, ο πατέρας μου παρέδωσε γραπτά την ιστορία. Είναι ένα από τα κείμενα που βρέθηκαν στο προσωπικό του αρχείο, πολύτιμες καταγραφές. Το δημοσιεύω.

Τα βλαχάκια – Οι δύο αδελφοί Σαπλαούρα
του Αθανασίου Ι. Σώλου

Το χωριό μας βαραίνει ακόμα η κατάρα της χαροκαμένης μάνας. Η κατάρα της βλάχας!

Βλάχος είναι για μας στη Χρυσοβίτσα ο παραχειμάζων κτηνοτρόφος που κατεβαίνει από τα Άγραφα ή την Ήπειρο στα μέρη μας, που είναι χειμαδιά.
Ο Μήτσος Σαπλαούρας με την οικογένειά του κατέβαινε από τα Πράμαντα της Άρτας και παραχείμαζε στην κοινοτική περιφέρεια του χωριού μας με τα λίγα πρόβατά του.
Στα 1942 ήταν εγκατεστημένος, από το φθινόπωρο του 1941, στη θέση Μιγκούσες της περιφέρειάς μας, κάτω απ’ το Κακό Λαγκάδι. Εκεί έστησε τα κονάκια του και τη στάνη του για να ’ναι σε ανάμερο και από τους χωροφύλακες και από τους Ιταλούς. Έσμιξε τα πρόβατά του με τους ντόπιους, για να έχει το κεφάλι του ήσυχο από τυχόν ζημιές, και ζούσε εκεί το βίο του παραχειμάζοντα κτηνοτρόφου με όλες τις πίκρες και τις χαρές του. Μόνο που οι πίκρες είναι πολύ περισσότερες και ελάχιστες οι χαρές του.

Οι Μιγκούσες είναι το πιο δασωμένο μέρος της κοινοτικής μας περιφέρειας, το περισσότερο ανάμερο και απρόσφορο να πατηθεί από τον ιταλικό στρατό που κινείται με αυτοκίνητα. Είναι, όμως, και το πιο κατάλληλο για την απόκρυψη παρανόμων και φυγοδίκων ή φυγοποίνων. Από όπου και να κινηθεί ο εχθρός θα γίνει αντιληπτός, τη νύχτα από το «ποδοβολητό» και τη μέρα από τα «καρακόλια». Από όπου και να φανεί ο κίνδυνος ή από τα Κουμαρίδια ή απ’ τον Αηλιά και το Κακό Λαγκάδι ή ακόμα απ’ τα Στουρνάρια και έτσι υπάρχει πάντοτε τρόπος διαφυγής. Μόνο ελάττωμα για την περιοχή είναι η ανυδρία. Αλλά ο παράνομος δεν θέλει νερό για λουτρό, μια στάλα νερό του φτάνει για να νιφτεί κι ένας κόμπος για να δροσίσει το λαρύγγι του, αρκεί να ’ναι ελεύθερος.
Στο μέρος αυτό, στις Μιγκούσες της κοινότητας Χρυσοβίτσας Αστακού, εγκαταστάθηκε ο παραχειμάζων κτηνοτρόφος Δημήτριος Σαπλαούρας απ’ τα Πράμαντα της Άρτας με την οικογένειά του. Τη φαμελιά του αποτελούσαν η γυναίκα του, η βλάχα όπως έμεινε ύστερα να λέγεται, τα μεγάλα παιδιά του Στάθης και Θόδωρος, δύο κόρες και ένα μικρότερο αγόρι.
Την ιστορία μας ενδιαφέρουν τα δύο βλαχάκια, ο Στάθης και ο Θόδωρος, ο πατέρας και η μάνα τους.

Στο πρόσφορο αυτό μέρος για τους παρανόμους σύχναζε και ο Σωτήρης Πιτσινέλης, περιστοιχιζόμενος από μερικά άλλα αντράκια, όπως θα τα λέγαμε σήμερα «κλεφτρόνια», που ’τρεχαν κοντά του όπως οι μύγες στο ψοφίμι, για να έχουν την εύνοιά του ή για να εξοικονομήσουν κανένα κομμάτι κρέας. Στους άοπλους ο Πιτσινέλης, σαν οπλισμένος που ήταν, φάνταζε παλικάρι. Πέρα όμως από τη μεγαλοσύνη που του έδιναν τα όπλα, σε περίοδο που απαγορευόταν με ποινή θανάτου η κατοχή όπλου, δεν διέθετε τίποτε άλλο και μάλιστα δεν είχε εκείνη την ξεχωριστή λεβεντιά και αντρειοσύνη, που χρειάζονται οι δύσκολοι καιροί που περνούσαμε τότε.

Στο ανάμερο της Μιγκούσας έφτασαν χαράματα της Κυριακής στις 18 του Μάη του 1942 δύο Ιταλοί στρατιώτες από τη δύναμη του ιταλικού στρατού κατοχής, για ν’ αρπάξουν πρόβατα. Στο πέρασμά τους έπεσαν πάνω στον Πιτσινέλη κι αυτός από το απρόσμενο αυτό περιστατικό έριξε και τους σκότωσε. Μέχρις εδώ το πράγμα θα πήγαινε απαρατήρητο. Μπορούσε να εξαφανίσει τα ίχνη του εγχειρήματος. Μπορούσε ακόμη να αναγγείλει το περιστατικό και να αναλάβει τις ευθύνες της πράξης του. Δεν έκαμε όμως ούτε το ένα ούτε το άλλο. Άφησε τα πράγματα να εξελιχθούν όπως όπως. Μάλιστα, φαίνεται πως απείλησε τους βλάχους να μην τον καταδώσουν. Για τούτο δεν έχουμε μαρτυρία, η θρασύτητά του, όμως, πρόδινε κάτι τέτοιο.

Στο μονοπάτι που φέρνει από τον Αηλιά για τον κάμπο, σκέτη γιδόστρατα, είναι τώρα κατάκοιτοι δύο νεκροί Ιταλοί στρατιώτες…
Ο παραχειμάζων κτηνοτρόφος Δημήτριος Σαπλαούρας βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση. Αυτός που τροφοδότησε, που πότισε και περιποιήθηκε, του άναψε φωτιά κοντά στα κονάκια του, κοντά στη στάνη του. Δύσκολη στιγμή μέσα στους δύσκολους καιρούς που περνούσαμε.
Με τον μεγάλο γιο του, τον Στάθη, ανήγγειλε το περιστατικό στον Πρόεδρο της Κοινότητας Χρυσοβίτσας και πέρα απ’ αυτό δεν έκαμε άλλη πράξη. Ήταν Κυριακή πρωί κι ο Πρόεδρος έφυγε αμέσως για τον Αστακό.

Την άλλη μέρα, Δευτέρα πρωί, μια διμοιρία Ιταλών στρατιωτών, πάνοπλοι σαν αστακοί, με πλήρη πολεμική εξάρτυση, έφθασαν στο χωριό από τον Τσαπουρνιά και προχωρούσαν με αυστηρή συντεταγμένη πορεία προς τα Κουμαρίδια, ένα τμήμα από το δρόμο για τη Νούσα και το άλλο από τη Λίμπα και το μονοπάτι. Μια άλλη διμοιρία κατέβηκε από το εικονισματάκι του Αηλιά προς το Κακό Λαγκάδι και τις Μιγκούσες και μια τρίτη έμεινε πάνω στο ύψωμα του Αηλιά. Το βράδυ της ίδιας μέρας πέρασαν τα πτώματα των Ιταλών στρατιωτών μέσα σε κασόνια.
Την Τετάρτη, νύχτα-νύχτα μεγάλη δύναμη ιταλικού στρατού κύκλωσε το χωριό μας σε διπλό κλοιό. Ο πρώτος άρχιζε με ένα πολυβόλο στη Γύρα, ένα άλλο πολυβόλο στο Ραχούλι του Καρανάσου, ένα τρίτο πολυβόλο στο ραχούλι της Κύπερης στη Γύρα, ένα άλλο πολυβόλο στον Άι Ταξιάρχη, άλλο στην Αγιά Βαρβάρα και ένα πάνω από τις μάντρες τις Παπαδέικες, εκεί που είναι τώρα η δεξαμενή.
Ο άλλος κλοιός ερχόταν πιο στενά. Άρχιζε στην Αγιά Τριάδα, στο σπίτι το Χατζέικο από πάνω, εκεί στου Φώτη Μούρκα, στην Πλατεία, στα Περικλέικα, στη Λάκα Φίλη και στα Κρανιωτέικα.
Όσοι πρόλαβαν πήραν τις οικογένειές τους, όπως μπορούσαν, κι έφυγαν απ’ το χωριό για τις δουλειές τους, αλλά τότε δεν είχαμε και αγροτικές δουλειές, αφού δεν καλλιεργούσαμε καπνά. Πάντως φύγαμε πολλοί στον κάμπο, για να σκαλίσουμε καλαμπόκι και για να βρεθούμε οπωσδήποτε έξω από τον κλοιό.

Το γραφείο της ομάδας του ΕΑΜ Χρυσοβίτσας διαπίστωσε τον κίνδυνο και αποφασίσαμε να αναφερθεί το όνομα του δράστη της πράξης στις ιταλικές αρχές. Την απόφασή μας την μεταφέραμε στους άλλους, στους γερόντους ιδιαίτερα, απ’ την ίδια μέρα διαβλέποντας τον κίνδυνο που έφθανε.
Με το άνοιγμα της μέρας οι Ιταλοί συγκέντρωσαν όλους όσους βρήκαν μέσα στο χωριό από 20 χρονών και πάνω και επειδή τους φάνηκαν λίγοι, έστειλαν ομάδες με τους αγροφύλακες και διερμηνείς στον κάμπο να πάρουν έναν από κάθε εργατιά, από κάθε οικογένεια.
Άρχισε ένα ανθρωπομάζωμα για ανάκριση. Αχ, αυτές οι ανακρίσεις μια ζωή!
Τώρα οι ανακρίσεις ήταν δύσκολες. Βρήκαν στο συγκεκριμένο μέρος της Μιγκούσας δύο Ιταλούς στρατιώτες. Δύο στρατιώτες του καταχτητή. Δεν τους εξαφάνισαν και όχι μόνο δεν τους εξαφάνισαν, αλλά ανάγγειλαν και το περιστατικό στη διοίκησή τους.
Η ανάκριση ήταν στον ίδιο στόχο. Ποιος σκότωσε τους στρατιώτες; Ποιοι συχνάζουν σ’ αυτά τα μέρη; Απάντηση στερεότυπη. «Εμείς τι ξέρουμε, εμείς είμαστε γεωργοί, οι τσοπαναραίοι ξέρουν».
Ο τρόπος όμως αυτός άφηνε ακάλυπτος όλους τους κτηνοτρόφους του χωριού μας, προβαταραίους και γιδαραίους.
Οι Ιταλοί διαπίστωσαν την κουτοπονηριά των χωριανών μας και περιόρισαν την ανάκριση. «Ποιοι γυρίζουν σε κείνα τα μέρη;». Απάντηση: «Εμείς τι ξέρουμε; Οι βλάχοι, που είναι εκεί κοντά, ξέρουν».
Εμείς πιέζαμε τους γερόντους να καταθέσουν την αλήθεια από την προηγουμένη κι αν είναι να πάθουμε ζημιά, να την πάθουμε τίμια και παστρικά, χωρίς κουτοπονηριές και στρουθοκαμηλισμούς.

Το απόγευμα της Τετάρτης δυο μεγάλα ιταλικά φορτηγά αυτοκίνητα έφευγαν από τη Χρυσοβίτσα για το Αγρίνιο. Το πρώτο είχε δύο μόνο επιβάτες. Τα βλαχάκια. Το άλλο αυτοκίνητο είχε τους γέρους του χωριού, που τους πήραν για ανάκριση. Σκληρή συνοδεία στα βλαχάκια κι αυτά δεμένα χειροπόδαρα και γύρα-γύρα Ιταλοί στρατιώτες πάνοπλοι, λες και πήγαιναν τον λήσταρχο Γιαγκούλα.
Οι Ιταλοί έμειναν στις βάρδιες τους και αφού έκαψαν μια-δυο στάνες για τρομοκρατία, αργά τα μεσάνυχτα μπήκαν στα αυτοκίνητά τους κι εφύγαν για τον Αστακό και το Αγρίνιο.

Στις φυλακές της Αγίας Τριάδας στο Αγρίνιο, που τώρα δεν υπάρχουν πια, κλείστηκαν τα δύο άτυχα βλαχάκια. Ο Ευστάθιος Δημητρίου Σαπλαούρας και ο Θεόδωρος Δημητρίου Σαπλαούρας, ποιμένες απ’ τα Πράμαντα, που παραχείμαζαν στις Μιγκούσες της κοινότητας Χρυσοβίτσας.
Ένας γέρος πατέρας αγνάντια στη φυλακή έστησε άλλο γρέκι, για να αγναντεύει από μακριά το κολαστήριο της φυλακής. Πού να ’ξερε τι τον περίμενε και να ’ξερε ακόμα πως ύστερα από δύο χρόνια και δώθε πόσους και πόσους από μας θα χώνευε μέσα του αυτό το κολαστήριο και πόσους θα ξέρναγε για τα εκτελεστικά αποσπάσματα, που δούλεψαν σαν σφαγεία. Δεν ήξερε τη γλώσσα του καταχτητή ο γέρο Σαπλαούρας, που παραχείμαζε στο απόμερο της Μιγκούσας, και κάθε φήμη που κυκλοφορούσε του φαινόταν πως ερχόταν κατευθείαν από την Ιταλική Διοίκηση, τους πλέον υπεύθυνους για τη ζωή και τον θάνατο των παιδιών του.

Και ήρθε η μέρα της δίκης. Δεν κατάλαβε τη γλώσσα των δικαστών ο γερο Μήτσος Σαπλαούρας απ’ τα Πράμαντα. Άκουγε όμως και καταλάβαινε τις καταθέσεις των Χρυσοβιτσάνων, των χωριανών μας, που καταθέτοντας «ένιπταν τας χείρας των» σαν Πόντιοι Πιλάτοι. Ξέχασαν και τον όρκο και την τιμή τους και με τον άθλιο ισχυρισμό «εμείς δεν ξέρουμε, αυτοί ξέρουν» απέφυγαν να καταθέσουν την αλήθεια και να γλυτώσουν δύο λεβέντες απ’ τα δόντια του χάρου και το εκτελεστικό απόσπασμα των Ιταλών κατακτητών. Δεν είπαν την αλήθεια στο ιταλικό στρατοδικείο οι χωριανοί μας. Δεν βοήθησαν τους κρατουμένους Στάθη και Θόδωρο Σαπλαούρα. Αντίθετα, τους έκαψαν. Στήριξαν την κατηγορία ότι τα βλαχάκια σκότωσαν τους Ιταλούς στρατιώτες ή ότι αυτά ξέρουν.
Μετά τη δίκη ακολούθησε η δικαστική απόφαση, όπως πάντα, και η καταδίκη σε θάνατο δυο παιδιών, συνομήλικών μας τότε σχεδόν.
Ένας γέρος πατέρας έπεσε λιπόθυμος και ένας βόγκος ακούστηκε που θα ’φτασε μέχρι τη Χρυσοβίτσα.

Με την ανατολή του ήλιου, στον συνήθη τόπο των εκτελέσεων, για πρώτη φορά έγινε εκτέλεση στο Αγρίνιο. Οι Ιταλοί καταχτητές, αφού άδικα καταδίκασαν σε θάνατο τα δύο βλαχάκια, τον Στάθη και Θόδωρο Σαπλαούρα, τα εκτέλεσαν μπροστά στα μάτια του πατέρα τους.
Δυο κυπαρίσσια στο ξέφωτο, δυο λεβέντες αγναντεύουν τον ήλιο για τελευταία φορά, αγναντεύουν τα ξηρομερίτικα βουνά κι εκεί, κάτω απ’ το Αλογοβούνι, υπολογίζουν πού είναι η στάνη τους και οι δικοί τους. Υπολογίζουν κι εκείνους τους χωριανούς, που με τις αδιάντροπες καταθέσεις τους τα πήραν στο λαιμό τους.
Αφού τελείωσε και η τελευταία διαδικασία, για να γίνει νομότυπα η εκτέλεση των παιδιών, δόθηκε το σύνθημα του πυροβολισμού. Με την πρώτη ριπή τα δύο αδέρφια αγκαλιάστηκαν και πέσαν στο χώμα αγκαλιασμένα. Ο Ιταλός αξιωματικός, ο υπεύθυνος για την εκτέλεση των δύο αυτών καταδίκων, έριξε τη χαριστική βολή.

Κι εκεί στην άκρη ένας γέρος πατέρας έβλεπε τον χαμό των παιδιών του και τις ελπίδες του να πέφτουν σαν δέντρο που το έριξε το αστραπόβολο…
Δύστυχε πατέρα, πώς άντεξες αυτόν τον χαλασμό!
Δυο παιδιά, δυο λεβέντες, έφηβος ο ένας, άνδρας ο άλλος. Δεν πρόδωσαν. Στάθηκαν ψηλά και στην ανάκριση και στη δίκη και στην εκτέλεση.
Ο Σωτήρης Πιτσινέλης δεν φέρθηκε έντιμα. Δεν τίμησε τη φιλοξενία και τη βοήθεια που του παρείχαν. Δεν αντιμετώπισε παλικαρίσια το ζήτημα, που ο ίδιος δημιούργησε. Προτίμησε να διαφύγει λαθραία μέσα στη σύγχυση και αδιαφόρησε για το αποτέλεσμα της πράξης του, που την αμαύρωσε απ’ την πρώτη στιγμή με τον πλέον ανέντιμο και αφιλότιμο τρόπο. Τα δύο βλαχάκια τα άφησε να τα εκτελέσουν οι Ιταλοί καταχτητές και αργότερα ο ίδιος σκότωσε τους αδελφούς Καλογεράκη, που τον υπηρετούσαν, τον τροφοδοτούσαν και τον προφύλασσαν (ίδετε την απόφαση του Ανταρτοδικείου του ΕΛΑΣ, Αρχηγείου Ξηρομέρου Συνεδρίαση Αγράμπελου, την Άνοιξη του 1943 με την οποία καταδικάστηκε σε θάνατο).

Εκεί, σ’ ένα χάνι του Αγρινίου, ο γέρος Μήτσος Σαπλαούρας είχε δεμένο το μουλάρι του. Πρωί φορτώθηκε σ’ αυτό και το μεσημέρι έφτασε στην κοινοτική περιφέρεια Χρυσοβίτσας. Η στάνη του είχε μεταφερθεί στο Πέρα Πηγάδι κι εκεί, πάνω από το Χρονέικο χωράφι, στην Τσούμπα, είχαν στήσει το κονάκι τους φεύγοντας για την Ήπειρο αργοπατώντας και περιμένοντας κάνα καλό μαντάτο να ’ρθεί από τ’ Αγρίνιο. Κι έφτασε μαντατοφόρος η μούλα μ’ ένα γέροντα σπασμένο απ’ την πίκρα και τον καημό.

Και σαν έκαμε να πεζέψει, η γυναίκα του –αχ, δόλια η μάνα!– μάντεψε το φονικό και παραβέλαξε. Καταλαβαίνει η μάνα με το βλέμμα το κακό που την πλακώνει. Ήμασταν ακριβώς απέναντι και ακούσαμε το ρέκασμά της. Τρέξαμε να τους παρασταθούμε. Μα αυτό δεν ήταν θέαμα. Δεν ήταν κονάκι. Δεν ήταν οι γέροι που γνωρίσαμε παλιότερα. Ένα ράκος αντρός ξεθεωμένο απ’ τον πόνο, τη λύπη και την κούραση κειτόταν στο χώμα βογκώντας, ολόγυρά του τα μικρά να κλαίνε ξέφρενα και μια Μάνα λάμια να ορύεται σαν λιόντας και σαν δαμάλι που το σφάζουν. Πότε έπεφτε στο χώμα και χτυπούσε το κεφάλι της στη γη, πότε έπαιρνε χώμα και το ’ριχνε στα μαλλιά της, πότε τραβούσε τα μαλλιά της για ξερίζωμα. Κι απάνω στο κακό, στην άγρια πίκρα και το πολύ φαρμάκι, που ένιωσε από τους γέρους του χωριού μας, γύρισε δυτικά και μούτζωσε καταρώμενη: «Να! Κουκουβάγιες να λαλήσουν!»
Δεν ξέρω αν ακούει τις κατάρες ή τις ευχές το θείον. Μπορεί όμως κάποτε να είναι ανοιχτός ο ουρανός και ν’ ακουστούν. Πάντως, πριν κλείσει χρόνος απ’ τη μέρα αυτή, στις 7, 8 και 9 του Μάη 1943, η Χρυσοβίτσα κάηκε, πάλι από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής. Λες κι έπιασε η κατάρα της Βλάχας!

Δεν ξέρω τι να πω, ήταν όμως μια πράξη ανανδρίας των μαρτύρων που πήγαν απ’ το χωριό μας. Μπορεί να έφταιξαν και τα βλαχάκια που δεν φανέρωσαν το δράστη της πράξης αυτής. Εκείνα, όμως, έκλεισαν το στόμα τους. Ίσως από φόβο για τον Πιτσινέλη, ίσως από εντιμότητα, ίσως γιατί άλλη έκβαση στο περιστατικό περίμεναν.

Οι χωριανοί μας όμως έφταιξαν και έφταιξαν διπλά, γιατί εμείς οι νέοι τότε τους δείξαμε το δρόμο της τιμής και του καθήκοντος, αλλά δεν μας άκουσαν. Ίσως λόγω της ηλικίας μας.
Η Κοινότητα του χωριού μας οφείλει έστω και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, να αποκαταστήσει και τη μνήμη των Στάθη και Θόδωρου Σαπλαούρα και συγγνώμη να ζητήσει δημοσία για την συμπεριφορά μερικών παλαιότερων συμπολιτών μας. Θα είναι έργο τιμής και δικαίωσης.
Αθανάσιος Ι. Σώλος


Ήμουν παιδί, πρωτάκουσα την ιστορία από τον πατέρα μου. Η συχνότητα της αφήγησης και η έντασή της μ’ έκαναν να διαισθανθώ ότι ήταν κάτι παραπάνω από μια ιστορία του πολέμου. Μεγαλώνοντας κατάλαβα κι έμαθα περισσότερα.
Βρισκόταν ο ίδιος και οι σύντροφοί του κοντά στο βλάχικο κονάκι, όταν έφτασε από το Αγρίνιο ο γέρο-Σαπλαούρας με το κακό μαντάτο. Υπήρξε μάρτυρας της σκηνής, σαν από αρχαία τραγωδία, του θρήνου της μάνας. Τη θλίψη του πατέρα και το ξέσπασμα της μάνας δεν τα ξέχασε ποτέ. Πόσο μάλλον που ήξερε ότι οι συγχωριανοί του πήραν δυο αθώους στον λαιμό τους και οι προσπάθειες για το δίκιο, που έκανε ο ίδιος και οι σύντροφοί του, πήγαν τόσο τραγικά χαμένες.
Οι Χρυσοβιτσάνοι δεν ζήτησαν ποτέ συγγνώμη. Οι γεροντότεροι, παίρνοντας δύναμη ο ένας από τον άλλον, έδωσαν άφεση αμαρτιών στους εαυτούς τους. Ακόμα και σήμερα, που έχουν περάσει τόσα χρόνια και όσοι έζησαν τα γεγονότα δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή, η αναφορά στα βλαχάκια ηλεκτρίζει.

Ο πατέρας μου είχε δώσει για δημοσίευση αντίγραφο του κειμένου στην εφημερίδα του Συνδέσμου Χρυσοβιτσάνων. Το κείμενο, αφού έμεινε για κάποια χρόνια αδρανές, δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, με πρωτοβουλία του προέδρου του Συνδέσμου, του εφέτη Αλέξανδρου Τ. Σάββα, από σεβασμό στην ιστορική αλήθεια και στη μνήμη του μέντορά του. Ζήτησε να το συνοδεύσει η παρακάτω σημείωση. Δεν είχα αντίρρηση, γιατί, παρ’ όλο που ο σκοπός της δεν ήταν αυτός, θεωρώ ότι εκφράζει ανάγλυφα την επιμονή των Χρυσοβιτσάνων να μην αναγνωρίσουν το σφάλμα «των παλιότερων συμπολιτών», όντες πεισμένοι ότι δεν υπήρξε κανένα σφάλμα.

Ο συγγραφέας μέμφεται τους γέροντες του χωριού, που κλήθηκαν για ανάκριση, γιατί δεν ανέφεραν στον κατακτητή τον αυτουργό του φόνου των δύο Ιταλών, δηλαδή τον Σωτήρη Πιτσινέλη. Η πράξη τους όμως αυτή, είτε έγινε από φόβο προς αυτόν είτε από πατριωτικό καθήκον, ήταν και η επιβεβλημένη συμπεριφορά. Δεν μπορεί να επιδοκιμάζουμε τη συμπεριφορά των δύο αδερφών, που δεν πρόδωσαν ούτε μπροστά στην ανάκριση ούτε μπροστά στο απόσπασμα, και να ζητάμε απ’ τους άλλους χωριανούς να γίνουν καταδότες και να προδώσουν στον κατακτητή, όταν μάλιστα την κρίσιμη στιγμή βρίσκονταν οι ίδιοι σε σχέση μ’ αυτά σε πολύ μακρινή απόσταση απ’ τον χώρο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Νομίζω, λοιπόν, ότι όλοι πρέπει να κρίνονται με τα ίδια μέτρα και σταθμά.
Ο θάνατος των δύο αδερφών, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι αποτέλεσμα κακής εκτίμησης των ίδιων ή της αδιαφορίας των συγχωριανών μας, αλλά της τακτικής του κατακτητή ν’ απαντά σε κάθε χτύπημα με φοβερά αντίποινα, στα οποία πολλές φορές περιλαμβάνονταν αθώα θύματα. Έτσι λοιπόν, τα δύο αδέρφια πρέπει να θεωρούνται αθώα θύματα του κατακτητή, όπως τόσα άλλα άλλωστε, στον μαρτυρικό αγώνα της Εθνικής Αντίστασης για λευτεριά κι εθνική αξιοπρέπεια και σαν τέτοια πρέπει να τιμηθούν από την Κοινότητά μας.


Ας σημειώσω ότι οι γέροντες του χωριού δεν έδωσαν στους Ιταλούς
τον Πιτσινέλη, το διαβόητο κάθαρμα, όχι από πατριωτικό καθήκον, αλλά επειδή ήταν τραμπούκος και τον έτρεμαν.
Ο Στάθης και ο Θόδωρος Σαπλαούρας, δεν τιμήθηκαν από την Κοινότητα ως θύματα του κατακτητή και τα ονόματά τους, μέχρι σήμερα, δεν έχουν αποκατασταθεί.


Το καλοκαίρι του 2008 βρισκόμουν στους Χτιστάδες της Άρτας, ένα χωριό κοντά στα Πράμαντα, σε φιλικό σπίτι, που το μεσοκαλόκαιρο πανηγυρίζει προσκαλώντας συγγενείς και φίλους σε μια γιορτή φιλοξενίας και ευωχίας που κρατάει μέρες. Ένας παππούς κι εγώ ξυπνούσαμε πρώτοι απ’ όλους. Εκείνος για πρωινή πεζοπορία κι εγώ για ν’ απολαύσω το ξημέρωμα. Υπολόγιζα την ώρα της επιστροφής του κι ετοίμαζα καφέ και για τους δύο. Μέχρι να σηκωθούν οι άλλοι είχαμε μπόλικο χρόνο για ιστορίες. Εκείνος να λέει κι εγώ ν’ ακούω.
Όταν μου είπε ότι κατάγεται από τα Πράμαντα, τον ρώτησα για τα βλαχάκια. Γνώριζε την οικογένεια του Δημήτρη και της Ειρήνης Σαπλαούρα. Τα τρία παιδιά που τους απόμειναν ζούσαν στα Πράμαντα. Μου αφηγήθηκε την ιστορία, όπως την είχε ακούσει. Τα γεγονότα ήταν ίδια με αυτά που γνώριζα. Κατέληξε πικρά:
— Εμ, ποιον θα δίνανε; Τον ξένο δώσανε! Αυτή είναι η μοίρα του ξένου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s