Η Καμπουρίτσα

Στα Πευκάκια έχουν συμβεί διάφορες ιστορίες. Η πιο γνωστή είναι το επεισόδιο με τον Νίκολσον και τον νταή χωροφύλακα, που πληρώσαμε με εθνικό διασυρμό. Η ιστορία της Καμπουρίτσας είναι άγνωστη. Για να το πω πιο σωστά, δεν υπάρχει καν ιστορία. Μονάχα μια κοπέλα χωρίς όνομα, με το παρανόμι Καμπουρίτσα, κι ένα χρονογράφημα που έγραψε ο Στρατής Μυριβήλης το 1937. Ιδού το!


Η Καμπουρίτσα. Έτσι την έλεγεν όλη η γειτονιά. Ανέβαινε με πολύ αργά βήματα την ανηφοριά της οδού Σίνα και εχώνετο μέσα σε κάποιο από τα φτωχόσπιτα, στα οποία καταλήγει ο δρομάκος Λέοντος Σγουρού. Μέσα σ’ εκείνα τα παλιόσπιτα θερίζει τη φτωχολογιά το χτικιό. Και είναι στα κράσπεδα του πευκώνος του Λυκαβηττού. Εκεί κάπου χωνότανε η Καμπουρίτσα, σε μία από τις αυλές που αδειάζουνε στον δρόμο τα μπουγαδόνερα των αρρώστων και αρδεύονται οι τριγυρινοί δρόμοι όπου ανεβοκατεβαίνουν και παίζουν τα παιδάκια τεσσάρων μεγάλων σχολείων με 500 παιδιά κι απάνω το καθένα.
Μα το Ε’ τμήμα, όπου υπάγεται ο δρομάκος, είναι πολύ μακριά. Στο τέρμα της οδού Ιπποκράτους. Έτσι κανένας αστυφύλακας δεν τον τιμά δια της παρουσίας του.
Η Καμπουρίτσα, λοιπόν. Πόσων χρονών ήτανε; Μα θα ’τανε 15 έως 25 χρονών κορίτσι. Κλασικός τύπος ραχιτικής. Και στις ραχιτικές δεν μπορείς να καταλάβεις ηλικία. Περπατούσε αργά και ήτανε πάντοτε επιμελώς βαμμένη και στολισμένη επιδεικτικά. Είχε μεγάλα καστανά μάτια που έλαμπαν, είχε και μεγάλο στόμα. Όλες οι ραχιτικές έχουν ωραία μάτια και μεγάλο στόμα, δεν ξέρω γιατί. Περνούσε κάτω από τα παράθυρά μας δυο φορές τη μέρα, και σαν ήταν ωραία λιακάδα περιδιάβαζε μέσα στο χρυσό φως του Λυκαβηττού, πάντα μονάχη, αμίλητη και καταστολισμένη.
Μέσα στα πεύκα του Λυκαβηττού βρυάζουν τα ζευγαρωμένα νιάτα και το φιλί δεν παύει να κελαηδεί νυχτοήμερα. Η Καμπουρίτσα περνούσε ολομόναχη ανάμεσα από τα ζευγάρια και τραβούσε αμίλητη προς τη σκοτεινή αυλή της με το βρομερό ρείθρο. Στολισμένη, μπογιατισμένη, στραβοκάνα, με μία καμπούρα στο στέρνο και μία στη ράχη, με τα ωραία της καστανά μάτια που έλαμπαν.
Τη βλέπαμε να βγαίνει τόσο επιδεικτικά συγυρισμένη και λέγαμε: «Κοίτα την Καμπουρίτσα πώς στολίζεται». Ρωτιούμασταν: «Γιατί στολίζεται η Καμπουρίτσα;»
Αλήθεια, αυτό το σκληρό ερώτημα πολλές φορές το κάναμε, γιατί το σώμα αυτού του κοριτσιού ήταν μια κακή φάρσα της φύσεως. Κάθε φορά που την έβλεπα συλλογιζόμουν μια μεγάλη ωραία κούκλα που ένας τρελός με τρομερή δύναμη της έδωσε μία γροθιά κατακέφαλα. Τσακίστηκε ο σκελετός της, τα σύρματα λύγισαν μέσα στον βουλιαγμένο κορμό. Λύγισαν τα μισά μπρος, λύγισαν τα μισά πίσω. Το κεφάλι βούλιαξε μέσα στο στέρνο ώς το σαγόνι, σπάνοντας τα κλειδιά των ώμων. Λύγισαν και τα σύρματα των ποδιών. Όμως η κούκλα έμεινε με τις χρωματιστές, τις νεανικές ρόμπες, με τα μπουκλάκια της, με τα σκαρπινάκια της… Δεν είχε πάρει είδηση για το κακό που έγινε, και το κεφάλι της, δίχως λαιμό, γύριζε δεξιά ζερβά ανάμεσα στις δύο καμπούρες και κοίταζαν με έκπληξη γύρω τα ωραία καστανά μάτια.
Γιατί αυτό το λούσο; Τι γύρευε τούτη η χαλασμένη κούκλα; Γιατί κοίταζαν έτσι λαμπερά τα ωραία της μάτια ανάμεσα στα ερωτικά ζευγάρια του Λυκαβηττού;
Ο Θεός το ξέρει. Αυτός που την έπλασε έτσι.

Και προχθές, την Πρωτοχρονιά, πέθανε η Καμπουρίτσα. Ξαφνικά και αναπάντεχα. Πήγε στο σπίτι, στολισμένη, βαμμένη, έκλεισε τα λαμπρά της μάτια και πέθανε. Στη γειτονιά το μάθανε μετά δυο μέρες.
Τι έγινε η Καμπουρίτσα; Πέθανε η Καμπουρίτσα. Πώς πέθανε;
Κανένας δεν ήξερε. Χτικιό, είπανε. Αυτοκτονία, είπανε. Γι’ αυτό τάχα δεν τη θάψανε ακόμα. Για να την ανοίξουν, να κάμουν ιατροδικαστική έκθεση. Κατόπιν είπανε πως όχι, δεν ήταν γι’ αυτό που έμεινε δυο μέρες πεθαμένη άταφη η Καμπουρίτσα, αλλά δεν υπήρχε κανείς να ξοδέψει να τη θάψουν και περίμεναν τη δημαρχία να γνοιστεί να την πάρει και η δημαρχία λόγω της πρωτοχρονιάς κλπ.
Τέλος πάντων, χτες, την τρίτη μέρα, ήρθε μια μαύρη νεκροφόρα, αυτοκίνητο του Δημοσίου και στάθηκε στο βάθος του δρομάκου Λέοντος Σγουρού. Τα βρόμικα ρείθρα τρέχανε μέσα από τις αυλές, ανάμεσα στις ρόδες του. Μαζί ήρθανε ένας παπάς κι ένας αστυφύλακας. Όλες οι γειτόνισσες στα παράθυρα.
— Ήρθαν να πάρουν την Καμπουρίτσα.
Σε λίγο τη βγάλανε μέσα σ’ ένα φτηνό σανιδένιο κουτί και όλες οι γυναίκες είπανε:
— Μπα, τι μικρή που ήτανε… Μια σταλιά πράμα…

Ήταν αλήθεια απίστευτα μικρό το τσαλακωμένο κορμάκι της, έτσι που κείτοταν ανάσκελο. Κι όλο κουνιόταν μέσα στην κάσα της εξαιτίας της καμπούρας πίσω, που δεν άφηνε τη ράχη να πλαγιάσει να ξεκουραστεί.
Άνοιξαν από πίσω το ποτρέλο του μαύρου αυτοκινήτου, έσπρωξαν μέσα «ωω-χοπ!» την κασίτσα και κλείσανε πάλι τα δυο μικρά θυρόφυλλα. Ο παπάς κάθισε πλάι στον σωφέρ, μα ο αστυφύλακας δεν χωρούσε και στάθηκε απέξω, όρθιος πάνω στο φτερό. Σαν έβαλε μπρος η μηχανή και όρμησε το μαύρο κάρο προς τον κατήφορο της οδού Σίνα, η μολυβιά μαντύα του αστυφύλακα κυμάτιζε πίσω.

Οι γειτόνισσες κάνανε το σταυρό τους ειλικρινά λυπημένες και είπαν:
— Θεός σχωρέσει την Καμπουρίτσα…
Μια ρώτησε μέσα στα σταυροκοπήματά της:
— Πώς τη λέγανε την Καμπουρίτσα;
Κανένας δεν ήξερε το όνομά της και περνοδιάβαινε χρόνια μέσα στην οδό Λεόντος Σγουρού.
Σήμερα ήρθανε κι απολυμάνανε το σπίτι που πέθανε. Και κάτω από το μεγάλο αυτοκίνητο του απολυμαντηρίου τρέχανε πάντα τα νερά από τις σκοτεινές αυλές της φτωχογειτονιάς.

Ήθελα να γράψω ένα πολύ λυπητερό τραγούδι για την Καμπουρίτσα, γεμάτο από όλες τις αγάπες και όλα τα δάκρυα που στερήθηκε.
Κι έγραψα χρονογράφημα.
ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ
5 Ιανουαρίου 1937


Κάποια σημεία του κειμένου έχουν τα θέματάκια τους και επιπλέον ο Μυριβήλης ήταν «κοράκι της δεξιάς», όπως τον χαρακτήρισε ο Βάρναλης, και δεν ντράπηκε να υποστηρίξει τον Μεταξά ούτε να γράψει τον Ύμνο της εργασίας υπέρ της καθεστώτος. Πολλά τα κοινά με τον Σπύρο Μελά. Μια που αυτά δεν έχουν θέση στο χρονογράφημα, το ξεχώρισα για τις εικόνες, τις πληροφορίες και τη συγκίνηση που δίνει.
Αυτή η χωρίς όνομα κοπέλα, στολισμένη και βαμμένη, ανέβαινε με δυσκολία, λόγω της σωματικής διάπλασής της, δυο φορές τη μέρα, την καθωσπρέπει οδό Σίνα, με τα κρυφά μπορντέλα πολυτελείας, για να φτάσει στην κάμαρά της, στη φτωχογειτονιά της Λέοντος Σγουρού, με τις σκοτεινές αυλές, το χτικιό και τα αποπλύματα στα ρείθρα. Πού είχε πάει; Από πού γυρνούσε; Άγνωστο. Ήταν ολομόναχη στη ζωή κι έμεινε άταφη τρεις μέρες. Άραγε έκαψε λιβάνι καμία απ’ τις γειτόνισσες, μέχρι να έρθει η νεκροφόρα του δήμου, ο παπάς κι ο αστυφύλακας ή μονάχα η απολύμανση έκλεισε τη φτωχική αυλαία;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s