Αρσενικό και παστή σαρδέλα – ο σύζυγος μαζί με τις δύο ερωμένες του έβγαλε από τη μέση τη σύζυγό του

Ο Ντίνος, γεωργός στο επάγγελμα, ζούσε σ’ ένα χωριό κοντά στη Σπάρτη. Είχε σχέσεις με τη Γεωργία, αλλά ξενοκοίταζε κιόλας. Τον ήξεραν στο χωριό· ήταν ο χαρακτήρας του τέτοιος. Η Γεωργία ήταν χήρα, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή του κι είχε και κόρη της παντρειάς.

Ο Ντίνος

Κάποτε αποφάσισε κι αυτός να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Βρήκε την Ελένη, που ήταν νέα και όμορφη, έστειλε προξενήτρα και τη ζήτησε. Είπε στους δικούς της ότι είχε περιουσία, κτήματα από τον πατέρα του. Φούμαρα! Τίποτα δεν είχε. Πάντως την Ελένη του την έδωσαν κι ο γάμος έγινε.

Η Ελένη

Της Γεωργίας της κακοφάνηκε πολύ και την φαρμάκωνε η ζήλια. «Θα τηνε φάει το φίδι», είπε για τη νύφη τη μέρα του γάμου. Όχι ότι υπήρχε ποτέ περίπτωση να την παντρευτεί ο Ντίνος, αλλά είχε κάνει κι αυτή τα σχέδιά της. Και να τώρα που της τον έπαιρνε μια άλλη. Τη μισούσε και κάθε μέρα που περνούσε το μίσος της φούντωνε πιο πολύ.

Η Γεωργία

Το νιόπαντρο ζευγάρι εγκαταστάθηκε σ’ ένα σπίτι στην άκρη του χωριού. Ο Ντίνος συνέχισε τις σχέσεις του με τη Γεωργία. Η Ελένη έμεινε έγκυος και ο Ντίνος που καλόβλεπε την Ντίνα, μια νεαρή χήρα του χωριού με δύο παιδιά, τα έφτιαξε μαζί της. Δεν της έκρυψε τις σχέσεις του με τη Γεωργία. Είπε και στη Γεωργία για την Ντίνα. Οι δύο γυναίκες δέχτηκαν να μοιράζονται τον ίδιο εραστή. Η μία δεν ήταν κίνδυνος για την άλλη. Κίνδυνος ήταν η νόμιμη, η σύζυγος, η Ελένη. Κυρίως τώρα που έφερε στον κόσμο έναν γιο!

Η Ντίνα

Άρχισαν να κλώθουν στο μυαλό τους την ιδέα να φύγει η Ελένη από τη μέση. Η καθεμία είχε το δικό της σχέδιο και το κράταγε κρυφό. Η Γεωργία θα συνέχιζε μαζί του και μετά σκόπευε να τον παντρέψει με την ανιψιά της. Η Ντίνα ήθελε να τον παντρευτεί, για να έχουν και τα παιδιά της προστάτη.
Μίλησαν η μία στην άλλη. Ύστερα μίλησαν στον Ντίνο. Και η φοβερή ιδέα άρχισε να παίρνει μορφή, για να γίνει πράξη.

Η Ελένη είχε ορφανέψει από μάνα, όταν ήταν μωρό της αγκαλιάς. Τη μεγάλωσε η δεύτερη γυναίκα του πατέρα της, που την αγαπούσε και δεν την ξεχώριζε από τα παιδιά που απόχτησε μαζί του.
Από μια ηλικιωμένη μητριά τι είχαν να φοβηθούν; Ο πατέρας είχε πεθάνει. Τα ετεροθαλή αδέρφια είχαν τα δικά τους σπίτια να νοιαστούν. Η Ελένη ουσιαστικά δεν είχε προστάτες. Εύκολο θύμα.

Αυτό τους αποθράσυνε. Όταν κανείς δεν έχει προστάτες στη ζωή, είναι σαν να φύτρωσε κι όχι σαν να γεννήθηκε. Και οι τρεις μαζί αποφάσισαν τον φόνο. Και οι τρεις μαζί τον σχεδίασαν. Η Γεωργία πήγε στο διπλανό χωριό και αγόρασε το αρσενικό. Ο Ντίνος πήγε στον μπακάλη και αγόρασε παστές σαρδέλες – τις σαρδέλες που πασπάλισε με δηλητήριο και έδωσε στη γυναίκα του στο δείπνο. Το σχέδιο την πρώτη φορά απέτυχε. Τη δεύτερη, όμως, είχε τη μακάβρια επιτυχία που επιδίωκαν. Ύστερα και οι τρεις μαζί βρέθηκαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου για τον θάνατο της Ελένης.

Δεκέμβριος 1951

Η δίκη έγινε στο Ναύπλιο. Η υπόθεση είχε προκαλέσει αναστάτωση στην πόλη και η αίθουσα του κακουργοδικείου ήταν γεμάτη. Η μητριά του θύματος ήταν η βασική μάρτυρας. Η κατάθεσή της ήταν αποφασιστική για την τύχη των κατηγορουμένων. Μίλησε συγκροτημένα:

«Αφορμή να τον υποψιαστώ μου έδωσε δεκαπέντε μέρες πριν φαρμακώσει την κόρη μου, όταν αποπειράθηκε πάλι να τη δηλητηριάσει, αλλά δεν το πέτυχε. Ήταν αρχές Απριλίου κι η αδελφή μου, που έμενε κοντά της, ήρθε και μου είπε:
»— Σαν να μην είναι καλά η Ελένη. Την είδα άρρωστη, αλλά δεν ήθελε να μου πει τι συμβαίνει.
Καβαλίκεψα το άλογο κι έτρεξα. Βρήκα την κόρη μου στο κρεβάτι.
»— Τι έχεις, Ελένη μου; της είπα.
»— Ξεράθηκα, μανούλα μου, από τους πόνους, μου απάντησε.
»— Και γιατί, παιδί μου; Τι έγινε;
»— Να, ξέρω κι εγώ, κάτι σαρδέλες μου έδωσε κι έφαγα ο άντρας μου και δηλητηριάστηκα. Ευτυχώς που ήρθε ο γιατρός και με πρόλαβε. Θα πέθαινα.
»Κάθισα αρκετές ώρες μαζί της εκείνη τη μέρα. Και μετά πήγαινα κάθε μέρα, μέχρι που έγινε τελείως καλά.

Η μητριά της Ελένης

» Και τώρα έρχομαι στο έγκλημα.

» Στις 16 Απριλίου ήρθε η ξαδέρφη μου η Μαρία και μου είπε ότι η κόρη μου πάλι αρρώστησε. Παράτησα τις δουλειές μου στη μέση κι έτρεξα κοντά της. Τη βρήκα στο κρεβάτι, αναίσθητη αυτή τη φορά, και παρ’ όλες τις προσπάθειές μου δεν μπόρεσα να τη συνεφέρω. Φωνάξαμε αμέσως τον γιατρό, τον Σκρουμπέλο, που ήρθε και της έκανε κάτι ενέσεις. Μετά τις ενέσεις συνήλθε κάπως και τη ρώτησα:
»— Μα πώς ξαναρρώστησες, κόρη μου, πάλι;
»— Μανούλα μου, θα πεθάνω, μου απάντησε.
»— Γιατί, παιδί μου, τι έχεις;
»— Θα πεθάνω από τη Γιωργία, αλλά μην το πεις πουθενά, γιατί θα με σφάξει ο Ντίνος.
»— Τι λόγια είν’ αυτά που λες, Ελένη; Τι δουλειά έχει ο Ντίνος να σε σφάξει και γιατί θα πεθάνεις από τη Γεωργία;
»— Να, μανούλα μου, γιατί τα έχουνε φτιάξει κι όπως καταλαβαίνω, ο άντρας μου πια θέλει να με ξεκάνει κι όλο σαρδέλες μου δίνει και…
»— Μα τι; Ξανά από τις σαρδέλες αρρώστησες;
»— Ναι, μάνα. Ο Ντίνος έφερε το βράδυ σαρδέλες και μου ’δωσε κι έφαγα δύο μεγάλες απ’ αυτές. «Πάρ’ τες, αυτές που είναι μεγάλες», μου είπε δήθεν για να με περιποιηθεί. Μόλις τις έφαγα, ένιωσα δυνατούς πόνους και του ζήτησα να μου φτιάξει χαμομήλι. «Στάσου να φωνάξω την κυρα-Γιωργία, να σου φτιάξει καλύτερα έναν καφέ». Ήρθε η Γεωργία και μου ’φτιαξε καφέ. «Πιες τον», μου είπε, «θα σου κάνει καλό». Μόλις τον ήπια, μου ’ρθε μία καούρα και χειροτέρεψα. Έβαλα τις φωνές, αλλά κανείς δεν με πρόσεχε. «Τι φωνάζεις έτσι;» μου ’λεγε ο Ντίνος, «Θα σου περάσει, δεν είναι τίποτα». Πήγαν οι δυο τους και κάθισαν στο τζάκι, ενώ εγώ πέθαινα από τους πόνους. «Μωρέ, γιατρό!» του είπα σε μια στιγμή. «Τρέξε να φωνάξεις γιατρό! Τι κάθεσαι με σταυρωμένα τα χέρια στη φωτιά;» Τότε πήγε μέσα και μου ’φερε ένα ποτήρι νερό. «Νερό μου δίνεις; Εγώ πεθαίνω».
«Μη φοβάσαι, βρε γυναίκα. Δεν είναι τίποτα. Από την εγκυμοσύνη είναι».
«Ποια εγκυμοσύνη; Εγώ δεν έχω καταλάβει τέτοιο πράγμα».
«Αυτό είναι που σου λέω. Πιές το και θα σου περάσει».
»Μόλις ήπια το νερό, μανούλα μου έπεσα ξερή. Καταλαβαίνω ότι θα πεθάνω, γι’ αυτό σου λέω τα τελευταία λόγια μου, πως με παίρνει στον λαιμό της η Γεωργία, που την υποστηρίζει ο Ντίνος».

Ο γιατρός Σκρουμπέλος

Στη συνέχεια κατέθεσε ο γιατρός Σκρουμπέλος. Διαπίστωσε αμέσως ότι επρόκειτο για δηλητηρίαση. Πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες και διέταξε τη μεταφορά της κοπέλας στη Σπάρτη με αυτοκίνητο. Η Ελένη δεν πρόφτασε να φτάσει στο νοσοκομείο. Πέθανε στη διαδρομή. Ο γιατρός ειδοποίησε τη χωροφυλακή. Ενημέρωσε για το προηγούμενο περιστατικό κι εξέφρασε υπόνοιες ότι ο θάνατος επήλθε από δηλητηρίαση. Ο σύζυγος συνελήφθη και το κουβάρι ξετυλίχτηκε. Ομολόγησε την πράξη του, τα περιστατικά και τα πρόσωπα.

Το βάρος της κατάθεσης του γιατρού δόθηκε στο γιατί κατά την τοξικολογική εξέταση δεν βρέθηκαν ίχνη δηλητηρίου στα σπλάχνα του θύματος. Ο μάρτυρας υποστήριξε την άποψη –όχι μόνον δική του αλλά και άποψη του πανεπιστημιακού καθηγητή Ιατροδικαστικής και της επιστημονικής κοινότητας– ότι λόγω χημικών αιτίων ή άλλων αντιδράσεων, είναι δυνατόν να μην υπάρξουν ευρήματα δηλητηρίου στα σπλάχνα πτώματος ατόμου, που ο θάνατός του προήλθε από δηλητηρίαση.

Συγχωριανή

Μία ακόμα μάρτυρας, συγχωριανή, κατέθεσε ότι ήταν γνωστό το ποιόν του κατηγορούμενου, ότι δεν έχανε ευκαιρία να κάνει ερωτικές προτάσεις σε γυναίκες του χωριού, παρ’ όλο που ήταν γνωστές σε όλους οι παράλληλες σχέσεις του με τις δύο συγκατηγορούμενές του.
Οι μικρές κοινωνίες ξέρουν τα πάντα για τους πάντες, αλλά μιλάνε εκ των υστέρων.

Η ετυμηγορία των ενόρκων και η απόφαση του δικαστηρίου έπεσε βαριά πάνω στους τρεις κατηγορούμενους και ήταν η δικαίωση που περίμενε η μητέρα του θύματος, όταν ξεκίνησε την κατάθεσή της λέγοντας:
«Αν δεν στείλετε, κύριοι δικαστές, αυτόν τον κακούργο στο εκτελεστικό απόσπασμα, θα τον θάψω εγώ, με τα ίδια μου τα χέρια, αυτόν και τις φιλενάδες του, που δηλητηρίασε την Ελένη μου, για να είναι ελεύθερος να κάνει τη ζωή του με δαύτες».

Ο σύζυγος κηρύχτηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από πρόθεση και καταδικάστηκε σε θάνατο, η Γεωργία, που αγόρασε το αρσενικό και τον βοήθησε στον φόνο, καταδικάστηκε σε ισόβια για άμεση συνέργεια και ηθική αυτουργία και η Ντίνα εισέπραξε δώδεκα χρόνια φυλακή για ηθική αυτουργία.

Οι δημοσιογράφοι έτρεξαν στους τρεις ενόχους για δηλώσεις:
— Τι εντύπωση σας προκάλεσε η απόφαση;
Η Ντίνα κλάφτηκε ότι την καταδίκασαν άδικα και ότι θα φάει τα νιάτα της στη φυλακή.
Ο Ντίνος, τζάμπα μάγκας και η Εύα τον ηπάτησε, είπε: «Δεν μ’ ενδιαφέρει αν με καταδίκασαν εμένα σε θάνατο, διότι εγώ το έχω πάρει απόφαση να τελειώσω τη ζωή μου. Πικραίνομαι όμως γιατί δεν καταδικάστηκαν στην ίδια ποινή αυτές οι δυο παλιογυναίκες, που ήταν η αιτία όλου του κακού».
Η Γεωργία:
— Εγώ έκανα εκείνο που ήθελα. Να πάτε στο διάολο όλοι σας!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s