«Δάφνης και Χλόη», η πιο καλλιτεχνική ταινία του προπολεμικού ελληνικού κινηματογράφου και το πρώτο γυμνό του ευρωπαϊκού κινηματογράφου

Αναγγελία της ταινίας «Δάφνις και Χλόη» στον τύπο, 31 -1-1931

Στις 2 Φεβρουαρίου 1931 έκανε πρεμιέρα στον κινηματογράφο Αττικόν η ταινία «Δάφνις και Χλόη» της εταιρείας Άστρο Φιλμ.
Ήταν προχωρημένη ταινία για τη συντηρητική Ελλάδα του ’30, γιατί είχε μία γυμνή σκηνή – η πρώτη γυμνή σκηνή όχι μόνον του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και του ευρωπαϊκού. Κυρίως όμως ήταν μια πρωτοποριακή καλλιτεχνική ταινία.

Η γυμνή σκηνή της ταινίας ήταν σαν πίνακας ζωγραφικής και εντελώς αθώα, ωστόσο υπήρξαν αρκετοί που σκανδαλίστηκαν.

Το σενάριο ήταν του Ορέστη Λάσκου, που προσάρμοσε το «παγκοσμίως γνωστό δημιούργημα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος το μυρωμένο με χαριτωμένη αφέλεια και πρόσχαρη ερωτική πνοή», δηλαδή τη βουκολική ιστορία του Λόγγου «Δάφνις και Χλόη», μεταφρασμένη από τον Ηλία Βουτιερίδη το 1922.
Ένας βοσκός στη Λέσβο, ο Λάμωνας, βρίσκει ένα εγκαταλελειμμένο αγοράκι να βυζαίνει μια γίδα, του δίνει το όνομα Δάφνης και το μεγαλώνει σαν παιδί του. Παρόμοια ένας άλλος βοσκός, ο Δρύαντας, βρίσκει ένα κοριτσάκι, το ονομάζει Χλόη, το παίρνει σπίτι του και το αναθρέφει σαν κόρη του. Ο Δάφνης και η Χλόη μεγαλώνουν μαζί και περνάνε τρυφερά από την παιδική αθωότητα στον ολοκληρωμένο έρωτα.
Το ποιμενικό ειδύλλιο δεν χρειαζόταν ούτε σκηνικά ούτε ιδιαίτερα κουστούμια. Χρειαζόταν δυο νέους και όμορφους πρωταγωνιστές και αυτοί ήταν ο Έδισσον Βήχος και η Λουκία Ματλή.

Έδισσον Βήχος και Λουκία Ματλή.

Όταν ο πατέρας Βήχος έμαθε ότι ο δεκαοχτάχρονος γιος του θα έπαιζε στον κινηματογράφο, πρόβαλλε σθεναρές αντιρρήσεις. Μάλλον θηρίο έγινε, γιατί λέγεται ότι έγιναν ομηρικοί καυγάδες με τον Λάσκο, μέχρι να δώσει την άδειά του. Η άδεια του πατέρα ήταν απαραίτητη, γιατί εκείνα τα χρόνια ο δεκαοχτάχρονος ήταν, σύμφωνα με τον νόμο, ανήλικος.
Ο Λάσκος, που εκτός από σεναριογράφος και σκηνοθέτης υπήρξε και ποιητής, θεώρησε καλό να δώσει στον Έδισσον Βήχο ένα ποιητικό καλλιτεχνικό ψευδώνυμο, εμπνευσμένο από τη μυθολογία. Απόλλων Μαρσύας. Γνωρίζοντας το φριχτό τέλος του Μαρσύα, είναι ν’ απορεί κανείς με την έμπνευσή του. Πάντως στον Έδισσον Βήχο, καλλιτεχνικά, δεν έφερε γούρι. Η πορεία του στον κινηματογράφο δεν είχε τη διάρκεια που υποσχόταν η ομορφιά του, το ταλέντο του και η πρώτη κινηματογραφική του επιτυχία. Δυο χρόνια μετά το «Δάφνις και Χλόη» έκανε την ταινία «Πρίγκηψ των αλητών», του Ορέστη Λάσκου και αυτή, κι εγκατέλειψε το σινεμά.

Ο Έδισσον Βήχος και η Λουκία Ματλή ήταν ερασιτέχνες ηθοποιοί. Στην ταινία έπαιζαν επίσης: η Κορίνα Χατζημιχαλάκη τον ρόλο της όμορφης Λυκαίνιας, της γυναίκας που μυεί τον Δάφνη στον έρωτα, ο Λάκης Πρωτόπαπας (έτσι γράφτηκε το όνομά του στην κριτική κάποιας εφημερίδας και μάλλον πρόκειται για τον αξέχαστο Βαγγέλη Πρωτοπαπά), ο Γιώργος Βιτσώρης και άλλοι.

Ο Βαγγέλης Πρωτοπαπάς νεότατος, στον ρόλο του Δόρκωνα, που διεκδικεί την καρδιά της Χλόης.

Με την ταινία «Δάφνης και Χλόη» ο Ορέστης Λάσκος, ήδη γνωστός από τα γραπτά του, κάνει την πρώτη σκηνοθετική του εμφάνιση. Οπερατέρ ήταν ο Δημήτρης Μεραβίδης. Η ταινία ήταν βουβή και ανάμεσα στις σκηνές έπεφταν κάρτες με μεσότιτλους. (Μερικά χρόνια αργότερα ο Λάσκος θα προσθέσει ήχο και θα κυκλοφορήσει την ομιλούσα εκδοχή της).

Στην πρεμιέρα του έργου η Λουκία Ματλή, που ήταν χορεύτρια, εμφανίστηκε στη σκηνή του Αττικόν και χόρεψε αρχαίους ελληνικούς χορούς, πολύ ταιριαστούς με το κλίμα του έργου που θ’ ακολουθούσε.

Η πρεμιέρα είχε επιτυχία, γι’ αυτό την επόμενη μέρα, στις 3-1-1931, η καταχώριση συμβούλευε το κοινό να προσέρχεται νωρίτερα προς αποφυγή συνωστισμού.

Παράλληλα κυκλοφόρησε το βιβλίο και άρχισε να διαφημίζεται στις εφημερίδες.

Οι κριτικές των εφημερίδων δεν συμφωνούσαν. Κάποιες χαρακτήριζαν την ταινία αριστούργημα και κάποιες άλλες κρατούσαν τη στάση «ναι, αλλά γινόταν και καλύτερα».
Δεν μπορούσαν να αρνηθούν τη ομορφιά του Βήχου, «ομορφιά αληθινά ελληνική. Κατατομή άριστη. Φωτογένεια καταπληκτική. Αληθινό εύρημα. Αλλά παιδί αδίδακτο. Μόνο παιδί, που όμως με τη διδασκαλία τριών τεσσάρων μηνών θα έκανε αληθινά θαύματα», γράφει κάποιος ξινός, που υπογράφει Δ. Χρον, στην Ελληνική.
Του συγκεκριμένου ούτε η Λουκία Ματλή του άρεσε. «Είναι ωραιοτάτη και μεταλλική, αλλά δυστυχώς είναι ψυχρά. Και όχι μόνον αυτό. Αλλά δεν παίζει. Μόνον σε στιγμές, ελάχιστες στιγμές, αποκτά ηθοποιία και αισθάνεται, ενώ τις άλλες στιγμές είναι εντελώς έξω από τον ρόλο της».
Η φωτογραφία του άρεσε και δεν του άρεσε: «σε πολλά ήταν ασυγχωρήτως κακή, αλλά αυτό δεν εμποδίζει να υπάρχουν στιγμές φωτογραφικώς αριστουργηματικές».
Τελικά, το μόνο που άρεσε στον κριτικό της Ελληνικής, εκτός από την Κορίνα Χατζημιχαλάκη, που το παίξιμό της άρεσε και στους μεν και στους δε, ήταν ότι επιτέλους γυρίστηκε μια ελληνική ταινία χωρίς Ακρόπολη και φουστανέλες.

Κορίνα Χατζημιχαλάκη και Έδισσον Βήχος.

Η γνώμη της εφημερίδας Βραδυνή ήταν εντελώς διαφορετική και πολύ κοντά σε αυτά που εκτιμάμε σήμερα στην ταινία: «Η ταινία Δάφνις και Χλόη λοιπόν, παρ’ όλο που μερικοί προσπάθησαν να την κατατάξουν εις τα δευτέρας σειράς ελληνικά κινηματογραφικά έργα, είναι ένα από τα αρτιώτερα, ίσως το πρώτο ελληνικό φιλμ που παρουσιάζεται από ελληνικήν κινηματογραφικήν εταιρείαν τόσο τέλειον».
«Σενάριο τεχνικό, πλούσιο, που δείχνει όλη τη δεξιοτεχνία του γνωστού και από άλλα ελληνικά σενάρια, σεναρίστα κ. Ορέστη Λάσκου, παρμένο από το αρχαίο βουκολικό ειδύλλιο του Λόγγου, πλουτισμένο με πολλές πρωτοτυπίες και κινηματογραφικά τρικ χωρίς να ξεφεύγει καθόλου από το αρχαίο κείμενο του ειδυλλίου».
«Φωτισμός απολύτως τέλειος. Φωτογραφία εξαιρετικά επιτυχής και γύρισμα άψογον, που δείχνει μια φορά ακόμη, ότι ο μοναδικός οπερατέρ καλλιτέχνης Δημήτρης Μεραβίδης μπορεί αξιόλογα να συγκριθεί με τους καλύτερους ξένους συναδέλφους του».

Η φωτογραφία του Δημήτρη Μεραβίδη ήταν «εξαιρετικά επιτυχής και το γύρισμα άψογο». Επιπλέον σε κάποιες σκηνές η κάμερα δεν μένει ακίνητη, αλλά ακολουθεί τους ηθοποιούς.

Και η κριτική της Βραδυνής επίσης αποθεώνει την ομορφιά των δύο πρωταγωνιστών και πιστεύει ότι το ταλέντο τους υπόσχεται πολλά.
«Η δεσποινίς Ματλή είναι κορίτσι τέλειο, με φωτογένεια, γεμάτο ψυχή και τέχνη». Όσο για τον Έδισσον Βήχο γράφει: «Ο νεαρός πρωταγωνιστής του έργου, Απόλλων Μαρσύας, αναμφισβητήτως είναι ένα μεγάλο εύρημα του Λάσκου δια τον κινηματογράφον. Το κεφάλι του είναι ένα αριστούργημα. Είναι σπουδαίο ταλέντο, που αν τον κρίνει κανείς από τον ρόλο του Δάφνιδος, στο μέλλον θα παρουσιάσει εξέλιξιν που θα ζηλέψουν ασφαλώς και πολλοί ξένοι».

Η απήχηση που είχε η ταινία στο κοινό της εποχής διέψευσε τις αρνητικές κριτικές. Προβλήθηκε επίσης στο εξωτερικό (Πολωνία, Ρουμανία, Γερμανία και Αμερική) και σημείωσε επιτυχία. Σήμερα θεωρείται η πιο καλλιτεχνική ταινία του προπολεμικού ελληνικού κινηματογράφου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s