Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Τσάκο και Ντανιέλ

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

εβραίοι φορτώνουν καράβι
Στο φόρτωμα και στο ξεφόρτωμα των καϊκιών.

Μέσα σε όλο τον κόσμο που έτρεχε κυνηγώντας το καρβέλι, οι συντοπίτες μας οι Εβραίοι τρέχανε κι αυτοί πρώτοι και καλύτεροι, κάνοντας εκτός των άλλων πολλά χαρακτηριστικά επαγγέλματα. Ήταν οι μεταπράτες της αγοράς, που είχαν ειδικευτεί σε δουλειές του ποδαριού. Αυτοί, που δίνανε το δικό τους τόνο στην αγορά και στις γειτονιές. Μια έβλεπες τον Τσάκο να πουλάει σε καρότσι ροδάκινα «λίγο χτυπημενα, λίγο βαρεμένα», φτηνά, να φάει η φτωχολογιά, που τα διαπραγματεύτηκε από κάποιο καΐκι πριν τα πετάξουν ανοιχτά στη θάλασσα, και την άλλη, να πουλάει ο ίδιος, υφάσματα «της πυρκαγιάς και της ασφάλειας», που τα απέσπασε από κάποιο στοκ συμπατριώτη του εμπόρου.

Άλλες φορές ο Ντανιέλ διαλαλούσε κάλτσες και φανέλες από τα κατασχεμένα και, ξαφνικά, τον έβλεπες να διαπραγματεύεται παλιά έπιπλα και σκεύη, μαζί με παντζούρια από κατεδάφιση. Πανέξυπνοι, κεφάτοι και μεταρσιωμένοι από τον πυρετό για το αλισβερίσι, ήταν ατσίδες στο λογαριασμό και οι συναλλαγές τους ήταν, εδώ που τα λέμε, πιο τίμιες από των δικών μας.

Πιστεύανε ότι είναι ευφυΐα η εντιμότητα στις συναλλαγές σου, ανεξάρτητα από την έμφυτη κλίση τους στο παζάρι, που το εξασκούσαν με μαεστρία και το θεωρούσαν ότι είναι μέσα στο τίμιο εμπορικό παιχνίδι. Στα τραγουδιστά τους σλόγκαν που τα ξεφωνίζανε πρίμο σεκόντο οι, συνήθως δύο συνεταίροι, κουνώντας το δάχτυλο προς την κατεύθυνση του εμπορεύματος, ξεκαθαρίζανε μια και καλή την κατάσταση και την κατηγορία του και δεν αφήνανε καμία αμφιβολία για την ποιότητά του:

Λίγο χτυπημένα,
λίγο βαρεμένα
είναι τα ρουδάκινα,
πάρε κι απού μένααα…

Σε αντίθεση με κάτι δικούς μας κουτοπόνηρους, που σου χώνουνε τα σάπια μαζί με τα καλά στη σακούλα και σε καζικώνουνε ύπουλα. Αυτή η διαφορά αντιλήψεων έγινε αιτία να ευδοκιμήσουν στην αγορά οι Εβραίοι μικροπωλητές, όπως άλλωστε και οι έμποροι και να πάρουν το πάνω χέρι, ενώ οι δικοί μας με τις μικροπονηριές τους να ’ρχονται δεύτεροι. Με εξαίρεση, βέβαια, τους Καραμανλήδες, που τους είδαν οι Εβραίοι και τρόμαξε το μάτι τους. Τα καρότσια με τους δύο περιστασιακούς Εβραίους συνεταίρους, τριγυρνούσαν και στις γειτονιές, όπου ακουγότανε σε ντουέτο κεφάτο το εμπορικό τους τραγούδι, πρόδρομος των σημερινών μελωδικών σλόγκαν της τηλεόρασης:

Τζάμπα τα βάλαμε,
χάρισμα τα βάλαμε,
τζάμπα τα βάλαμε,
για να φάτε, κόσμεεε.

(ρεφρέν) Τρία δωδεκάμιση, πάρτε το χαμπαρι,
τρία δωδεκάμιση, πάρτε το χαμπάρι.
(κουπλέ) Τρελάθηκε τ’ αφεντικό
και τα δίνει τζάμπα (δις)
Είνι της πυρκαγιάς, είνι της ασφάλειας (δις).

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΖΗΣΙΑΔΗΣ, Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι, Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s