Ο «Οψοκομιστής», οι ανήλικοι βιοπαλαιστές, τα αλάνια των δρόμων, οι μάγκες του Ρολογιού και η Σχολή Απόρων Παίδων του «Παρνασσού»

Πριν μιλήσουμε για τον πίνακα με τον τίτλο «Οψοκομιστής», ας ανατρέξουμε στο λεξικό του Δημητράκου, για να δούμε τι σημαίνει η λέξη.
Οψοκομιστής είναι «αχθοφόρος μεταφέρων οψώνια εκ της αγοράς εις τας οικίας». Οψώνιον είναι «η δι’ αγοράς προμήθεια τροφίμων, τα ώνια». Όψον σημαίνει «έδεσμα, τροφή».
Η λέξη οψοκομιστής αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1887. Είναι από τις δύστροπες λέξεις, που τόσο άρεσαν στους καθαρευουσιάνους. Στην «Παλιόγλωσσα» ο Νικόλαος Λάσκαρης αναφέρει τη λέξη γραμματοκομιστής.

Ο πίνακας παρουσιάζει μια εικόνα της αθηναϊκής ζωής στις αρχές του 20ου αιώνα. Ένα εργαζόμενο αγόρι, που προέρχεται από την επαρχία όπως φανερώνουν η φορεσιά του και τα τσαρούχια του, με το ψάθινο ζεμπίλι που μεταφέρει τα ψώνια φορεμένο στην πλάτη, σε κάποια στιγμή ανάπαυλας, έχει καθίσει σ’ ένα κασόνι, σε μια ήσυχη γωνιά κάπου στην αγορά και διαβάζει ένα φθαρμένο βιβλίο.

Το παιδί, αντί να είναι στο σχολείο, είναι υποχρεωμένο να δουλεύει. Η πικρή και άδικη πραγματικότητα της φτώχειας. Όμως, η ηρεμία της σκηνής και η προσήλωση του παιδιού στο βιβλίο, που προτίμησε να διαβάσει αντί να χαζοπεράσει την ώρα του, δίνουν ένα αισιόδοξο κι ελπιδοφόρο μήνυμα.

Ο «Οψοκομιστής» είναι έργο του Σπυρίδωνα Μαντζάκου.

Λίγες πληροφορίες έχουμε για τον Σπυρίδωνα Μαντζάκο. Γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αι. Έζησε στην Αθήνα. Εκτός από τη ζωγραφική ασχολούταν και με τη γελοιογραφία, από την οποία προσποριζόταν τα προς το ζην. Αρρώστησε και πέθανε στις αρχές του 20ού αι., πριν από το 1912.


Ο πίνακας ανήκει στη συλλογή του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».
Το αγόρι είναι μαθητής της Σχολής Απόρων Παίδων του «Παρνασσού».
Στη Σχολή πήγαιναν παιδιά πού δούλευαν σκληρά για να εξοικονομήσουν τον επιούσιο, απροστάτευτα από φυσικούς και ηθικούς κινδύνους. Ήταν οψοκομιστές, λούστροι, εφημεριδοπώλες, υπηρέτες σε σπίτια ή καταστήματα, τεχνίτες. Παιδιά από την επαρχία, αλλά και από την Αθήνα. Μάθαιναν γράμματα και με την ίδρυση των υπνωτηρίων της Σχολής είχαν ένα καταφύγιο για τη νύχτα. Στόχος της Σχολής, εκτός από τη στοιχειώδη εκπαίδευση, ήταν η ηθική διαπαιδαγώγησή τους.

Μαθητές της Σχολής Απόρων Παίδων Παρνασσού, το 1896.

Αργότερα θα μιλήσουμε εκτενέστερα για το έργο της Σχολής Απόρων Παίδων του Παρνασσού. Για την ώρα ας πούμε λίγα λόγια για την εποχή που ιδρύθηκε, το 1872.
Η φτώχεια και η κακομοιριά της Ελλάδας ήταν απερίγραπτη. Τα παιδιά ήταν τα αθώα θύματα. Παιδιά, που η ανέχεια των σπιτιών τους τα έσπρωξε στη σκληρή βιοπάλη. Παιδιά εγκαταλελειμένα, χωρίς κανένα στήριγμα, που ζούσαν στους δρόμους, αγριεμένα από την πείνα, την ανάγκη και την αστοργία. Παιδιά που γνώρισαν τη άπονη όψη της ζωής και μεγάλωναν πριν της ώρας τους, χωρίς να χαρούν παιδική ηλικία.


Από τον λόγο που εκφώνησε στην Πεντηκονταετηρίδα ο κοσμήτορας των Σχολών Αριστοτέλης Κουρτίδης, τον Δεκέμβριο του 1922.


Η κρατική πρόνοια ήταν απούσα στην πρωτεύουσα, πόσο μάλλον στην περιφέρεια. Η φιλόστοργος Εκκλησία δεν ανακούφιζε τη δυστυχία. Οι γείτονες και οι συγχωριανοί ήταν φτωχοί ή αδιάφοροι.
Υπήρχαν οικογένειες στην επαρχία είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο ένδειας, που έκαναν συμφωνίες με συντοπίτες «μαστόρους», τρισάθλιους εκμεταλλευτές, οι οποίοι τους έδιναν ένα ποσό και αποκτούσαν απόλυτη εξουσία πάνω στα παιδιά. Τα παιδιά αποχωρίζονταν τους δικούς τους και κατέληγαν, μόνα και τρομαγμένα, στην Αθήνα όπου οι μαστόροι τα εκμεταλλεύονταν αγριότατα· τα έβαζαν να δουλεύουν από το πρωί ίσαμε το βράδυ, τα έβριζαν, τα έδερναν, τα τάιζαν σκουπίδια, (σάπιες ελιές και ψωμί από το μπαγιατοπάζαρο) ή τα άφηναν νηστικά, και τα βράδια τα στοίβαζαν το ένα πάνω στο άλλο σε παραμάγαζα και σε υπόγεια σκοτεινά, υγρά και γεμάτα λάσπη.
Και τον άλλο χρόνο ξαναπήγαιναν στους γονείς για ν’ ανανεώσουν το συμβόλαιο της σκλαβιάς.
Η αστυνομία εξαντλούσε τη σκληρότητά της στα παιδιά και στους αδύναμους, αλλά τους μαστόρους δεν τους κυνηγούσε.

Τα παιδιά των δρόμων θεωρούνταν επικίνδυνα. Για το μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που πιστεύει ότι η φτώχεια είναι συνυφασμένη με την εγκληματικότητα, τα παιδιά αυτά ήταν εν δυνάμει εγκληματίες, επικίνδυνοι για την κοινωνία.
Τα πρώτα παιδιά που περιμάζεψε η Σχολή ήταν οι ζόρικοι Μάγκες του Ρολογιού. Και να πώς τους περιγράφει ο Αριστοτέλης Κουρτίδης:

To Ρολόι της Παλιάς Αγοράς. Το ρολόι μας το έκανε δώρο ο Έλγιν το 1814, για να μας αποζημιώσει για όσα βούτηξε. Μετά την Επανάσταση εξαφανίστηκε, όπως φαίνεται στην υδατογραφία του Λούντβιγκ Κέλνμπεργκερ (Ludwig Köllnberger), 1838. Το ρολόι αντικαταστάθηκε· πύργος και ρολόι καταστράφηκαν τον Αύγουστο του 1884 από την πυρκαγιά που ξέσπασε στην Παλιά Αγορά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s